ΑΙΓΥΠΤΟΣ 1 - ΚΑΙΡΟ, ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΔΙΧΩΣ ΤΕΛΟΣ

Front Picture: 

 

Όπου κι αν πλανηθεί το βλέμμα πέρα από τα κανόνια της παλιάς ακρόπολης, στην ίδια γριζοκίτρινη πλημμυρίδα από ταράτσες θα προσκρούσει, σποραδικά σπαρμένη με ψηλόλιγνους μιναρέδες, σαν ιστοί καραβιών ακινητοποιημένων από την άπνοια. Ιμπν Τουλούν, Αλ Αζάρ, Αρ Ριφάι,  Σουλτάν Χασάν: αχνά περιγράμματα τζαμιών και μαυσωλείων που χάνονται κι αυτά μέσα στην αχλή της σκόνης και της μεσημεριανής λαύρας. 

 

Κείμενο: Ισαβέλλα Μπερτράν

Φώτο: Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

 

Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, τεύχος 110/18.05.2002 


http://www.africansafarico.com/wp-content/uploads/2011/12/Egypt.jpg


Μια κάψα πυκνή, σχεδόν χειροπιαστή, σκεπάζει τα πάντα. Δεν την νοιώθεις μόνο στο φλογισμένο σου πρόσωπο ή στα κολλημένα από τον ιδρώτα ρούχα, μα σαν να την βλέπεις κι όλας να ξεπηδάει από κάτω κατά κύματα, βγαλμένη κατ’ ευθείαν από τα πυρακτωμένα σωθικά της ασφάλτου, μέσα από τους ξεκοιλιασμένους δρόμους των φτωχογειτονιών και το ξεραμένο χώμα των στενοσόκακων, όπου αντηχούν το γέλιο και τα ξεφωνητά των παιδιών.

 

Και μένεις ακίνητος να την παρακολουθείς καθώς ανηφορίζει αργά προς το μέρος σου, συμπαρασύροντας μαζί της τη σάπια μυρουδιά από χυμένα μπουγαδόνερα, την τσίκνα των αρνίσιων κεμπάμπ που ψήνονται υπαίθρια κι ένα διάχυτο βαρύ άρωμα από κάρδαμο και σαφράν. Και στο τέλος μέχρι που νομίζεις πως την ακούς. Ναι, την ακούς, σαν ένα συγκεχυμένο κόχλασμα μέσα στο ξαναμμένο σου κεφάλι. Ένας βόμβος στ’ αυτιά σου σαν από σμήνος εντόμων, ανάκατα με την οχλοβοή της πόλης, την κακοφωνία των κλάξον, την αραβοντίσκο και τους αμανέδες που ξεχύνονται από τα τρανζίστορ, αντάμα με το ηχογραφημένο σε κασέτα  μακρόσυρτο σπαρακτικό κάλεσμα του μουεζίνη προς τους πιστούς για τη μεγάλη προσευχή της Παρασκευής.


 


ΕΞΑΠΛΩΣΗ  ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ 

 


Τη δεκαετία του ’70 όταν πήγαινα στο γυμνάσιο, οι καθηγητές γεωγραφίας μας διδάσκανε πως οι πολυπληθέστερες πόλεις του πλανήτη ήταν η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και το Παρίσι, με καμιά δεκαριά εκατομμύρια κατοίκους η κάθε μία. Αριθμοί που δεν έχουν αλλάξει δραματικά από τότε σε ό,τι αφορά στις δύο ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, μα που τις τοποθετούν πλέον σε μάλλον μέτρια σειρά στον πίνακα της παγκόσμιας κατάταξης των μεγαλουπόλεων.


Όσο για τη Νέα Υόρκη, έχει από χρόνια ξεπεραστεί πληθυσμιακά όχι μόνο από το Τόκιο αλλά κι από πολλές άλλες μητροπόλεις όπως το Μέξικο Σίτυ, το Σάο Παόλο ή την Βομβάη, ενώ στη λίστα  προηγούνται κι άλλοι αστικοί γίγαντες, με εκρηκτικούς ρυθμούς ανθρώπινης συγκεντροποίησης, όλοι γεννήματα του λεγόμενου αναπτυσσόμενου κόσμου. Και μεταξύ αυτών, το ξαπλωμένο στα πόδια μου μεγαθήριο, το ατέρμονο Κάιρο.

 

Το Κάιρο που εκτείνεται πλέον σε τρεις από τις είκοσι έξι διοικητικές περιφέρειες της Αιγύπτου, δηλαδή όχι μόνο στην αρχική της Αλ Καχίρα στην ανατολική ακτή του Νείλου, και σ’ αυτήν της Γκίζα στη δυτική όχθη – όπου και οι γνωστές πυραμίδες καθώς και καμιά ογδονταριά χωριά και κωμοπόλεις που σιγά σιγά τις καταπίνει το αστικό τέρας - αλλά και στην αγροτική περιφέρεια της Καλιουμπίγια που εισχωρεί καμιά εξηνταριά  χιλιόμετρα βόρεια μέσα στο δέλτα του Νείλου.


Δεκαεφτά με είκοσι εκατομμύρια άνθρωποι συνωστίζονται πλέον στην ευρύτερη περιοχή της αιγυπτιακής πρωτεύουσας, συγκροτώντας τη μεγαλύτερη συγκέντρωση πληθυσμού της αφρικανικής ηπείρου και τη πολυπληθέστερη πόλη ολόκληρου του ισλαμικού κόσμου.

 

Κανείς δεν μπορεί πια να μετρήσει τους κατοίκους της, καθώς εξακολουθούν να συρρέουν καθημερινά κι άλλοι νεοφερμένοι από κάθε γωνιά της χώρας για να στοιβαχτούν όπως-όπως σε κάθε λογής πρόχειρες κατασκευές.


Από τις φτηνές εργατικές πολυκατοικίες των περιχώρων, του Ελ Μαρτζ στα βόρεια ή του Χελγουάν στα νότια, μέχρι τις χαμοκέλες στην καρδιά της παλιάς πόλης, σε συνοικίες όπως αυτές της Αλ Χιλμίγια, της Νταρμπ-Αλ-Αχμάρ ή της Σαγίντα Ζεϊνάμπ, φτάνουν να διεκδικούν απεγνωσμένα κάποια θέση ακόμα και στα κενοτάφια των αρχαίων νεκροταφείων των Μαμελούκων, στις αποκαλούμενες «Πόλεις των Νεκρών» όπου οι άστεγοι καταληψίες μετριούνται πλέον σε εκατοντάδες χιλιάδες. 

 

Και όλα αυτά στη σκιά  εικοσαώροφων νεόδμητων κτιρίων όπου στεγάζονται υπερπολυτελή γραφεία εταιρειών και κραυγαλέα εμπορικά κέντρα,  δίπλα σε σύγχρονους ανισόπεδους οδικούς κόμβους, λεωφόρους πολλαπλών λωρίδων κυκλοφορίας, αεράτες γέφυρες πάνω από το Νείλο και κοσμοπολίτικα ξενοδοχειακά συγκροτήματα, σε απόσταση αναπνοής από τις αριστοκρατικές συνοικίες της Ζαμάλεκ, των νησιών της Γκεζίρα ή της Ρόντα με τις χλιδάτες βίλες, τους ιππικούς ομίλους και τα γήπεδα τένις.



ΑΛ ΚΑΧΙΡΑ «Η ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ» 

 


Μια αναδρομή στην προϊστορία του Καΐρου γυρίζει το χρόνο πίσω στον πρώτο μ.Χ. αιώνα, όταν η υπερδύναμη της εποχής, δηλαδή οι Ρωμαίοι, έχτισαν  πάνω στην ανατολική όχθη του Νείλου την αποκαλούμενη Βαβυλώνα της Αιγύπτου, έναν αξιοσημείωτο οχυρωμένο οικισμό όπου στους επόμενους πέντε αιώνες άνθισε μια σημαντική χριστιανική κοινότητα κοπτών.

Η σημερινή κοπτική συνοικία του Καΐρου αντιστοιχεί στην ουσία σ’ αυτήν την πρώιμη ρωμαϊκή πολιτεία και είναι κατά συνέπεια η παλαιότερη της πόλης.


Τον χώρο ανατολικά από τα ρωμαϊκά τείχη επέλεξε ο χαλίφης Ομάρ, εισαγωγέας του Ισλάμ στην Αίγυπτο, για να οικοδομήσει το 639 τον δικό του οικισμό, το Φουστάτ, που συμπτύχτηκε στη συνέχεια με τη Βαβυλώνα σ’ ένα ενιαίο διοικητικό κέντρο, ενταγμένο για περισσότερο από δυο αιώνες στη νέα μουσουλμανική τάξη πραγμάτων στη Μέση Ανατολή.


Αυτά μέχρι το 870, οπότε ο κυβερνήτης της Αιγύπτου Ιμπν Τουλούν σήκωσε  το μπαϊράκι της ανεξαρτησίας από το χαλιφάτο της Βαγδάτης, πετυχαίνοντας την αυτονόμηση της χώρας και υπογραμμίζοντας τη δική του προσωπική εξουσία με την ανέγερση μιας νέας πόλης ένα χιλιόμετρο περίπου βόρεια του Φουστάτ, κληροδοτώντας συνάμα το αρχαιότερο και ωραιότερο ίσως τζαμί της πόλης, που φέρει βεβαίως τ’ όνομά του κατά τα σεμνά ήθη των επιφανών αντρών όλων των εποχών.


Έναν αιώνα αργότερα, η σιίτικη δυναστεία των Φατιμίδων, εκ Τυνησίας προερχόμενη, έμελλε να κυριεύσει την αρχαία χώρα των Φαραώ, εγκαινιάζοντας την εξουσία της όπως αρμόζει σε κάθε κατακτητή που σέβεται τον εαυτό του: με την ανέγερση μιας νέας πρωτεύουσας, λίγο πιο βόρεια τόσο του Φουστάτ όσο και της πόλης που έχτισε ο Ιμπν Τουλούν.

 

Αυτή είναι και η ληξιαρχική πράξη γέννησης του Καϊρου που εισβάλει επίσημα πια στην σκηνή της Ιστορίας με το όνομα Αλ Καχίρα, δηλαδή «Η Νικηφόρος»,  με έτος ίδρυσης το 969 μ.Χ. ή αλλιώς  347 χρόνια μετά το έτος της Εγίρας.


ΚΑΙΡΟ ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ 

 


Από εδώ ψηλά στην ακρόπολη, είναι εύκολο να ξεχωρίσεις την παλιά Αλ Καχίρα απ’ όπου ξεκίνησαν όλα και να χαράξεις νοερά τον χάρτη της παλιάς πόλης των Φατιμίδων που σήμερα οριοθετείται από τις τρεις εναπομείνασες - εκ των αρχικά εξήντα – μεσαιωνικές πύλες πρόσβασης: την Μπαμπ-Ελ-Φουτού, την Μπαμπ-Ελ-Ζουγουέιλα και την Μπαμπ-Ελ-Νασρ.   Μα και να μετρήσεις συνάμα πόση μικρή επιφάνεια καταλαμβάνει πλέον μέσα στο σημερινό αστικό κολοσσό.

 

Καθισμένη στην άκρη του τείχους, ατενίζω για πολλοστή φορά το Κάιρο, πλημμυρισμένη με τη παράλογη αλλά και εντονότατη παραίσθηση ότι μπορώ σχεδόν να το παρακολουθήσω να μεγαλώνει κάτω από τα μάτια μου. 


Μια εντύπωση όχι εντελώς ανεξήγητη ωστόσο, αν αναλογιστώ τον αριθμό των επισκέψεών μου εδώ κατά τη δεκαετία του ‘90. Πόσες αλήθεια; Πέντε; Έξι; ο ακριβής αριθμός μου διαφεύγει. Μα γνωρίζω καλά που με ξεβράζει συστηματικά το κύμα μετά από κάθε επανεμφάνιση του συνδρόμου ταξιδιωτικής στέρησης. Καθώς και ποιο είναι το πρώτο φάρμακο αμέσου δράσεως στο οποίο προσφεύγω μόλις με χτυπήσει κατακούτελα εκείνος ο οξύς θανατηφόρος πυρετός της φυγής και δεν υπάρχουν διαθέσιμα λεφτά ή χρόνος για πιο μακρινές και παρατεταμένες περιπλανήσεις. Και η απάντηση ήταν και παραμένει σταθερά η ίδια εδώ και χρόνια: Κάιρο. Ξανά και ξανά.


Τελικά τα συναισθήματα που σου γεννάνε ορισμένοι τόποι είναι όπως οι μεγάλοι έρωτες. Κατ’ αρχάς δεν εξηγούνται, και στη συνέχεια δεν ξεφτάνε μέσα σου παρά αντίθετα φουντώνουν με τα χρόνια. Και βεβαίως όπως συμβαίνει με όλους τους μεγάλους έρωτες, τα πάντα ξεκινάνε από ένα πολύ ισχυρό σοκ. Στην δε περίπτωση του Καΐρου είναι ικανό να σε τρέψει σε φυγή από την πρώτη κι όλας επαφή. Τόσο έντονη και ακραία είναι η αντίφαση της έλξης και της απώθησης που δοκιμάζεις ταυτόχρονα μπροστά σ’ αυτό το εκρηκτικό κοκτέιλ μιας υπερχιλιόχρονης ιστορίας, ορατής σε κάθε σου βήμα, μαζί με τις σύγχρονες σκηνές της πιο απόλυτης ανθρώπινης ανέχειας με ό,τι αυτό συνεπάγεται.


Εικόνες που δεν σ’ αφήνουν να πάρεις ανάσα, καθώς περιδιαβαίνεις χιλιόμετρα συνοικιών όπου τα πιο ποικίλα και εκπληκτικά ιστορικά μνημεία παρακμάζουν ανάμεσα σε σωρούς  σκουπιδιών.


Άνθρωποι και κατοικίδια δείχνουν να συμβιώνουν σε αγαστή σύμπνοια παρέα με ακατονόμαστες οσμές, μέσα σε απερίγραπτα ετοιμόρροπα σπίτια που αρχικά φαντάζεσαι εγκαταλειμμένα μέχρι που αντιλαμβάνεσαι απλωμένα ρούχα στα μπαλκόνια ή κάποιον ένοικο να αδειάζει κι άλλα απορρίμματα στο δρόμο, πετώντας τα με κάθε άνεση από το χωρίς τζάμι παράθυρό του. Ώσπου σταδιακά σε κερδίζει η αφοπλιστική καλοσύνη και η πραότητα αυτών των ανθρώπων που διακόπτουν κάθε στιγμή τις ασχολίες τους για να σε χαιρετίσουν μ’ ένα θερμό Σαλάμ Αλέκουμ.



Την ώρα ας πούμε που εσύ βγαίνεις μαγεμένος από μια επίσκεψη στο τέμενος με την τεράστια αυλή από λευκό μάρμαρο που έχτισε ο τρελός Φατιμίδης σουλτάνος Αλ Χακίμ. Ή ενώ κοντοστέκεσαι για να θαυμάσεις την αρχοντική πρόσοψη του Μπαγίτ ας- Σουχάιμι.  Ή όταν κάθεσαι να ξαποστάσεις για λίγο στα σκαλοπάτια του τζαμιού του Μπαρκούκ με την περίτεχνη είσοδο από μαύρο και λευκό μάρμαρο που κλείνει η βαριά μπρούτζινη πόρτα.

 

Και σε παρασύρουν οι φωνές των παιδιών με τα φωτεινά χαμόγελα που εγκαταλείπουν στο πέρασμά σου τα αυτοσχέδια παιχνίδια τους με παλιά λάστιχα αυτοκινήτων, σκουριασμένα στεφάνια βαρελιών και σούστες σομιέδων, για να σε πάρουν στο κατόπι επιμένοντας να σε ξεναγήσουν στο μαυσωλείο του Καλαούν ή στη μαντράσα του ας-Σαλίχ Αγιούμπ, πριν σε οδηγήσουν στο Σουκ Αλ Ατταρίν με τα ξέχειλα απ’  όλα τ’ αρώματα και χρώματα της Ανατολής παγκάρια.



Και στο τέλος σε κατακτούν όλοι αυτοί οι πάμφτωχοι άνθρωποι που με την ίδια ευκολία κι επιμονή που θα σου διεκδικήσουν μπακσίς, την άλλη στιγμή θα σου προτείνουν να κάτσεις μαζί τους να μοιραστείς ένα ποτήρι τσάι  σερβιρισμένο με τη μεγαλύτερη φυσικότητα του κόσμου δίπλα στο ανοιχτό λούκι της αποχέτευσης, παρέα με δυο κατσίκες και τρία ψωριάρικα σκυλιά.

 

Και όπως συμβαίνει με τα ελαττώματα των προσφιλών σου προσώπων,  φτάνεις στο τέλος ν’ αποδέχεσαι, ακόμα και ν’ αγαπάς σ’ αυτήν την πόλη όλα εκείνα που στην αρχή σε απωθούσανε, μα που σιγά σιγά σου την κάνουν όλο και πιο οικεία κι αναγνωρίσιμη, μέρος κι αυτά της μοναδικής της ταυτότητας.


ΓΙΟΥΣΕΦ ΣΑΛΑΧ-ΕΛ-ΝΤΙΝ 

 


Αν οι εκ Τυνησίας Φατιμίδες θεωρούνται, και δικαίως οι ανάδοχοι του Καϊρου, εκείνος που θα αναλάβει δύο αιώνες αργότερα να δικαιώσει πλήρως το όνομα της πόλης ως «Η Νικηφόρος» είναι επίσης ξένος, κουρδικής καταγωγής αυτή τη φορά.

 

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά: Στα μέσα περίπου του 12ου αιώνα, τίποτε στον ιστορικό ορίζοντα δεν προαναγγέλλει επερχόμενες ημέρες δόξας για το Κάιρο. Το αντίθετο μάλιστα. Πολιορκημένη από τους χριστιανούς σταυροφόρους, η δυναστεία των Φατιμίδων βρίσκεται στο χειρότερό της σημείο. Με εξαίρεση την Αίγυπτο, έχει χάσει όλες τις κτήσεις της στη Μέση Ανατολή, με αποκορύφωμα την απώλεια της Ιερουσαλήμ το 1099 και στη συνέχεια ολόκληρης της Παλαιστίνης.


Σε κατάσταση πλήρους αδυναμίας να αντιδράσουν αποτελεσματικά απέναντι στους ξανθούς ιππότες με το σταυρό και τις βαριές πανοπλίες, γίνεται πλέον φανερή η διάθεση των σιιτών ηγεμόνων για συνδιαλλαγή μαζί τους, κατ’ εφαρμογή του διπλωματικού ανατολίτικου δόγματος « το χέρι που δεν μπορείς να δαγκώσεις, φίλησέ το, και στο μεταξύ προσευχήσου στον Θεό να το κόψει».

 

Από την πλευρά τους, οι σουνίτες μουσουλμάνοι των άλλων χωρών της περιοχής, πολυδιαιρεμένοι ανάμεσα σε διάφορους αλληλοϋπονομευόμενους τοπικούς ηγεμόνες έχουν αποδειχτεί ανίκανοι όλα αυτά τα χρόνια να ανακόψουν τη δυτική επέλαση. Αν λοιπόν την εποχή εκείνη υπήρχαν πολιτικοί αναλυτές μάλλον θα θεωρούσαν θέμα χρόνου και μόνο την πτώση του Καϊρου και της Αιγύπτου στα χέρια των Φράγκων που μέχρι εκείνη τη στιγμή, εκτός από την αξεπέραστη βαρβαρότητά τους, είχαν να επιδείξουν και μια αξιοζήλευτη συνοχή στους στόχους τους.


Κανείς δεν θα μπορούσε τότε να υποψιαστεί ότι στην πραγματικότητα η αντίστροφη μέτρηση για τους δυτικούς εισβολείς είχε μόλις αρχίσει, και πως την εποποιία που θα ξανάδινε πίσω στους Άραβες, και γενικότερα στους μουσουλμάνους, την τσαλακωμένη τους υπερηφάνεια θα την έγραφε ένας παντελώς άγνωστος τότε νεαρός Κούρδος υπασπιστής στην αυλή της Συρίας, που άκουγε στο όνομα Γιουσέφ Σαλάχ-Ελ-Ντιν - γνωστός στα ελληνικά ως Σαλαδίνος. Και ποιος θα το ‘λεγε ότι η πιο μυθική προσωπικότητα του ισλαμικού κόσμου θα εδραιωνόταν μέσα από μια εκστρατεία που ξεκίνησε σχεδόν παρά τη θέλησή του. Και όμως…


Όταν μετά από πολλούς δισταγμούς και παλινωδίες, ο βασιλιάς της Συρίας Νουρεντίν αποφασίζει το 1163 την αποστολή στρατιωτικής βοήθειας από τη Δαμασκό στο Κάιρο, προκειμένου ν’ ανακόψει την διαφαινόμενη φράγκικη επεκτατικότητα, ο Σαλαδίνος που τότε είναι εικοσιπέντε χρονών δεν διακατέχεται από κάποιον ξεχωριστό θρησκευτικό ζήλο για ιερό πόλεμο ούτε από ιδιαίτερες προσωπικές φιλοδοξίες.


Κατά πως εξομολογείται αργότερα ο ίδιος στους χρονικογράφους τους, στην αιγυπτιακή περιπέτεια μπαίνει μόνο από καθήκον, επειδή του το ζητάει ο θείος του, ο στρατηγός Σερκούχ, επικεφαλής του συριακού εκστρατευτικού σώματος και ένθερμος θιασώτης του εγχειρήματος.


Οξύθυμος, καυγατζής, μέγας πότης και μονόφθαλμος αλλά πάνω απ’ όλα σπουδαία στρατιωτική ιδιοφυία, ο Σερκούχ μέσα στα επόμενα έξι χρόνια όχι μόνο αποκρούει τρεις φράγκικες εκστρατείες προς την Αίγυπτο αλλά εν τέλει καταχτάει ο ίδιος τη χώρα «στο όνομα του βασιλιά Νουρεντίν».

 

Δύο μήνες μετά την κατάληψη του Καϊρου, πεθαίνει πρόωρα αλλά σίγουρα ευτυχισμένος, από ανακοπή μετά από κάποιο μεγάλο επινίκιο τσιμπούσι. Ο δρόμος του Σαλαδίνου προς τον θρόνο της Αιγύπτου έχει μόλις ανοίξει, κλείνοντας οριστικά για τη χώρα το κεφάλαιο των Φατιμίδων και του σιιτισμού.


Την ίδια στιγμή οι Φράγκοι θα βρουν στο πρόσωπό του τον αντίπαλο που όχι μόνο θα ανακόψει την πορεία τους στη Μέση Ανατολή, αλλά που μερικά χρόνια αργότερα θα επιστρέψει στους Άραβες αυτό που δικαιωματικά τους ανήκει: την Παλαιστίνη, μαζί με την πιο πολυπόθητη πόλη του κόσμου, την Ιερουσαλήμ, δίνοντας συνάμα μαθήματα πραγματικού στρατιωτικού ιπποτισμού στους αυτοαποκαλούμενους «Ιππότες του Χριστού».

 

Την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 1187, ο βασιλιάς της Αιγύπτου Σαλαδίνος μπαίνει θριαμβευτής στην ιερή πόλη που έχει μόλις παραδοθεί, σεβόμενος κατά γράμμα την υπόσχεση αμνηστίας στην οποία έχει δεσμευτεί. Παρά τις επανειλημμένες καταπατήσεις προηγούμενων συμφωνιών από την πλευρά των Φράγκων και παρά τις απίστευτες σφαγές αμάχων στις οποίες έχουν επιδοθεί, οι σταυροφόροι αφήνονται ν’ αποχωρήσουν από την Ιερουσαλήμ χωρίς ν’ ανοίξει ούτε μύτη, φορτωμένοι με όλα τα κινητά περιουσιακά τους στοιχεία, και με δικαίωμα ελεύθερης επιστροφής στο μέλλον ως απλοί προσκυνητές. Κοντά ένας αιώνας αραβικής ταπείνωσης έχει μόλις λάβει τέλος, με την ευγενέστερη κίνηση μεγαλοθυμίας από μεριάς του νικητή.


ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΝΕΟ ΣΑΛΑΔΙΝΟ 

 


Αργά το μεσημέρι, κατηφορίζω για το συμφωνημένο ραντεβού μου με τον Σαμίρ, παίρνοντας το δρόμο από την οχυρωμένη ακρόπολη που έχτισε ο μεγάλος Κούρδος με κατεύθυνση την αγορά του Χαν Χαλίλ όπου χτυπάει από αιώνες η εμπορική καρδιά της πόλης.


Στο μεγάλο τζαμί του Αλ Αζάρ δίπλα στην αγορά, η προσευχή της Παρασκευής έχει τελειώσει από ώρα μα η κίνηση των πιστών στα περίχωρα παραμένει αυξημένη, το ίδιο και η αστυνόμευση.


Δεν είναι τυχαία αυτή η ενισχυμένη φρούρηση στη συγκεκριμένη περιοχή αφού εδώ, μαζί με το τζαμί, στεγάζεται και το παλαιότερο πανεπιστήμιο του κόσμου που χτίστηκε το 970, ένα μόλις χρόνο μετά την γέννηση του Καϊρου, με κύριο αντικείμενο σπουδών τη μελέτη του Κορανίου και του ισλαμικού νόμου.

 

Περισσότεροι από τέσσερις χιλιάδες φοιτητές απ’ όλο τον μουσουλμανικό κόσμο σπουδάζουν στο Αλ Αζάρ εντελώς δωρεάν, πολλοί απ’ αυτούς διαβιούντες σ’ ένα απλό χαλάκι απλωμένο στην αυλή του τζαμιού, και συμμετέχοντας σε κύκλους μαθημάτων θεολογίας που ορισμένοι διαρκούν μέχρι δεκαπέντε χρόνια! Κατόπιν αυτού, δεν είναι ν’ απορεί κανείς που το Αλ Αζάρ αποτελεί πλέον παραδοσιακά ένα από τα βασικότερα κέντρα του ισλαμικού κινήματος.


Από δω ξεκινάνε σχεδόν πάντα οι μεγάλες διαδηλώσεις που δονούν το Κάιρο από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, κι εδώ ακριβώς πλανάται πανίσχυρο το φάντασμα του Σαλαδίνου, όσο αναμένεται με λαχτάρα ν’ αναγεννηθεί και πάλι ο μύθος του διάσημου Σαρακινού στο πρόσωπο κάποιου καινούργιου ισλαμιστή ηγέτη που θα επιστρέψει στους μουσουλμάνους την για άλλη μια φορά τσαλαπατημένη από τη Δύση αξιοπρέπειά τους.


Αυτό τουλάχιστον ισχυρίζεται ο παλιός μου φίλος ο Σαμίρ, καθώς πίνουμε το τσάι μας παρέα, καθισμένοι στο καφενείο Φισάγουι κοντά στην ανατολική είσοδο του Χαν Χαλίλ, από την πλευρά της Μεϊντάν Χουσείν.


Οι ναργιλέδες σκορπάνε γύρω τους την οικεία μυρουδιά του καπνού με άρωμα μήλου ενώ η έξω κίνηση του μικρού εμπορικού στενού με τις κρεμασμένες κελεμπίες και τους λούστρους που πηγαινοέρχονται ζωσμένοι με τα κασελάκια τους αντανακλάται στους τεράστιους καθρέφτες που κοσμούν ολόγυρα τους τοίχους του Φισάγουι. 


Κάθε άλλο παρά ισλαμιστής ο φίλος μου ο Σαμίρ, τουναντίον δηλώνει ακραιφνής θιασώτης των απόψεων του Αμπούλ-Αλά αλ-Μααρί, της μεγάλης μορφής της αραβικής λογοτεχνίας που εν μέσω 11ου αιώνα τολμούσε και έγραφε: «Οι κάτοικοι της γης χωρίζονται σε δυο κατηγορίες. Σ’ αυτούς που έχουν μυαλό και δεν έχουν θρησκεία και σ’ αυτούς που έχουν θρησκεία αλλά δεν έχουν μυαλό».



Μα αυτό δεν εμποδίζει τον καθ’ όλα  πολιτικά μετριοπαθή και πραγματιστή Σαμίρ να αναλύει με απόλυτη διαύγεια σκέψης τα αίτια που πυκνώνουν μέρα με τη μέρα τις γραμμές των ισλαμιστών σε όλη τη Μέση Ανατολή. «Για πολλούς Άραβες, μου λέει, το Ισραήλ αντιστοιχεί σ’ ένα νέο κράτος σταυροφόρων. Πολύ περισσότερο που χαίρει της αδιάλειπτης και κραυγαλέας υποστήριξης της πλειονότητας των ισχυρών χριστιανικών χωρών, ό,τι έγκλημα κι αν διαπράξει. Για να μη μιλήσουμε για τις απανωτές δυτικές εκστρατείες κατά μουσουλμανικών κρατών τα τελευταία δέκα-δεκαπέντε χρόνια. 


 Τι περιμένεις λοιπόν μέσα σε τέτοια πόλωση; Να επικρατήσουν συμβιβαστικές πολιτικές; Τζιχάντ και Σαλαντίν θ’ αναζητούν όλο και περισσότεροι Άραβες και το κακό με τη Δύση είναι πως δεν φαίνεται να παίρνει χαμπάρι τι μίσος συσσωρεύει κάθε μέρα η πολιτική που εφαρμόζει». Και να σκεφτεί κανείς ότι όταν γινόταν αυτή η κουβέντα, η ενδεκάτη Σεπτεμβρίου, ο πόλεμος του Αφγανιστάν και η εισβολή των Ισραηλινών στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα απείχαν ακόμα κάτι μήνες…


Έχω πάρει και πάλι το δρόμο προς την Μπαμπ-Ελ-Φουτού. Η οσμή από τα κεμπάμπ έχει ως συνήθως την τιμητική της. Κουβάρι αδιαχώρητο, άνθρωποι, οχήματα κι εμπορεύματα διεκδικούν όλα μαζί μια θέση στον ήλιο. Αλλάχ Ακμπάρ, διαλαλεί για νιοστή φορά τη δική του πραμάτεια η ένρινη φωνή του μουεζίνη. Και μέσα σ’ όλα, ένα κοπάδι πρόβατα επιμένει κι αυτό να ανοίξει δρόμο μέσα στην πρωτεύουσα.

Κάιρο. Αλ Καχίρα. Ξανά και ξανά!

 

Για περισσότερες φωτογραφίες από την Αίγυπτο: Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν | Πάμε γι' άλλα...

Διαβάστε επίσης:

ΑΙΓΥΠΤΟΣ 2, ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΡΑΜΣΗ - ΑΠΌ ΤΗ ΜΕΜΦΙΔΑ ΣΤΟ ΑΜΠΟΥ ΣΙΜΠΕΛ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν