ΜΟΓΓΟΛΙΑ 2 - ΣΙΒΗΡΙΑ, Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΤΡΑΧΥΤΗΤΑΣ

Front Picture: 

Λίμνη Κχοβσκόλ, η μικρή Μογγόλα αδερφή της Ρωσίδας Βαϊκάλης. Ενθεν κακείθεν, Σιβηρία. Η Φύση δεν αναγνωρίζει διαχωριστικές γραμμές. Στο κάτω κάτω, τι είναι τελικά τα σύνορα πέρα από ρυτίδες που χαράζει η Ιστορία των ανθρώπων πάνω στο πρόσωπο της Μάνας Γης;

 

Της Ισαβέλλας Μπερτράν

Το ταξίδι στη Μογγολία πραγματοποιήθηκε Οκτώβρη-Νοέμβρη του 2011

 


 

Προηγείται: ΜΟΓΓΟΛΙΑ 1, ΔΡΟΜΟΙ ΠΟΥ ΔΙΑΤΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΑΧΑΝΕΣ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

 

Ακουμπάμε στη Σιβηρία. Ακουμπάμε στη Σιβηρία! Το επαναλαμβάνω μέσα μου ξανά και ξανά σαν ρεφραίν από αγαπημένο τραγούδι.

 

Ο Μπίχε, ο οδηγός μας, επιμένει ωστόσο ότι δεν ακουμπάμε απλά, αλλά ότι είμαστε στη Σιβηρία. Σε αντίθεση με την επικρατούσα χαρτογραφική πρακτική που περιορίζει τη Σιβηρία στα όρια της Ρωσίας, οι Μογγόλοι συνηθίζουν να αποκαλούν με το ίδιο όνομα τον απώτατο βορρά της χώρας τους. Και δικαίως.

 

Γιατί να χρησιμοποιείς διαφορετικές ονομασίες για έναν τόπο με ενιαίο οικοσύστημα μόνο και μόνο επειδή αλλάζουν οι επικράτειες που τον τεμαχίζουν τεχνητά με διαχωριστικές γραμμές;

 

Κι εδώ που τα λέμε, τι είναι τελικά  τα σύνορα πέρα από ρυτίδες που χαράζει η Ιστορία των ανθρώπων πάνω στο πρόσωπο της Μάνας Γης;

 

Τάιγκα

 

Οι στέπες που διασχίζαμε τις προηγούμενες μέρες είναι ήδη παρελθόν. Εδώ στον βορρά, οι ανοιχτοί ορίζοντες παραχωρήσανε πια τη θέση τους στο δάσος. Το σιβηρικό δάσος, την τάιγκα. Τη χρυσοκίτρινη φθινοπωρινή τάιγκα.

 

Όσο προχωράμε, τόσο δυναμώνει το κάλεσμα να χωθούμε κι άλλο μέσα της.  Βαθιά. Ακόμα πιο βαθιά. Χωρίς επιστροφή. Να βουλιάζουν αενάως τα βήματά μας στο παχύ στρώμα από τις πεσμένες βελόνες. Μια μέθη πρωτόγνωρη, στο χρώμα της σκουριάς, που μας ρουφάει γλυκά στην παγωνιά και τη σιωπή.

 

Μα είναι δυνατόν να αγαλλιάζει κανείς με το κρύο;

 

 

Αν κάποιος μου το ’λεγε πριν έρθω εδώ ότι θα έφτανα σε κατάσταση ευδαιμονισμού με τέτοιες θερμοκρασίες, θα τον έχρηζα τρελό με συνοπτικές διαδικασίες. Και όμως ...

 

Η Μογγολία με έκανε να αγαπήσω το ψύχος. Ή μάλλον, για να το θέσω ορθότερα, με έκανε να το αποδεχτώ και να τo αγκαλιάσω μαζί με όλα τ’ άλλα. Όπως αγκαλιάζεις το αγαπημένο πρόσωπο μαζί με τις ατέλειες του. Ολοκληρωτικά και αδιαπραγμάτευτα. Ως αναγκαία συνθήκη ενός αδιαίρετου συνόλου που αδιάκοπα γεννάει, θάβει και ανασταίνει όσα θαυμαστά αντικρίζουν τώρα τα μάτια μου.

 


Για τον ύπνο τον επιούσιο

 

Δυτική όχθη της λίμνης Κχοβσκόλ. Της μικρής Μογγόλας αδερφής της Ρωσίδας Βαϊκάλης. Έτσι την υμνούν οι γηγενείς στα τραγούδια τους, έτσι κι εγώ την τραγουδώ.

 

Εδώ το καλοκαίρι συρρέει ένας σχετικά σημαντικός αριθμός επισκεπτών. Ντόπιων κυρίως παραθεριστών που έρχονται από την Ουλάν Μπατόρ για να κολυμπήσουν (χαρά στο κουράγιο τους!) στα κρυστάλλινα πλην ολόψυχρα νερά (10οC το πολύ) της μεγαλύτερης λίμνης της Κεντρασίας. Αλλά και ξένων, με πρώτους και καλύτερους τους Κινέζους και τους Ρώσους.  

 

Καλά, μη φανταστείτε τίποτε πλήθη, απλά με μέτρα Μογγολίας, η περιοχή μπορεί να θεωρηθεί τουριστική. Εξ ου και τα σχετικά ευάριθμα καταλύματα από γιούρτες και ξυλοκαλύβες σπαρμένα στις όχθες μέσα στα δέντρα. Όλα λιτά, διακριτικά και γι αυτό εξαιρετικά καλόγουστα.

 

Τώρα ωστόσο διανύουμε το δεύτερο μισό του Οκτώβρη και η, ας την πούμε, τουριστική σεζόν έχει τελειώσει προ πολλού, οπότε και είναι τα πάντα κλειστά.

 

- Μπίχε, πού θα κοιμηθούμε απόψε;

 

Η ερώτηση ετέθη στη νοηματική, και με αντίστοιχο τρόπο έλαβε απάντηση που (σε ελεύθερη μετάφραση) θα μπορούσε ν’ αποδοθεί ως «μην ανησυχείτε, θα βρω τον τρόπο».

 

Δεν ανησυχούμε. Μετά την εμπειρία της δεύτερης νύχτας εκτός Ουλάν Μπατόρ όπου για χάρη μας ξεσπιτώθηκε μια ολόκληρη οικογένεια παραχωρώντας μας τη στέγη της (βλέπε ΜΟΓΓΟΛΙΑ 1, ΔΡΟΜΟΙ ΠΟΥ ΔΙΑΤΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΑΧΑΝΕΣ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν), είμαστε πλέον σίγουροι ότι όσο υπάρχει έστω και μια κατοικημένη καλύβα στην περιοχή αποκλείεται ο ιδιοκτήτης της να μας αφήσει να ξεπαγιάσουμε έξω στο κρύο. Κάτι σαν άγραφος νόμος της πιο αραιοκατοικη- μένης και (γι αυτό ίσως;)  της πιο αλληλέγγυας χώρας που γνωρίσαμε έως σήμερα στις ανά τον κόσμο περιπλανήσεις μας.

 

Τι λέγαμε; Ορίστε! Μόλις εντοπίσαμε τον πρώτο και μοναδικό (για την ώρα τουλάχιστον) άνθρωπο στην περιοχή, ο Μπίχε μίλησε μαζί του κι εκείνος έσπευσε να μας διαθέσει μία από τις γιούρτες της γειτονικής κατασκήνωσης.

 

Αν κατάλαβα καλά πρόκειται για τον φύλακα, και πρέπει να ενεργεί ημιπαράνομα καθώς το κατάλυμα είναι εκτός λειτουργίας. Ποιος νοιάζεται όμως για τέτοιες λεπτομέρειες!

 

Σε λίγο ξεπροβάλει και η στιβαρή σύζυγος, φορτωμένη με μια αγκαλιά ξύλα για τη σόμπα κι ένα κουβά νερό για το πλύσιμο. Είκοσι λεπτά αργότερα, το φαϊ έχει πάρει τη θέση του στη φωτιά,  ο αγαπημένος μου έχει ανοίξει το καθιερωμένο μπουκάλι κόκκινο κρασί, στη γιούρτα κυκλοφορούμε με φανελάκι από τη ζέστη ενώ έξω έχουν αρχίσει να πέφτουν οι πρώτες νιφάδες.

 

Αν αυτό δεν είναι ευτυχία, τότε τι;

 

Τα βήματα που βουλιάζουν στη μπαμπακένια σιωπή του χιονιού.


Ο ψίθυρος της τάιγκα που ανταλλάσσει μυστικά με τον άνεμο.


Το σκυλί που αλυχτά στη μοναξιά της σιβηρικής νύχτας.

 

Ευγνωμοσύνη

 

Για την πόρτα που κι απόψε άνοιξε να μας φιλοξενήσει.


Για τα τραχιά τα πρόσωπα με τα ντροπαλά χαμόγελα.  


Για το κερί που φωτίζει το σκοτάδι.

 

Για την θαλπωρή της ξυλόσομπας όταν έξω παγώνουν ακόμα και οι λέξεις.


Για το άρωμα της σούπας που βράζει στο τσουκάλι.

 

Ευγνωμοσύνη


Για όσα ζούμε και για όσα μαθαίνουμε

  

Για τα μικρά της ζωής που είναι και η ουσία της.  

 

 

 

Το θράσος της αρχάριας

 

Εμβληματικοί εκφραστές του αδιαίρετου σιβηρικού χώρου, οι εκτροφείς ταράνδων - νομαδικές φυλές των Τσαταάν – μετακινούνται πότε στη Μογγολία και πότε στην ρώσικη επαρχία της Μπουριατίας, αδιαφορώντας για τα σύνορα, και ακολουθώντας αποκλειστικά τον κύκλο των εποχών και τις ανάγκες των κοπαδιών τους.  Αυτήν την εποχή βρίσκονται στη Ρωσία όπου και θα ξεχειμωνιάσουν.

 

Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους Μογγόλους νομάδες της στέπας, οι Τσαταάν ζούνε στην τάϊγκα  όπου δεν στήνουν γιούρτες παρά ευέλικτες και ελαφριές κωνικές σκηνές που θυμίζουν έντονα εκείνες των Ινδιάνων της Βόρειας Αμερικής.

 

Σε μια τέτοια απομίμηση καταυλισμού Τσατάαν, που λειτουργεί ως καλοκαιρινή τουριστική διαμονή, συναντάμε τον Άλεξ και την Έλι.

 

Αυτός Γερμανός, εκείνη Ιρανή, πρόκειται πιθανότατα για τους μοναδικούς πλην ημών ξένους ταξιδιώτες στην Κχοβσγκόλ τέτοια εποχή. Ακολουθούμε την ίδια περίπου διαδρομή και, όπως εμείς, έτσι κι εκείνοι καταλύσανε ημιπαράνομα χάρη στον φύλακα της εγκατάστασης που τους διέθεσε μια σκηνή. Αμέσως τακιμιάζουμε και συμφωνούμε για μια-δυο ώρες ιππασία γύρω από τη λίμνη. Οι τρεις μας. Ο Ζυρ εξ αρχής δηλώνει αποχή.

 

Ιππασία είπα; Τρόπος του λέγειν. Με τι προσόντα; Πέρα από χάδια και τρυφερότητες σε κάθε ευκαιρία, η μόνη πρακτική εμπειρία που έχω από άλογα περιορίζεται σε δυο βόλτες όλες κι όλες πριν κάτι χρόνια στο Κιργιστάν με την ασφάλεια του προπορευό- μενου αλογατάρη να σέρνει το τετράποδό μου δεμένο πειθήνια με σκοινί πίσω από το δικό του. Τώρα όμως τι γίνεται ;

 

Όπως συμβαίνει με όλα τα πράγματα της ζωής, έτσι κι εδώ η λέξη-κλειδί είναι πάντα μία και η ίδια: αγάπη!

 

Η αγάπη που σπάει το φράγμα του φόβου και της καχυποψίας οδηγώντας τα βήματά σου στο «πώς» της συνύπαρξης.

 

Μου έλαχε η Αλτάν, μια γλυκιά καφέ κουκλίτσα με ξανθιά χαίτη, που αρκεί μια ματιά στο αθώο της βλέμμα για ν’ αρχίσω να  λιώνω.

 

Δέχεται τα πρώτα χάδια μου με εμφανή ευχαρίστηση, τρίβει το μάγουλό της στο δικό μου καθώς την αγκαλιάζω και υπομένει ήρεμα και στωικά τις αδέξιες κινήσεις μου για να ανέβω στη σέλα. Είμαστε φτιαγμένες η μία για την άλλη, είμαι σίγουρη.

 

Μετά από διακόσια μέτρα ζητάω από τον Μογγόλο οδηγό να λύσει το σκοινί και να μ’ αφήσει να ιππεύσω ελεύθερα.

 

Η φοραδίτσα μου συνεχίζει να βαδίζει αργά και ήσυχα όπως και πριν, λες και καταλαβαίνει την απειρία μου και θέλει με τον τρόπο της να μου πει να την εμπιστεύομαι και να μη φοβάμαι.

 

Κι αυτό ακριβώς κάνω. Χαλαρώνω και αφήνομαι ολοκληρωτικά στο ρυθμό της. Σε κάθε της κίνηση.

 

 

Μαζί σταματάμε, ανοίγοντας διάπλατα τα ρουθούνια να ανασάνουμε τις μυρουδιές της τάιγκα.

 

Μαζί σηκώνουμε το βλέμμα στον ουρανό να χαιρετίσουμε τον ήλιο που λούζει τη λίμνη στα νότια.

 

Μαζί στρίβουμε το κεφάλι προς την αντάρα που δείχνει να πλησιάζει φορτωμένη νέα χιόνια από τον βορρά ενώ ο κρύος άνεμος σμιλεύει τους πρώτους πάγους στην όχθη της Κχβοσγκόλ. 

 

Σε δυο μήνες από τώρα, η λίμνη θα έχει παγώσει σε τέτοιο βάθος που θα μπορούν να την διατρέξουν φορτηγά σε όλο της το μήκος κι από κει να διανύσουν τα διακόσια χιλιόμετρα που χωρίζουν το βόρειο άκρο της από τη νότια όχθη της Βαϊκάλης.

 

Να μια επική διαδρομή που θα’ θελα να κάνω!

 

Η σκέψη μου είναι τόσο απορροφημένη από τη φαντασίωση της διάσχισης των παγωμένων λιμνών που δεν πήρα είδηση πότε η Αλτάν άρχισε να τριποδίζει, φτάνοντας εν τέλει να κλείσει η βόλτα μας με εκείνη σε ελαφρύ καλπασμό κι εμένα στην πλάτη της φευγάτη και άνετη σαν παλιά αναβάτης. Το θράσος της αρχάριας!

 

Κάτγκαλ

 

Κάτγκαλ ονομάζεται η πολίχνη των δυόμιση χιλιάδων κατοίκων που φωλιάζει στο νότιο άκρο της Κχβοσγκόλ. Αποτελεί τη μόνη αξιοσημείωτη συγκέντρωση ανθρώπων σε ακτίνα εκατό χιλιομέτρων και, για μας, μια σπάνια ευκαιρία να βρούμε ψάρι.

 

Αν έχεις ξεκόψει με το κρέας εδώ και χρόνια όπως συμβαίνει στην περίπτωση μας, οι διατροφικές επιλογές στη Μογγολία είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Εκτός της Ουλάν Μπατόρ, τα διαθέσιμα λαχανικά περιορίζονται συνήθως σε ρίζες, ήτοι πατάτες, σκόρδα, κρεμμύδια και, σπάνια και πού, κάνα καρότο.

 

Εννοείται ότι πριν αναχωρήσουμε από την πρωτεύουσα, εκτός από όσπρια, μακαρόνια, ρύζι και κονσέρβες, φουλάραμε το τζιπ (υπό την επίβλεψη του  μάλλον απορημένου Μπίχε) και με μια ευρεία ποικιλία νωπών λαχανικών τα οποία λόγω ψύχους διατηρούνται θαυμάσια εκτός ψυγείου. Δεν χάνουμε ωστόσο την ευκαιρία, αν και όποτε αυτή παρουσιάζεται, να διευρύνουμε τη διατροφική μας γκάμα, καλή ώρα όπως τώρα, με την αγορά πέρκας αλιευμένης από τη λίμνη, φρέσκιας για άμεση κατανάλωση, καθώς και καπνιστής για τις επόμενες μέρες.

 

Και μετά  τις προμήθειες, σειρά έχει μια βόλτα το δειλινό στις γειτονιές του Κάτγκαλ.

 


 

Για τα σκόρπια σπίτια του στην ομίχλη.

 


 

Για έναν καφέ, παρέα με τους ντόπιους.

 


 

Μα πάνω απ’ όλα για τη χάρη των αλόγων του.

 

 


 

(Άχ αυτά τα άλογα της Μογγολίας, τι έρωτας κι αυτός…!)

 


 

Όσο για ύπνο, γραμμή στον «γιουρτομαχαλά» του χωριού δυο βήματα από τη λίμνη. Στη συνήθη τιμή των δέκα χιλιάδων τουγκρούγκ, ήτοι κάτι σαν έντεκα-δώδεκα ευρώ, θα κοιμηθούμε οι δυο μας, ο Ζυρ κι εγώ, σε μια κλασική εξάκλινη γιούρτα, όλη δική μας. 

 


 

Σαν ζάχαρη άχνη

 

Πήραμε πάλι το δρόμο νωρίς το πρωί. Με την πυξίδα να δείχνει κατ’ ευθείαν νότια αυτή τη φορά.

 

Το τοπίο μοιάζει πεδινό αλλά δεν είναι. Η μογγολική στέπα εκτείνεται στην πραγματικότητα σ’ ένα γιγάντιο οροπέδιο με μέσο υψόμετρο το ενάμιση χιλιόμετρο.

 

 

Όσο για τη σημερινή διαδρομή, αυτή κυμαίνεται περί τα χίλια οκτακόσια με δύο χιλιάδες μέτρα, μ’ έναν γύρω ψηλότερους λόφους  σμιλεμένους με πλαγιές απαλές και πασπαλισμένους ολόφρεσκο χιόνι σαν ζάχαρη  άχνη. Ένα όνειρο!

 


 

Γη κι ελευθερία


Και τώρα εσύ που γνωρίζεις τα πολλά, μήπως ξέρεις να μου πεις πώς περιγράφεται το μεγαλείο του κενού; Πώς φυλακίζεται σε λέξεις το άφατο του αχανούς;

 


Το χρυσοκάστανο χαλί της φθινοπωρινής στέπας


 

 

τα τάματα των ταπεινών


 

 


Οι γιούρτες των νομάδων, λευκές σημαδούρες ριγμένες τυχαία στην απεραντοσύνη


 


Ο σποραδικός μοτοσικλετιστής, Μογγόλος easy rider των ανοιχτών εκτάσεων


 


Τα κοπάδια στην πρωινή αχλή

 


 

που σαλαγάει ο αλογατάρης με τη φαιά τη χλαίνη, τη φαρδιά ζωστήρα και τις βαριές δερμάτινες μπότες.  


 

 

Το πέταγμα του γερακιού κι ο καλπασμός του αλόγου.  


 

 

 

Γη κι Ελευθερία.  ΓΗ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ! 

 


Τα ξίγκια

 

Ο Μπίχε είναι εκπληκτικός οδηγός κι ακόμα εκπληκτικότερος ιχνηλάτης.

 

Πώς ξέρει πάντα, μα πάντα, να διαλέγει τις σωστές ροδιές ανάμεσα στις δεκάδες που διατρέχουν το οροπέδιο, χωρίς να διστάζει ούτε στιγμή;

 

Τι διακρίνει άραγε όταν αφήνει τις πατημασιές των άλλων και προτιμάει να τρέχει παράλληλα ή και να εγκαταλείπει κάθε χαραγμένη πίστα για να ανοίξει νέο δικό του «δρόμο», σε απάτητα μέρη;

 

 

Και πώς γίνεται να μην κολλάει πουθενά και να μην χάνεται ποτέ; Μυστήρια πράγματα.

 

Έχουμε σταματήσει έξω από μια γιούρτα. Ένα κοριτσάκι στέκει μπροστά στην πόρτα.

 

Μετά από ένα λεπτό συνομιλίας μαζί του, ο Μπίχε μας κάνει νόημα να πλησιάσουμε.

 

Εκτός από την πενταμελή οικογένεια, μέσα στη γιούρτα μας υποδέχεται η εξολοθρευτική μυρουδιά (παραλίγο να γράψω αποφορά…) του αρνιού που βράζει σε μια τεράστια μαρμίτα ακουμπισμένη πάνω στη ξυλόσομπα. Κρέας, κόκκαλα, συκώτια, ξίγκια (κυρίως αυτά...), όλα μαζί ατάκτως ερριμμένα.  Ένα μπλιαχ!

 


 

Σχεδόν αμέσως μας γίνεται αντιληπτό ότι, εκτός ίσως από το να μας δείξει και κάτι από φολκλόρ, κύριος σκοπός του οδηγού μας γι αυτή τη στάση είναι απλά να ντιρλικώσει.

 

Κάτι λέει στη γυναίκα με το όμορφο κουρασμένο πρόσωπο που αμέσως του σερβίρει  ένα μπολ ζωμό από το βραστό σίχαμα. Ο Μπίχε το χλαπακίζει εν ριπή οφθαλμού, πλαταγίζοντας στο τέλος με ικανοποίηση τη γλώσσα, για να ριχτεί στη συνέχεια με ακόμα μεγαλύτερη βουλιμία πάνω στα ξίγκια και τα συκώτια.

 

Διαβλέποντας τον κίνδυνο να κοντοζυγώνει, προσπαθώ να σκεφτώ στα γρήγορα κάποιον τρόπο να ξεγλιστρήσουμε νηστικοί χωρίς να προσβάλουμε.

 

Μάταια. Τι να τους πω και σε ποιά γλώσσα;

 

Ήδη σύσσωμη η οικογένεια μας καλεί με νοήματα να κοπιάσουμε.  

 

Στον πανικό μου έρχεται να προστεθεί και κάτι που έχω διαβάσει παλιότερα σχετικά με τα μάτια του αρνιού που προσφέρονται, και καλά,  ως ύψιστο έδεσμα στους ξένους.

 

Έχει γούστο να μας βρει κι αυτό το κακό!

 


 

Όπου σαν από μηχανής θεός, μας σώζει την ύστατη στιγμή ο Μπίχε πετώντας διάφορα ακατάληπτα στα μογγολικά (υποθέτω κάτι του στυλ  «ασ' τους αυτούς, μέρες τους κουβαλάω και τους ξέρω καλά, πρόκειται για δυο βλαμμένους που δεν τρώνε κρέας, παρά βόσκουν μονάχα χόρτα όπως τα κοπάδια μας»). Ο,τι κι αν είπε τέλος πάντων, η παρέμβαση έχει ως ευτυχές αποτέλεσμα να σταματήσουν πάραυτα οι προτροπές για συμμετοχή στο αρνίσιο γεύμα, κι αντ’ αυτού μας να μας σερβιριστεί ένα νοστιμότατο τυρί, συνοδεία του παραδοσιακού μογγόλικου αλμυρού τσαγιού με βούτυρο γιακ (αρκετά εύγεστο παρά το παράδοξο του συνδυασμού). Ουφ, φτηνά την γλιτώσαμε!

 


 

Σιν Ιντέρ

 

Δυο-τρεις βασικοί χωματόδρομοι.

 

Λίγα σκόρπια σπίτια.

 

Ένας μικρός βουδιστικός ναός.

 

Και μια τράπεζα(!). 

 

Και έξω από τον μοναδικό  ξενώνα, παρκαρισμένο το αυτοκίνητο του Άλεξ και της Έλι.

 

Ξανασμίγουμε με χαρές και πανηγύρια, κι αμέσως μετά γραμμή για βόλτα.

 


Απίστευτη η παγωνιά. Ο ήλιος λούζει τα πάντα και δεν ζεσταίνει τίποτε.

 

Δεν θέλω ούτε να σκέφτομαι τι θερμοκρασίες θα κάνει εδώ τον χειμώνα.

 

Φοράμε βαριά μπουφάν, κασκόλ, σκουφιά και κοφτά γάντια κι όμως ακόμα και τα δάχτυλα που περισσεύουν έχουν κοκκαλώσει, τόσο που δυσκολεύονται να πατήσουν το κλικ της φωτογραφικής. Ώρα για καφέ!

 

 


 

Προηγουμένως είπα ότι καταλύσαμε σε ξενώνα αλλά μάλλον στάθηκα υπερβολική στον χαρακτηρισμό.

 

Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα χάνι της συμφοράς, άθλιο, μίζερο και καταθλιπτικό, απ’ αυτά που μόνο η υποσαχάρια Αφρική κατέχει συνήθως την πατέντα. Να όμως που υπάρχει και σε μογγολική παραλλαγή.

 

 

Η ιδιοκτήτρια, που σ’ ένα υποθετικό κάστινγκ θα αποσπούσε μετ’ επαίνων το ρόλο της τσατσάς σε φτηνό μπουρδέλο ασιατικής κοπής, θέλει να πληρωθεί τα καθιερωμένα δέκα χιλιάδες τουγκρούγκ της διανυκτέρευσης πριν καν μπούμε στο δωμάτιο.  (Το γιατί το καταλάβαμε αμέσως μετά…).

 


Αφού λοιπόν της τα δίνουμε (τι να κάναμε δηλαδή; Μήπως έχουμε κι άλλη επιλογή;), τα μετράει επιμελώς δυο φορές, κι ατάκα κι επί τόπου μας ανακοινώσει απαθώς ότι θέρμανση γιοκ καθώς τα ξύλα της τελειώσανε.

 

Πράγμα που μεταφράζεται ότι θα κοιμηθούμε σε θερμοκρασία περιβάλλοντος χώρου, κι όποιος αντέξει… Τι καλά! Θα σε θυμόμαστε μαντάμ, να είσαι σίγουρη, να ’χουμε να λέμε και να γράφουμε όταν με το καλό επιστρέψουμε στα πάτρια.

 


 

Για την ώρα όμως είμαστε εδώ στο Σιν Ιντέρ , στη Μογγολία, και δεν πρόκειται να επιτρέψουμε σε καμία ξενοδόχα με φάτσα ματρόνας να μας χαλάσει τη διάθεση.

 

Θα ενώσουμε τις δυνάμεις μας με τους ομοιοπαθείς Άλεξ και Έλι, θα φτιάξουμε τις σούπες και τα τουρλού μας για να ζεσταθούμε, θα φάμε παρέα, θα γελάσουμε και θα πιούμε, και χωμένοι με τα ρούχα στους υπνόσακους μια χαρά θα κοιμηθούμε. (Συνεχίζεται)

 

Επόμενα επεισόδια του μογγολικού οδοιπορικό:

- Από τη Λευκή Λίμνη (Τσαγκάαν Τεργκιίν Νουούρ) στην Καρκορίν, παλιά πρωτεύουσα του Τζέγκις Χαν

- Περιπλανώμενοι στην έρημο Γκόμπι

 

Για περισσότερες φωτογραφίες: Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν | Πάμε γι' άλλα...

Διαβάστε επίσης: ΜΟΓΓΟΛΙΑ 1, ΔΡΟΜΟΙ ΠΟΥ ΔΙΑΤΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΑΧΑΝΕΣ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

Ακούστε: ΜΟΓΓΟΛΙΑ - LIVE | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν