ΖΙΜΠΑΜΠΟΥΕ 1 - ΒΙΚΤΟΡΙΑ ΦΟΛΣ, Ο ΚΑΠΝΟΣ ΠΟΥ ΒΡΟΝΤΑ

Front Picture: 

Τα κατάφερα! Σιγά το κατόρθωμα δηλαδή, μια χαρά στέρεος βράχος είναι, με άνετο χώρο για πέντε-έξι ανθρώπους. Ένας απόλυτα συνηθισμένος βράχος, που θα μπορούσε να βρίσκεται οπουδήποτε. Στον Υμηττό ας πούμε, ή στη Ραφήνα. Με τη διαφορά ότι αυτός εδώ προσφέρει θέα σ’ ένα από τα μεγαλειωδέστερα τοπία του πλανήτη:  Τους καταρράκτες Βικτόρια. Αρκεί να μην σκέφτομαι την άβυσσο που χάσκει από κάτω. Εκεί είναι όλο το πρόβλημα. Στο μυαλό. Εκεί όπου, μαζί με τα όνειρα, κατοικούν και όλοι οι φόβοι.

 

Κείμενο: Ισαβέλλα Μπερτράν 

Φωτό: Κώστας Ζυρίνης 

 

Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, τεύχος αρ. 186 /01.11.2003 



Εν αρχή ην ένας απαλός, συγκεχυμένος ψίθυρος, που πλησιάζοντας προς το κέντρο του οικισμού Βικτόρια Φολς μετεξελίσσεται σιγά σιγά σε μια αδιάλειπτη υπόκωφη βουή. Σαν κάποιο αόρατο μπάσο να κρατάει μονίμως το ίσο πίσω από τις κουβέντες των ανθρώπων στα μαγαζιά, το κορνάρισμα του ταξιτζή σε άγρα πελατών, το σούρσιμο της σκούπας του οδοκαθαριστή στο πεζοδρόμιο. 

 

 Λες και πρόκειται για μια ατέρμονη ηχητική μπάντα που τυλίγει σαν ρούχο κάθε δραστηριότητα της μικρής κωμόπολης. Τόσο επαναλαμβανόμενη που σύντομα τη συνηθίζεις, κι από ένα σημείο και πέρα παύεις ουσιαστικά να την προσέχεις. Μέχρι που την ξεχνάς ολότελα. Για να τη θυμηθείς ξανά μετά τη δύση καθώς σβήνοντας ένας ένας οι ήχοι της ημέρας, συνειδητοποιείς τον ένα και μοναδικό που δεν σταματάει ποτέ.

 

Είναι η ώρα όπου η βουή του καταρράκτη παύει ν’ αποτελεί διακριτικό ηχητικό φόντο και εφορμά στο προσκήνιο, κατακλύζοντας τη σιγαλιά της νύχτας. Κι ας απέχει το ποτάμι κάπου ενάμιση χιλιόμετρο από τον καταυλισμό. Κι έχει κάτι από καράβι που αρμενίζει μεσοπέλαγα με τις μηχανές του στο φουλ αυτός ο νανουριστικός υδάτινος βόμβος, ενώ εσύ ξαπλωμένος μέσα στον υπνόσακο σαν σε σεζ λονγκ στο κατάστρωμα της πρώτης θέσης βυθίζεσαι αργά κι απολαυστικά σε όνειρα ρευστά και ταξιδιάρικα.


Ύστερα, το επόμενο πρωί όταν ξυπνάς, δεν είναι μονάχα η βουή στ’ αυτιά σου που υποδηλώνει την εγγύτητα του καταρράκτη, παρά έχουν προστεθεί παντού και τα υγρά του ίχνη κατά τη διάρκεια της νύχτας. Τον ανασαίνεις πια στο νωπό αέρα, τον νοιώθεις πάνω σου στην υγρασία που έχει ποτίσει τα ρούχα σου, σχεδόν τον πιάνεις με τα χέρια σου καθώς συλλέγεις τις σταγόνες του γύρω σου, ακόμα και από το εσωτερικό του αντίσκηνου.

 

Κι ενώ βαδίζεις τα μονοπάτια που θα σε οδηγήσουν σ’ αυτόν, τον προαναγγέλλει η απότομη αλλαγή της βλάστησης, όλο και πιο πυκνή, πληθωρική, οργιαστική, με την υπερβολή των τροπικών να πλέκει πράσινα παραπετάσματα και να σου φράζει το βλέμμα από παντού, σε απόλυτη αντίθεση με τις λιτές ανοικτές εκτάσεις της σαβάνας που διέσχιζες τις προηγούμενες ημέρες. Κι όλη αυτήν την ώρα, ν’ αναρωτιέσαι, μα που βρίσκεται τέλος πάντων αυτός ο περίφημος καταρράκτης; Ώσπου ...


ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΩΡΑ


Η πινακίδα “Cataract View”, το ξέφωτο, και …. και τι να πεις από κει και πέρα γι αυτόν τον ισοπεδωτικό υδάτινο όγκο που κατακρημνίζεται μπροστά σου, αφρίζοντας, και ψεκάζοντας, εφορμώντας στο βάραθρο με τον βρυχηθμό χιλιάδων αφηνιασμένων αλόγων, αυτήν την υγρή αυλαία, τη στεφανωμένη ουράνια τόξα, με υποβλητική υπόκρουση τον κρότο μιας ατέρμονης βροντής, ένα εκκωφαντικό μουγκρητό εργοστασίου, που σ’ υποχρεώνει σχεδόν να ξελαρυγγιαστείς για ν’ ακουστείς από τον διπλανό σου έστω και σε δύο μέτρα απόσταση.


- Τι πλάτος είπες πως έχουν οι καταρράκτες Βικτόρια;

- Γύρω στα χίλια εφτακόσια μέτρα.

- Και του Νιαγάρα;

- Λιγότερο από χίλια.

- Και τι ύψος πτώσης έχουν τα νερά εδώ πέρα;

- Πάνω από εκατό μέτρα, μιάμιση φορά αυτό του Νιαγάρα.

- Κι ο όγκος τους;

- Τριπλάσιος και βάλε. Πεντακόσια σαράντα εκατομμύρια λίτρα το λεπτό κατεβάζει ο Ζαμβέζης ενώ ο Νιαγάρας εκατόν εβδομήντα με το ζόρι.

- Και γιατί λοιπόν μόλις προφέρεται η λέξη «καταρράκτης» αυτόματα στο μυαλό των περισσότερων σχηματίζεται αντανακλαστικά η λέξη «Νιαγάρας»;

- Για τον ίδιο λόγο που όταν ακούς τις λέξεις «διεθνής τρομοκρατία» συνειρμικά ο νους σου πάει στην Αλ Κάιντα αντί  ως όφειλε να πάει στις ΗΠΑ ή στις τράπεζες. Αμερικάνικη πλύση εγκεφάλου. Γιατί ο Νιαγάρας έχει καλύτερο μάρκετινγκ, θέλει κι ερώτημα;


Όσο γι αυτό κανένας αντίλογος. Κι επειδή την αξία του μάρκετινγκ φαίνεται πως την κατάλαβαν έγκαιρα και οι Ζιμπαμπουανοί, έκαναν για χάρη του την καρδιά τους πέτρα και αντισταθήκανε στον πειρασμό της αλλαγής του ονόματος των καταρρακτών από το αποικιοκρατικό Βικτόρια Φολς σε Μόσι-όα-Τουνία  όπως ήταν το παλιότερο αφρικανικό τοπωνύμιο. 

 

Γιατί ναι μεν  η αφρικανική ονομασία  που ελληνικά αποδίδεται ως «Ο Καπνός Που Βροντάει», είναι ασύγκριτα πιο ταιριαστή και ποιητική, έλα όμως που η διεθνής τουριστική πιάτσα, και δη η βρετανική, δεν χαμπαριάζει από τέτοιου είδους καλλιτεχνικά.

 

Βικτόρια Φολς σου λέει βάφτισε τους καταρράκτες ο δικός μας ο Λίβινγκστον προς τιμή της ένδοξης βασίλισσάς μας, μ’ αυτό το όνομα καταξιώθηκαν κι έγιναν διάσημοι στη Δύση. Αν πάτε τώρα και τους αλλάξετε τη φίρμα, αυτόματα πετάτε κι όλα τα εμπορικά οφέλη του trade mark.  Μέχρι οι υποψήφιοι τουρίστες από το Μάντσεστερ ή το Νιουκάστλ να αντιληφθούν ότι πίσω από τις δυσπρόφερτες συλλαβές Μόσι-όα-Τουνία κρύβεται στην πραγματικότητα το σήμα κατατεθέν της πάλαια ποτέ βρετανικής αποικίας της Ροδεσίας, τότε το πιθανότερο είναι πως οι μισοί τουλάχιστον θα έχουν στο μεταξύ διαλέξει άλλον προορισμό για τις διακοπές τους.


Κατόπιν τούτου, και μπροστά σε μια τέτοια ακαταμάχητη πραγματιστική επιχειρηματολογία, δεν μπορούσαν παρά να εξαιρεθούν οι καταρράκτες από την γενική πολιτική των μετονομασιών που επακολούθησαν της ανεξαρτησίας της Ζιμπάμπουε το 1980 και να παραμείνουν αμετακίνητα «Βικτόρια Φολς». Όπως εξάλλου κι ο ομώνυμος γειτονικός οικισμός που ζει και αναπνέει  – από τι άλλο; – από τον τουρισμό.


Από τον τουρισμό; Ποιον τουρισμό;

 

Με την υφέρπουσα πολιτική κρίση στη Ζιμπάμπουε από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα, και τη συνεχή κλιμάκωσή της έως σήμερα, ο λευκός τουρίστας φιγουράρει πλέον στη λίστα των προστατευόμενων ειδών υπό άμεση απειλή εξαφάνισης.  Κάτι σαν το λευκό ρινόκερο δηλαδή.

 

(Παρένθεση: εδώ εννοείται ο τουρίστας ως αγελαίο είδος, να το διευκρινίσουμε αυτό. Που ως αγελαίο, είναι και κατ’ εξοχήν επιρρεπές στο να καταπίνει αμάσητη τη συνήθως κατευθυνόμενη, και πάντως άκρως επιλεκτική ειδησεογραφία. Μια ειδησεογραφία ικανή ωστόσο, με τη σωστή δόση κινδυνολογίας και υπερβολής ν’ αδειάζει μια χώρα από ξένους επισκέπτες κατά το δοκούν, επιδεινώνοντας - με καθόλου αθώους σκοπούς εννοείται  - μια ήδη δοκιμαζόμενη οικονομία. Κλείνει η παρένθεση). 


Έτσι, μερικά μεμονωμένα κρούσματα βίας κατά λευκών μεγαλοκτηματιών, με την κατάλληλη διόγκωση και την υποβολιμαία προβολή τους ως τάχα γενικευμένη απειλή, έστειλαν τα ξένα γκρουπ να ξοδέψουν το συνάλλαγμά τους σ’ άλλη γη σ’ άλλα μέρη. Όσοι πάντως λιγοστοί ταξιδιώτες δεν πτοηθήκαμε (και καλώς) από τα αποθαρρυντικά για τη Ζιμπάμπουε δελτία ειδήσεων απολαμβάνουμε τώρα το απαράμιλλο τοπίο σε άκρως προνομιακές συνθήκες ιδιωτικότητας. Λες και όλο αυτό το φυσικό υπερθέαμα έχει στηθεί για τη χαρά των ματιών μας και μόνο.


ΟΧΙ ΥΣΤΕΡΙΕΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ!


Danger Point” αναγγέλλει το προφανές η σχετική πινακίδα, υποδηλώνοντας το βράχο που αιωρείται μεταξύ ουρανού και χάους, αφύλακτος κι ανοιχτός πανταχόθεν.

 

Και μόνο στη θέα αυτής της προεξοχής που χάσκει πάνω από τον κατακόρυφο εκατόμετρο βάραθρο μου κόβονται αυτομάτως γόνατα, ύπατα και ανάσα, γνωρίζοντας με μαθηματική βεβαιότητα το τι πρόκειται να επακολουθήσει. Αρχής γενομένης από τη εκ του περισσού στιχομυθία, από την οποία εν τούτοις δεν καταφέρνω να απόσχω, παρά τη δεδομένη ματαιότητά της.


- Μην πας πολύ στην άκρη, εντάξει;

- Α, μην αρχίσεις τις υστερίες, σε παρακαλώ!

- Μα αφού μια χαρά φαίνεται ο καταρράκτης κι από δω. Τι παραπάνω θα φωτογραφήσεις δηλαδή από τον βράχο;

- Έλα, κάνε μου τη χάρη, μην κάνεις σαν μικρό παιδί!


Ελλείψει άλλων δυνατοτήτων παρέμβασης, υποτάσσομαι στο αναπόφευκτο και παρακολουθώ τον Κώστα να κατευθύνεται προς το χείλος, ενώ την ίδια στιγμή νοιώθω το στομάχι μου να παίρνει την ανιούσα.

 

Ένας αλλοδαπός, με μπλουζάκι μουσκεμένο από τον συνεχή ψεκασμό κι ένα σαρόνγκ τυλιγμένο γύρω από τη μέση του, στέκεται από ώρα ακίνητος στην άκρη του επίμαχου βράχου με το βλέμμα στραμμένο προς την άβυσσο. Ξαφνικά σηκώνει τα χέρια σε ανάταση, κι αρχίζει να παίρνει βαθιές ανάσες σαν να ετοιμάζεται να δώσει βουτιά με το κεφάλι στο κενό. Ε αυτό πια δεν το αντέχω. Κλείνω τα μάτια αποκαμωμένη από τον ίλιγγο, για να τα ξανανοίξω σχεδόν αμέσως από το ουρανόμηκες ουρλιαχτό. Πάει έπεσε!


Όχι, όχι, ευτυχώς, ο νεαρός ξένος παραμένει ακόμα εκεί, στη θέση του.

 

Δεν αυτοκτόνησε, δεν παραπάτησε, ούτε τον έσπρωξε κανείς.

 

Απλά έχει γυρίσει τώρα την πλάτη του στον καταρράκτη και με τα χέρια διάπλατα ανοιχτά σαν φτερούγες ουρλιάζει εκστασιασμένος.

 

Κι είναι μια κραυγή που βγαίνει από πολύ βαθιά, ένα ξέσπασμα θριάμβου και άγριας χαράς, μια πανηγυρική ιαχή αγαλλίασης και λύτρωσης μαζί.

 

Αγαλλίαση για το στόχο που εκπληρώθηκε φτάνοντας ως εδώ - ένα εδώ που ποιος ξέρει πόσα χρόνια μπορεί να ονειρεύτηκε. Και λύτρωση γιατί κατάφερε να κάνει αυτό που ίσως μέχρι χτες δεν τολμούσε ούτε καν να σκεφτεί: Να πάει να σταθεί εκεί στην άκρη. Στην άκρη του φόβου του. Και να τον νικήσει. Ναι, γι αυτό ουρλιάζει, είμαι σίγουρη.

 

Και τότε ξαφνικά θέλω να πλησιάσω κι εγώ εκεί να κοιτάξω κάτω όπως έκανε αυτός, τώρα είναι η ευκαιρία να ξεπεράσω μια για πάντα αυτήν τη βλακώδη υψοφοβία, πού αλλού αν όχι εδώ; 

 

Οπότε είναι η σειρά του Κώστα να μου βάλει τις φωνές: πρόσεχε, μην πας πολύ στην άκρη, γλιστράει του θανατά! Καθώς και η δική μου να πάρω την εκδίκηση μου: Έλα, κάνε μου τη χάρη, μην κάνεις σαν μικρό παιδί!


Τα κατάφερα! Σιγά το κατόρθωμα δηλαδή, μια χαρά στέρεος βράχος είναι, με άνετο χώρο για πέντε-έξι ανθρώπους. Πρόκειται εν ολίγοις για έναν απόλυτα συνηθισμένο βράχο, που θα μπορούσε να βρίσκεται οπουδήποτε. Στον Υμηττό ας πούμε ή στη Ραφήνα. Αρκεί να μην σκέφτομαι την άβυσσο που χάσκει από κάτω. Εκεί είναι όλο το πρόβλημα. Στο μυαλό. Εκεί όπου, μαζί με τα όνειρα, κατοικούν και όλοι οι φόβοι. Άμα όμως προσέχω και στέκομαι ήρεμη στη θέση μου γιατί να βρεθώ στο κενό στα καλά καθούμενα; Ας πούμε λοιπόν ότι κοιτάζω τον κόσμο από ψηλά μέσα από το τζάμι κάποιου ουρανοξύστη. Υπάρχει κάποιος κίνδυνος σ’ αυτό; Κανένας απολύτως.


Κατεβάζω αργά το βλέμμα κατά μήκος της πτώσης των νερών, από την κορυφή του καταρράκτη απέναντί μου, μέχρι τη ρίζα.  Μεγαλείο!

 

Ο βράχος-παρατηρητήριο στέκει ακριβώς πάνω από το σημείο όπου αμέσως μετά την υψομετρική βουτιά των εκατό μέτρων η κοίτη του Ζαμβέζη περιορίζεται από τα χίλια εφτακόσια μέτρα πλάτος σ’ ένα ρήγμα μόλις μερικών δεκάδων μέτρων φάρδους.   Ποιος ξέρει σε τι βάθος βρίσκεται ο πυθμένας του ποταμού στην είσοδο του φαραγγιού για να χωράει να περάσει ένας τέτοιος όγκος νερού μέσα από αυτόν τον στενό λαιμό μπουκαλιού!

 

Εκείνη τη στιγμή η ματιά μου εντοπίζει μια κίτρινη κουκκίδα που κινείται εν μέσω δινών παράλληλα με τη γραμμή πτώσης των νερών και σε απόσταση αναπνοής από την υδάτινη κουρτίνα. Μια μηχανοκίνητη λέμβος με επιβάτες! Που βρέχονται στα νερά του μεγαλύτερου ντους του πλανήτη!

 

Κι ακριβώς αντικριστά, από την άλλη πλευρά του ρήγματος, η Ζάμπια. Με μια χούφτα επισκέπτες να χαζεύουν πάνω από τον γκρεμό, κρεμασμένοι κι αυτοί όπως εμείς από έναν αντίστοιχο βράχο, τον αποκαλούμενο Knife Edge Point, ήτοι η Άκρη του Μαχαιριού.



Θα περάσουμε απέναντι αύριο; Και βέβαια θα περάσουμε, τι διάολο. Πώς αλλιώς να θεωρήσεις ολοκληρωμένη την επίσκεψή σου στον Καπνό Που Βροντά αν δεν του αποτίσεις φόρο τιμής κι από την μεριά της Ζάμπια;

 

Αν δεν διαβείς τον Ζαμβέζη πάνω από τη σιδερένια γέφυρα Βικτόρια (κι αυτή!) που ενώνει τις δύο όχθες του από εκατόν έντεκα μέτρα ύψος;

 

Αν δεν παρακολουθήσεις τους τζάνκι της αδρεναλίνης να πηδάνε από εκεί με τα πόδια δεμένα απ’ ένα σκοινί, σ’ ένα από τα θεαματικότερα bungee jumping, και να τραμπαλίζονται πάνω από τα αφρισμένα νερά του ποταμού και τα κεφάλια των ράφτερς που τον κατεβαίνουν κωπηλατώντας;


Αν δεν περπατήσεις το μικρό γεφυράκι που οδηγεί στην Άκρη του Μαχαιριού εν μέσω ενός σπρέι τόσο ισχυρού που θα πρέπει να παραιτηθείς από κάθε σκέψη για φωτογράφηση εφόσον δεν διαθέτεις αδιάβροχη μηχανή;

 

Αν δεν ονειροπολήσεις για λίγο στην καταπράσινη όχθη του Ζαμβέζη, πενήντα μόλις μέτρα πριν από τη χαώδη πτώση του, εκεί όπου το ποτάμι κυλάει ακόμα γαλήνιο και ράθυμο και τίποτε πέρα από τη βουή δεν προδίδει το επερχόμενο χάσμα;

 

Αν τέλος δεν πας και μια βόλτα μέχρι το Λίβινγκστον, όχι επειδή πρόκειται για κάποια σπουδαία πόλη με ιδιαίτερα αξιοθέατα, αλλά έτσι, για μια τζούρα από Ζάμπια. Ίσα για να χαζέψεις λιγάκι στην αγορά και να περπατήσεις στους δρόμους της μικρής επαρχιακής αφρικανικής πόλης που διαθέτει ευτυχώς αρκετή ντόπια εμπορική κίνηση ώστε να μην επηρεάζεται τόσο από την περίοδο των ισχνών τουριστικών αγελάδων.



ΔΥΟ ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΕΣ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ


Η θέση του πιλότου και μία δεύτερη δίπλα του για έναν και μοναδικό επιβάτη.

 

Ο έλικας, ένας πίνακας ελέγχου με μερικά υποτυπώδη όργανα, και μια ζώνη που σε κρατάει δεμένο στο κάθισμά σου. Ο ομφάλιος λώρος σου με τη ζωή. Κατά τα λοιπά, το όχημα είναι παντελώς καμπριολέ. Ούτε πόρτες ούτε παράθυρα. Μία μοτοσικλέτα αέρος. Σαν να ταξιδεύεις δικάβαλο στον ουρανό.

 




Ο «στόλος» αποτελείται από δύο όλα κι όλα εν λειτουργία αεροπλανάκια-παιχνίδια. Ένα πράσινο κι ένα κίτρινο. Βλέπω και κάποια άλλα μισολυμένα και παροπλισμένα σε μιαν άκρη. Λες να πέφτουν ένα-ένα και να τ’ αποσύρουν μετά την πτώση τους; Άσε καλύτερα, ας μην ρωτήσω.

 

Σαν σε λούνα παρκ. Τρία τέταρτα βόλτα σε μια από τις συναρπαστικότερες και πιο επικίνδυνες πτήσεις που θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ.

 

Αν κάποιος μέχρι χθες μου έλεγε ότι θα πετούσα εγώ μ’ αυτόν τον ιπτάμενο ανεμιστήρα με τη δική μου βούληση, θα τον αποκαλούσα τρελό για δέσιμο.

 

Τώρα όμως, μετά την ευτυχή εμπειρία του γκρεμού, δεν με σταματάει  πλέον τίποτε.

 

Εξάλλου δυο μέρες θαύμασα τους καταρράκτες ανφάς, προφίλ, διαγωνίως και καθέτως, να χάσω τέτοια ευκαιρία να τους δω κι από πάνω; Αβάντι πόπολο λοιπόν! 


- Θα πετάξεις;

- Και βέβαια θα πετάξω. Πως αλλιώς θ’ απαθανατίσουμε ο ένας τον άλλο  να περιπολούμε σαν τις μύγες πάνω από τους καταρράκτες;


Για περισσότερες φωτογραφίες:

http://www.zyrinis.gr/el/image/country/174

Διαβάστε επίσης:

ΖΙΜΠΑΜΠΟΥΕ 2 - ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΤΟΝΓΚΑ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

ΖΙΜΠΑΜΠΟΥΕ 3 - ΜΑΤΟΠΟΣ, Η ΓΛΥΠΤΙΚΗ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν