ΑΛΒΑΝΙΑ 1 - ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟ, ΣΤΗ ΓΕΝΕΤΕΙΡΑ ΤΟΥ ΕΝΒΕΡ

Front Picture: 

To παλιό Αργυρόκαστρο είναι να μένεις με το στόμα ανοιχτό. Μια αρχιτεκτονική που σε παραπέμπει σε κάτι μεταξύ Πηλίου και Ηπείρου. Εμένα, πιο πολύ Πήλιο μου θυμίζει με πολλά, πάντως, οθωμανικά στοιχεία. Χύνεται ολόκληρο σε μια πλαγιά. Τα “πάνω” σπίτια και τα “κάτω”. Που σημαίνει πάρα πολλές ανηφόρες. Ωχ, η μέση μου! 


Του Κώστα Ζυρίνη

Το ταξίδι στην Αλβανία πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο Οκτώβρη-Νοέμβρη 2014

 


 

Εντάξει, το παραδέχομαι, έχω ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις χώρες που δοκίμασαν λιγότερο ή περισσότερο τη φάση  της σοσιαλιστικής τους εμπειρίας.  Με την Ισαβέλλα, έχουμε περάσει από τη Μόσχα κι από τα βάθη της σημερινής Ρωσίας. Έχουμε αλωνίσει το Σιν Γιανγκ - την ουιγούρικη μεριά της Κίνας - και λίγο το Πεκίνο. Έχουμε συλλέξει άπειρες εικόνες από Βιετνάμ, από Λάος, από Καμπότζη, από Ρουμανία, από Γεωργία, από Αρμενία, από τις χώρες της Βαλτικής, από τα παλιά σοβιετικά «σταν»,  από... από… δεν τα θυμάμαι όλα αυτή τη στιγμή. Όχι στην Κούβα δεν πήγα ακόμη. Αλλά… πού θα μου πάει!

 

Τι άφησαν πίσω τους οι μεγάλοι Λένιν και Μάο, ο Χο Τσι Μινχ, ο Κάστρο και οι άλλοι; Τι άφησε πίσω ο Ενβέρ Χότζα την χώρα του οποίου ετοιμάζομαι να επισκεφτώ; 

 

Ότι κι αν άφησαν, το μόνο σίγουρο είναι ότι όπου κι αν πήγα μέχρι σήμερα αυτό το «κάτι» συνετρίβη στην πορεία για να δώσει τη θέση του στην καπιταλιστική παλινόρθωση. Αλλά πώς και γιατί; 

 

Οι κουβέντες που ανοίγουμε με τους πολίτες αυτών των χωρών δεν φωτίζουν αρκετά τα αίτια της σοσιαλιστικής παρακμής και της αναβίωσης του καπιταλισμού. Είναι στην “ανθρώπινη φύση”;  Εύκολη ατάκα,  αλλά  εμένα μου μοιάζει κάπως θεολογική.  Άσ’ το. Είναι πολύ μεγάλο θέμα για να χωρέσει σ' ένα ταξιδιωτικό οδοιπορικό λίγων ημερών.

 

 

ΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ

 

Δεν χρειάζονται διαβατήρια. Με μόνη την επίδειξη της αστυνομικής μας ταυτότητας περνάμε από τα σύνορα της Κακαβιάς και ο γαλονάτος ένστολος Αλβανός με πληροφορεί σε άπταιστα ελληνικά πως πρέπει να έχουμε τα φώτα του αυτοκινήτου αδιαλείπτως αναμμένα όσο είμαστε εν κινήσει. Και την ημέρα; Και την ημέρα! Πρόσεξα πως ήταν ιδιαίτερα ευγενής.  Και το εκτίμησα.

 

Παίρνουμε το δρόμο για το Αργυρόκαστρο. Πορευόμαστε πλέον εντός Αλβανίας, προς την γενέθλια πόλη εκείνου που κατ’ εξοχήν σφράγισε την πορεία της χώρας τον εικοστό αιώνα. Δηλαδή του Ενβέρ Χότζα.

 

Ωστόσο δεν έχω καθόλου την εντύπωση ότι βγήκαμε από το ελληνικό έδαφος. Το τοπίο είναι  σκέτη Ήπειρος.

 

Τριάντα μόλις χιλιόμετρα από τα σύνορα και...  να 'μαστε, στο Αργυρόκαστρο!

 

Το Αργυρόκαστρο χωρίζεται σε “νέο” και “παλιό”. Το νέο είναι σκέτο ψυχοπλάκωμα. Οι γνωστές, άχαρες, πολυκατοικίες, οι οποίες δείχνουν μάλλον πρόσφατες, της “μετά-σοσιαλιστικής”, σα να λέμε, περιόδου.

 

To παλιό Αργυρόκαστρο αντίθετα είναι να μένεις με το στόμα ανοιχτό.

 

Μια αρχιτεκτονική που σε παραπέμπει σε κάτι μεταξύ Πηλίου και Ηπείρου. Εμένα, πιο πολύ Πήλιο μου θυμίζει με πολλά, πάντως, οθωμανικά στοιχεία. Χύνεται ολόκληρο σε μια πλαγιά. Τα “πάνω” σπίτια και τα “κάτω”. Που σημαίνει πάρα πολλές ανηφόρες. Ωχ, η μέση μου! 

 

Πάμε καρφωτοί σ' ένα απ τα ξενοδοχεία, ξενώνες δηλαδή, που έχουμε εντοπίσει από  το διαδίκτυο. “Οτέλ Κοτόνι”, λέει. Πρόκειται για ένα αργυροκαστρίτικο σπίτι που το  'χει ένα ζευγάρι Αλβανών.

 

ΑΝΗΦΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ

 

Ενώ αρκετά στοιχεία συνηγορούν ότι η πόλη πρωτοκατοικήθηκε από τον πρώτο κι όλας αιώνα πριν τη χρονολογία μας, εν τούτοις τα επίσημα ιστορικά κιτάπια αναφέρουν ως αιώνα γέννησής της τον δωδέκατο, υπό τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Πρώτη φορά δε το Αργυρόκαστρο εμφανίζεται καταγεγραμμένο με το εν λόγω μεσαιωνικό ελληνικό όνομα το 1336 από τον βυζαντινό αυτοκράτορα της εποχής, τον Ιωάννη Κατακουζηνό Νούμερο Έξι.

 

Προς τα τέλη του δέκατου τέταρτου αιώνα η πόλη αποκτάει στάτους έδρας τοπικού πριγκιπάτου υπό τον Αλβανό άρχοντα Γκιον Ζενεμέσι, για να καταληφθεί εντέλει από τους Οθωμανούς μερικές δεκαετίες αργότερα και να παραμείνει υπό την αιγίδα τους για πέντε περίπου αιώνες. Τότε είναι που θα γνωρίσει τη μεγαλύτερη οικονομική και, κυρίως, πολιτισμική και αισθητική άνθησή της.

 

Σύμφωνα με Τούρκο περιηγητή που επισκέφτηκε την πόλη το 1670, εκείνη την εποχή το Αργυρόκαστρο διέθετε περί τα δυο χιλιάδες σπίτια, οκτώ τζαμιά, τρεις εκκλησίες, διακόσια ογδόντα καταστήματα, πέντε πηγές και πέντε πανδοχεία. Μεγαλεία! Όσο για τα διακόσια περίπου διασωζόμενα σήμερα πέτρινα κτίσματα που μας περιβάλλουν και που ανυπομονώ να βγω να φωτογραφήσω χρονολογούνται από εκείνη την περίοδο.

 

Αρχίζουμε την περιήγηση  από το Κάστρο του Αργυρόκαστρου, το οποίο κάστρο λέγεται πως είναι και το πιο εκτεταμένο των Βαλκανίων.

 

Ξεκίνησε να χτίζεται από τους προ-χριστιανικούς χρόνους, αλλά πήρε τη σημερινή του μορφή κατά τον δέκατο τρίτο αιώνα, όταν η περιοχή τελούσε υπό βυζαντινή κυριαρχία. Όντως, είναι ένα πολύ μεγάλο κι εντυπωσιακό κατασκεύασμα.

 

Το ασήμαντο εισιτήριο εισόδου είναι κάτι σαν ένα-ενάμισι ευρώ, αλλά μας ζητούν να πληρώσουμε επιπλέον οκτώ ευρώ για τις φωτογραφικές μηχανές!

 

Α, δεν πάμε καλά! Πουθενά αλλού στον κόσμο οι φωτογραφικές μας δεν πλήρωσαν τέτοιο εισιτήριο.

 

Κάνουμε -δήθεν- μεταβολή.

 

Κάποιος τρέχει από πίσω μας.

 

«Ξέρετε, η τιμή είναι αναρτημένη στο ταμείο …».

 

Πράγματι.

 

 

Έρχεται κι ένας δεύτερος για να ενισχύσει τον πρώτο. Τελικά «ενδίδουμε» στην πρόταση να πληρώσουμε δύο ευρώ «διόδια» για τη μία φωτογραφική.

 

Μαύρα βεβαίως.

 

Η της Ισαβέλλας θα μπει στην τσάντα της. Όσο βρισκόμαστε στο οπτικό τους πεδίο, εννοείται. Και το ξέρουν.

 

Ένα μεγάλο τμήμα του Κάστρου τελεί υπό αναστήλωση.

 

Το υπόλοιπο ωστόσο είναι σε καλή κατάσταση.

Δεν μιλάμε δηλαδή για ερείπια.

 

Μιλάμε για  τείχη, εξόχως εντυπωσιακά, ογκώδη, με τοξωτές καμάρες, που σ’ ένα τμήμα στο εσωτερικό τους φιλοξενούν και στρατιωτικό μουσείο με πυροβόλα και λοιπά ενθυμήματα της γερμανικής κατοχής.

 

Στον αίθριο χώρο, την τιμητική του έχει το κουφάρι αεροσκάφους της αμερικάνικης πολεμικής αεροπορίας, σύμβολο, λέει, της κομμουνιστικής αντίστασης κατά του ιμπεριαλισμού. Για να το λένε… Φωτογενές, πάντως. Ειδικά σε συνδυασμό με το Αργυροκάστρο που απλώνεται από κάτω σαν παρδαλή κουρελού, η παλιά πόλη και η νέα πλάι πλάι, σαν να λέμε το ύψιστο κάλλος παρέα με την απόλυτη άρνησή του.

 

 


Στο ψηλότερο τμήμα του κάστρου, όπου και οι περισσότερες προσθήκες που έγιναν κατά τους δέκατο ένατο και εικοστό αιώνες από τον Αλή Πασά του Τεπελενίου καθώς και από την βασιλική κυβέρνηση Ζόγου, δεσπόζουν μια εκκλησία και ο πύργος του ρολογιού.

 

Ορθώνεται επίσης μια σύγχρονη και καλαίσθητη σιδηροκατασκευή που μάλλον σχετίζεται με τις διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις που λαμβάνουν χώρα στο κάστρο το καλοκαίρι. 


 

Εδώ το Αργυρόκαστρο, στο βάθος του ορίζοντα, περιβάλλεται από βουνά, των οποίων οι κορυφές είναι ήδη ντυμένες από το πρώτο χιόνι του Οκτώβρη. Ωστόσο, ευτυχώς για μας, η λιακάδα καλά κρατεί.

 

Ο ΟΠΑΔΟΣ ΤΟΥ ΕΝΒΕΡ

 

Η βόλτα μέσα στο Κάστρο αποκτά μια νέα διάσταση όταν μας πλησιάζει ο κύριος που διαπραγματεύτηκε για λογαριασμό μας την είσοδο των φωτογραφικών μηχανών χωρίς το ληστρικό εισιτήριο. Μας συστήνεται  ως “Φερδινάνδος”. Καλούτσικα ελληνικά, πενηντάρης με πολύ χαλασμένα δόντια. Πιάνουμε την κουβέντα κι όταν φτάνουμε στο ψητό, μας λέει πως, κατά τη γνώμη του, η κατάσταση στην Αλβανία επί Χότζα ήταν μακράν καλύτερη απ' ό,τι σήμερα.

 

Τον είδαμε”, λέει, “και τον καπιταλισμό!

 

Κι εγώ είχα πάει στην Αθήνα. Δούλευα-δούλευα… και τι κατάλαβα;  

 

Ναι, μπορεί να πληρωνόμουν κάτι παραπάνω απ' ότι θα 'παιρνα εδώ αλλά πλήρωνα επίσης και για τα πάντα: νοίκι, ηλεκτρικά, νερά, φαγητά… Πολύ ακριβά!  Εδώ, επί Χότζα, αυτά ήταν εξασφαλισμένα και όλοι είχαμε να πορευτούμε…”

 

Μιλάει αδιάλειπτα  χωρίς να περιμένει τις αντιδράσεις μας. Αυτό με ωθεί να σκεφτώ ότι δεν είναι βαλτός. Μάλλον θέλει να εκτονωθεί.  Άσ’ τον λοιπόν να εκτονωθεί. “Τον πρώτο καιρό”, λέει, “μετά την πτώση του Ενβέρ,  όλοι ήτανε στο «α, τι καλά»! Τώρα όμως υπάρχει μια διαφορετική στάση σε μια πολύ μεγάλη μερίδα του πληθυσμού που αρχίζει να κατανοεί τι ήταν αυτά που είχε και έχασε...” 

 

Πέσαμε άραγε σε μεμονωμένη περίπτωση; Απηχεί μια ευρύτερα διαδεδομένη άποψη; Πολύ νωρίς για να το κρίνουμε. Το σίγουρο πάντως είναι ότι αν δεν έβρισκα κάποια στιγμή μια πειστική δικαιολογία για να ξεγλιστρήσουμε ευγενικά, θα μας έτρωγε τη μέρα.  

 

Ο ΣΕΦ

 

Βγαίνουμε από το κάστρο και κατηφορίζουμε μέχρι το συμπαθητικό καφενείο. Πλησιάζει ο σερβιτόρος, ένα ψηλό  ομορφόπαιδο.

 

«Φραπέ;» ρωτάει.

 

«Φτιάχνεις φραπέ»;

 

«Ε, μ' αυτό μεγάλωσα», μου λέει με ελληνικότατη προφορά χαμογελώντας.

 

Φαίνεται πως για το Αργυρόκαστρο η ελληνική είναι κάτι σαν “λίνγκουα φράνκα”. Μέχρι δε να γυρίσουμε στα πάτρια θα έχουμε αποκομίσει την εδραία εντύπωση πως, τουλάχιστον νότια των Τιράνων, σχεδόν όλοι οι Αλβανοί μιλούν από καλά έως πολύ καλά την ελληνική γλώσσα.

 


 

Και εν τέλει, για έναν φραπέ κι ένα αναψυκτικό πληρώνουμε κάτι λιγότερο από ενάμισι ευρώ.

 


 

 


 

 

Συνεχίζουμε τις βόλτες μας στο Αργυρόκαστρο.

 

Κάπου σταματάμε σ' ένα γκρουπάκι αντρών που στέκει δίπλα σε μια μερσεντές.

 

Τους ρίχνω ένα «γεια χαρά» για να διαπιστώσω ότι όλοι τους μιλούν ελληνικά.

 

Πιάνουμε κουβέντα.

 

Ένας απ αυτούς έχει δουλέψει δεκατρία χρόνια στην Πρέβεζα κι ένας άλλος εφτά στην Κατερίνη. Δεύτερη πατρίς, λέει, η Ελλάς…  

 

Εξαντλούμε τις βόλτες αποκομίζοντας μια γερή φωτογραφική σοδειά.

 

Δεύτερη στάση για καφέ. Δυο μερακλίδικοι εσπρέσο - ο πλέον συνήθης καφές που σερβίρεται στην Αλβανία όπως θα διαπιστώσουμε στην πορεία -  για τον βαρύ λογαριασμό των εβδομήντα λεπτών. Και για τους δύο!  

 

Έχουμε πάθει την πλάκα μας με τις τιμές! Σκέψου ότι το κατάλυμά μας, στην καρδιά της παλιάς πόλης, ένα πολύ συμπαθητικό δωμάτιο, με το μπάνιο του, με εξαιρετική θέρμανση,  τιμάται εικοσιτρία ευρώ μαζί με τα πρωϊνά.  Καλά ε!

 

Μετά τα εσπρεσάκια των εβδομήντα λεπτών, και τα δύο, ψάχνουμε για φαγάδικο. Τελικά μπαίνουμε στην τύχη σ' ένα από τα πολλά του κέντρου.

 

Είμαστε οι μόνοι πελάτες.  Είναι βέβαια και κάπως περίεργη η ώρα. Έξι και μισή το απόγευμα.

 

Στα ταξίδια τρώμε συνήθως μια φορά νωρίς το πρωί εκκινώντας, κι άλλη μια αργά το απόγευμα. Ούτε βράδυ ούτε μεσημέρι.

 

Ο καταστηματάρχης μας φτιάχνει επί τόπου ένα θαυμάσιο γεύμα με πολύ απλά υλικά. Κατ’ αρχάς ένα είδος ρυζοκεφτέδες που εδώ ονοματίζουν «κίλκι»... «κίλφι»…; Ή κάπως έτσι. Και οι οποίοι συντίθενται από ρύζι τυλιγμένο σε κουρκούτι από αλεύρι, αυγό και δυόσμο.

 

Ύστερα πιπεριές στο φούρνο με τυρί τριμμένο από πάνω. Κι ένα ντόπιο τυρί για να καταλάβουμε πόσο έχουμε ξεχάσει τις πραγματικές γεύσεις της Φύσης. Και βεβαίως κρασάκι. Κι όλα αυτά με οκτώ ευρώ.

 

Του λέμε πως φάγαμε εξαιρετικά. Και το εννοούμε. Μια φωτεινή ικανοποίηση στο πρόσωπό του. Μιλά λιγότερα ελληνικά από άλλους Αλβανούς του Αργυροκάστρου, αλλά τα μιλά χωρίς να έχει πάει ποτέ στην Ελλάδα. Που σημαίνει ότι όλοι μαθαίνουν την ελληνική από τους μετανάστες που επιστρέφουν στον τόπο τους. Αυτός ο συμπαθής μάγειρας, λοιπόν, θέλει να βγει μια φωτογραφία με την Ισαβέλλα. «Όχι όμως έτσι. Μισό λεπτό». Παίρνει από ένα ράφι τον λευκό σκούφο του σεφ, τον φοράει και ποζάρει. «Τώρα, φίλε βγάλει, τώρα εντάξει» !


Για περισσότερες φωτογραφίες από το Αργυρόκαστρο: Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν | Πάμε γι' άλλα...

Στο μέλλον θα υπάρξουν και άλλες αναρτήσεις για την Αλβανία, στη διαδρομή Μπεράτι-Τίρανα-Ελμπασάν-Ωχρίδα-Πρέσπα-Κορυτσά-Πρεμεντή