ΡΟΔΟΣ, ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ

Front Picture: 

[Ένα, δύο, τρία, (φύσημα) Ρόδος. Δουλεύει; Δουλεύει. Να μην την πάθω όπως στη Σαντορίνη που νόμιζα ότι μαγνητοφωνούσε για να διαπιστώσω μετά ότι παραμιλούσα ασκόπως σαν... Λοιπόν, μιλώ από το ξενοδοχείο. Καλό φαίνεται. Μόλις έφτασα. Η ρεσεψιόν-του διαθέτει και μια γυαλιστερή πανοπλία ιππότη του δέκατου τέταρτου. Μαϊμού, φυσικά, αλλά έχει την πλάκα της. Και τάπητες στους διαδρόμους με ιππότες και μεσαιωνικά σύμβολα. Κι έναν ευγενικό ρεσεψιονίστα, τον κύριο Γιώργο, από τον οποίο, όταν ξεμπερδέψει με το γκρουπ των Γιαπωνέζων και τις βαλίτσες τους, θα έχω να μάθω πολλά γύρω από τη Ρόδο. Μου συνέστησε ν'αρχίσω από το Μαντράκι πού 'ναι και κοντά αλλά λέω ν'αρχίσω από την παραλία. Στοπ]


Του Κώστα Ζυρίνη

Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, τεύχος αρ. 12/01.07.2000.

 


Δεν το πιστεύω! Εκατομμύρια (χιλιάδες, έστω) ομπρέλες έως εκεί που φτάνει η ματιά μου. Κι από κάτω τους οι πλαστικές ξαπλώστρες με άλλα τόσα κορμιά απ' όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη. Βρίσκομαι στην παραλία της πόλης της Ρόδου όπου και ξεροψήνονται δέρματα όλων των ηλικιών κι εθνικοτήτων. Ξεχειλωμένες κοιλιές αλλά και κορμάρες. Βυζάκια έξω και σφιχτά κωλαράκια απείρου κάλλους. Κι επιπλέον μια αποφορά αντιηλιακού, καρύδας λέει, που μου σπάει τη μύτη. Φωτογραφίζω ό,τι θέλω κάτω από βαθμούς Κελσίου σαράντα και ευτυχώς που οι πάντες και οι πάσες αδιαφορούν, περί το άτομό μου.

 

Δεν είναι δυνατό να έρχονται από τα πέρατα και να πληρώνουν γι αυτό, συλλογιέμαι. Κι όμως, έρχονται. Και μάλιστα πληρώνουν ευχαρίστως, ακριβώς γι αυτό. Ίσως και για τις κοινωνικές επαφές διαφόρων τύπων που αναπτύσσονται επιτόπου. Από καμάκι έως μπίζνες. Ο άνθρωπος είναι ζώο αγελαίο κατά βάθος. Κατά μήκος της παραλίας εκτείνεται και ο κεντρικός δρόμος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Κι από την άλλη όχθη του δρόμου, διατεταγμένα εν σειρά τα άχαρα πολυώροφα δομικά κουτιά. Πάντα τό'λεγα ότι δεν είμαι γεννημένος για οποιαδήποτε Ρόδο.


[Εδώ Μαντράκι, εδώ Μαντράκι. Το οποίον εστί η ευρύτερη περιοχή του παλαιότερου, του ιστορικού λιμανιού της νήσου. Τελεία. Οφείλω να παραδεχτώ ότι ο κύριος Γιώργος με τόσα χρόνια πείρα ξέρει τι πρέπει να προτείνει σε κάθε περίπτωση. Kαι στην περίπτωσή μου ήταν σαφής: δεν είναι για σας η παραλία μας, μου είπε, στο Μαντράκι να πάτε.

 

 

Ήρθα. Τρεις αναστηλωμένοι ανεμόμυλοι βυζαντινής περιόδου κατά μήκος του λιμενοβραχίονα. Χωρίς όμως τα πάνινα πτερύγιά τους να γυρίζουν γύρω γύρω καθώς φυσάει το αεράκι.

 

Στην άκρη του λιμενοβραχίονα, το μεσαιωνικό οχυρό του Αγίου Νικολάου. Χτίστηκε τον δέκατο πέμπτο αιώνα για προστασία από τους εισβολείς. Αλλά μόνο για τους εισβολείς του καιρού εκείνου, δυστυχώς. Τώρα χρησιμεύει ως φάρος. Δυο κολόνες εκατέρωθεν της εισόδου του λιμανιού κι από ένα χάλκινο ελάφι στην κορφή τους. Ένα αρσενικό κι ένα θηλυκό. Έργο Ιταλών μουσολινικής περιόδου, για να μην ξεχαστεί η εδώ κατοχή τους. Και πολλά σκάφη. Σκαριά, κατά το πλείστον καλόγουστα. Μικρά, μεσαία, ιστιοφόρα και μη. Να χορταίνει το μάτι σου. Και πίσω, ψηλά στο λόφο, να υψώνεται αυτό το υπέροχο Κάστρο των Ιπποτών της Παλιάς Πόλης. Άκου χιλιάδες λουλουδάτες ομπρέλες! Στοπ]

 

 

Κατά μία αρχαιολογική εκδοχή, εδώ, στα σημεία όπου εδράζονται τώρα οι κολόνες με τα ελάφια, πατούσε ο περίφημος Κολοσσός με τον μόνιμα αναμμένο πυρσό στο υψωμένο δεξί του χέρι. Ένα από τα εφτά θαύματα του αρχαίου κόσμου.

 

Και περνούσαν, λέει, τα πλωτά της εποχής κάτω από τα σκέλια του. Τι ιδέα κι αυτή! Και είναι μάλιστα η επικρατέστερη εκδοχή, όχι τόσο γιατί υπάρχουν ικανά στοιχεία για να τη στηρίξουν σε βάρος άλλων εκδοχών, όσο γιατί είναι η αισθητικά αρτιότερη. Και η πιο ρομαντική εδώ που τα λέμε.


Ο Κολοσσός ήταν κατόρθωμα ενός καλλιτέχνη ονόματι Χάρη από τη Λίνδο και φτιάχτηκε για να δοξαστεί η ηρωική αντίσταση, και η νίκη εν τέλει, των Ροδίων ενάντια στην παρατεταμένη πολιορκία του Δημήτριου του Πολιορκητή.

 

Αυτός ο Χάρης ο Λίνδιος, λοιπόν, μάζεψε όλα τα χάλκινα λάφυρα από την πολιορκία, τά 'λειωσε και επί δώδεκα χρόνια, από το 302 μέχρι το 290 πριν από τη χρονολόγησή μας, κατάφερε να φτιάξει αυτό το άγαλμα που είχε ύψος περί τα τριανταπέντε μέτρα.

 

Αλλά, μόνο εξήντα τρία χρόνια έμεινε κει όρθιος και καμαρωτός ο Κολοσσός. Τον γκρέμισε ένας σεισμός το 227 π.χ. κι έμεινε σωριασμένος και σκουριασμένος για αιώνες ώσπου, το 653, οι Σαρακηνοί καταχτητές του νησιού τον έκαναν κομματάκια και τον μετέφεραν στην Αφρική για να τον πουλήσουν τελικά σ' έναν εβραίο έμπορο ως κοινό μέταλλο. Έκτοτε μένουν οι περί αυτόν θρύλοι και οι διαμάχες των αρχαιολόγων για το πού ακριβώς στεκόταν.

 

 

[Πίνω τον εσπρέσο μου εδώ στο Ακταίον, πού 'χει και δροσιά. Μετά την ονειροπόληση περί τον Κολοσσό άδειασα ένα τριανταεξάρι φιλμ πάνω στα καταπληκτικά κτίσματα της ακτής του Μαντρακίου, από το Ενυδρείο μέχρις εδώ, δίπλα μου, στο Δικαστικό Μέγαρο. Είχε δίκιο ο κύριος Γιώργος. Νά' ναι καλά ο άνθρωπος!

 

Τα αποκαλώ καταπληκτικά κτίσματα, και είναι τέτοια, παρά την προκατάληψη και τα αντιφασιστικά αντανακλαστικά μου απέναντι στο γεγονός ότι είναι έργα της περιόδου της ιταλικής κατοχής, από το '20 μέχρι την ένωση της Ρόδου με την Ελλάδα. Το Διοικητήριο και η Νομαρχία, ας πούμε... γοτθικές καμάρες, οξύκορφες διακοσμήσεις, θολωτές στοές, νομίζεις ότι έχεις κάνει ταξίδι πίσω στο χρόνο. Ότι από κάπου κει μέσα, όπου νά' ναι θα ξεμπουκάρουν τίποτα έφιπποι Σταυροφόροι του τάδε τάγματος. Μόνο που, να, ξεμπουκάρει ένα ξεροψημένο γκρουπ Γερμανών με πέδιλα και κάλτσες και σου χαλάει τ' όνειρο.  

 

Μετά, η γοτθική εκκλησία, η Ευαγγελίστρια που χτίστηκε το 1925. Πιστό αντίγραφο του Αγίου Ιωάννου των Ιπποτών. Έχω την εντύπωση πως ο σερβιτόρος με αγριοκοιτάζει διότι του κρατώ τόση ώρα ένα υπερπολύτιμο τραπέζι με έναν ταπεινό εσπρέσο. Τον αγριοκοιτάζω και γω κι ας πάει να... (αυτολογοκρισία). Μερικά απ αυτά τα κτίσματα όπως το Εθνικό Θέατρο, το Δημαρχείο, η Αστυνομία, το Ταχυδρομείο αποπνέουν ευθέως Μουσολίνι αλλά, τι να πεις, είναι ωραία κτήρια. Μήπως ο ίδιος τα σχεδίασε; Εξακολουθεί να με αγριοκοιτάζει. Κατόπιν τούτου δεν πρόκειται να του αφήσω πουρμπουάρ. Στοπ]

 

Τα πεζοδρόμια της πλατείας Ελευθερίας με τα τραπεζάκια έξω, πήχτρα από αλλοδαπούς. Οι σερβιτόροι των καφε-ζαχαρο-εστιατορίων, με μαύρο παντελόνι άσπρο πουκάμισο και παπιγιόν, τους την πέφτουν σ'όλες τις γλώσσες, περάστε, έχουμε το ένα, έχουμε το άλλο, μουζάκα, καρμπονάρα και δεν συμμαζεύεται. Μου θυμίζουν κάτι τριτοκοσμικά παζάρια ό,που περιφέρομαι κατά καιρούς. Μόνο που εκεί φορούν κελεμπίες ή σαρόνγκ και αγνοούν το παπιγιόν. Εμένα πάντως δεν μου την πέφτει κανείς διότι είναι εμφανές ότι δεν γουστάρω ούτε μουζάκα ούτε γκρηκ σάλαντ. Πάντως, έτσι κι αλλιώς, αισθάνομαι αλλοδαπός στη χώρα μου.


Είδα κι έπαθα να παρκάρω κάπου νόμιμα στην οδό Δημοκρατίας το νοικιασμένο τζιπ και τώρα είμαι όλο νεύρα. Λες και βρίσκομαι στην Αθήνα. Αλλά μήπως και ξέρω πού βρίσκομαι; Ξέρω μόνο πως είμαι δίπλα στην τάφρο που περιβάλλει τη μεσαιωνική πόλη. Δεν έχω δει μεγαλύτερη τάφρο. Δεν έχω ξαναδεί τόσο μεγαλοπρεπή τείχη. Και τόσο καλά διατηρημένα. Προχωρώ προς τη μεγάλη πύλη που βλέπω μπροστά μου. Πόρτα του Μεγάλου Μάγιστρου, γράφει κάπου στα λατινικά. Αμπουάζ Γκέϊτ λέει ο χάρτης μου. Αυτός ο Αμπουάζ θα ήταν Μέγας Μάγιστρος, λοιπόν.


Είμαι πλέον μέσα στην περίφημη Παλιά Πόλη. Και είναι πιο περίφημη απ ό,τι θα μπορούσα να φανταστώ. Υπάρχει μια επιβλητική γαλήνη γοτθικογενοβέζικης υφής. Όπου νά' ναι θα ξεπροβάλει μια σάλπιγγα από τις πολεμίστρες για ν'αναγγείλει την άφιξή μου. Για την ώρα, οι καλλιτέχνες που δραστηριοποιούνται στη ρίζα του τοίχου με τις πολεμίστρες ξεδιπλώνουν τα καβαλέτα και τα καρεκλάκια τους. Τις μπογιές και τα μολύβια τους. Μοστράρουν για κράχτες τα πορτραίτα του Λεονάρντο ντι Κάπριο, της Μαντόνα, του Άντονυ Κουήν και της Μελίνας Μερκούρη. Σου φτιάχνουν το πορτραίτο σε δεκαπέντε με είκοσι λεπτά.


Πιάνω κουβέντα μ'έναν απ αυτούς. Τον Μάκη. Της ηλικίας μου ο Μάκης. Περίσσευμα από την εποχή των Παιδιών των Λουλουδιών. Μαλλιά και γένια μέχρι το στομάχι. Πασαλειμμένος από πάνω μέχρι κάτω με τα υλικά της τέχνης του. Γέννημα θρέμμα του Ψυρρή. Ήρθε δω με το ταλέντο του πριν από τριάντα τόσα χρόνια και δεν ξανάφυγε. Ζει από τότε με μια, και πάντα την ίδια λέει, Σουηδέζα. Τους πάω πολύ αυτούς τους καλλιτέχνες του ποδαριού. Προσωπικώς, πολλούς απ αυτούς τους θεωρώ ταλεντάρες. Είναι οι τελευταίοι των μποέμ. Κι ας λένε οι σνομπ.


Μια πλατεία εντός των τειχών γεμάτη σουβλακερί, σπαγγετερί, μουζακερί και σουβενίρ της συμφοράς. Είμαι στην Ορφέως κι αυτό σημαίνει ότι μπήκα κατά τύχη στο ψητό. Μπροστά μου ορθώνεται το αριστούργημα. Το Παλάτι του Μεγάλου Μάγιστρου. Δεν πίνω άλλον εσπρέσο. Θα μπω στο παλάτι πριν πλακώσουν τα αλλοδαπά στίφη.


[Στέκομαι καθηλωμένος μπροστά στους δυο πύργους με την Κύρια Πύλη ανάμεσά τους. Μόνο στο σινεμά έχω δει κάτι τέτοιο και πάντως όχι τόσο ωραίο. Μπροστά μου ζωντανεύουν ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, ο Ιβανόης, η Ιωάννα της Λωραίνης και ο Ρομπέν των Δασών, όλοι μαζί προερχόμενοι από τα Κλασικά Εικονογραφημένα.... Τελεία.]


Μέχρι το 1306 η Ρόδος αποτελούσε μέρος από τα περιουσιακά στοιχεία αλλά και ορμητήριο του φοβερού Γενοβέζου πειρατή Βινιόλο Βινιόλι ο οποίος κυριαρχούσε τότε στο μισό Αιγαίο. Φαίνεται όμως πως οι επιχειρήσεις του εν λόγω αξιότιμου μπίζνεσμαν άρχισαν να μην πηγαίνουν και τόσο καλά και, ως εκ τούτου, την πούλησε στους Ιππότες του Αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ. Από τότε, οι ιππότες αυτοί, οι μέχρι τότε λεγόμενοι Ιωαννίτες, ονομάστηκαν και Ιππότες της Ρόδου. Οι Έλληνες κάτοικοι της Ρόδου πάντως είχαν τις ενστάσεις τους ως προς την προειρημένη συναλλαγή και τις διατύπωσαν στους ιππότες μ'έναν κάπως άκομψο και δυναμικό τρόπο. Τι τό ‘θελαν; Οι ευσεβείς ένοπλοι δούλοι του Θεού τους έπνιξαν στο ίδιο τους το αίμα. Άκους εκεί "Ελευθερία"!


[Ένα, δύο, τρία (φύσιμα), ντάξει, δουλεύει. Είμαι αραχτός σε μια σκιά της Κεντρικής Αυλής του Καστέλου του Μεγάλου Μάγιστρου. Κάνει φοβερή ζέστη αλλά αξίζει τον κόπο. Και με το παραπάνω. Το σκηνικό και η ζέστη μ'έχουν εξαϋλώσει. Μ'έχουν θέσει εκτός τόπου και χρόνου. Η αυλή μπροστά μου είναι στρωμένη με μαρμάρινες πλάκες σε γεωμετρικά σχέδια. Λείπουν οι πανοπλίες και τα στολισμένα άλογα. Κάτι ελληνιστικά αγάλματα στις κόχες, ωραία, δεν λέω, αλλά μου φαίνονται ξενέρωτα εδώ. Μια φαρδιά κλίμακα με πάει στον πάνω όροφο. Κάποτε θα ήταν κι αυτή στρωμένη με χαλί. Ελάχιστο μάρμαρο. Κυριαρχεί ο πορόλιθος. Έχω ανάγκη να μάθω πολλά για όσα βλέπω. Οικόσημα, σιδερένια φανάρια, λαξεμένες παραστάσεις, καγκελόφρακτα κουφώματα, πολεμίστρες, Έπρεπε να είχα έρθει πιο διαβασμένος.]


 

Οι Ιωαννίτες ιδρύθηκαν για να περιθάλπουν τους αναξιοπαθούντες προσκυνητές που έφταναν πεζοί μέχρι τον Πανάγιο Τάφο, γι αυτό και αρχικά ονομάστηκαν Τάγμα Νοσοκόμων. Κάτι σαν Ερυθρός Σταυρός της εποχής. Αργότερα, με την κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τους Σταυροφόρους μετεξελίχτηκαν κι αυτοί σε στρατιωτικό σώμα υπό τον έλεγχο και την εξουσία της Εκκλησίας. Εκείνα τα ευλογημένα χρόνια, Εκκλησία και Εξουσία ήταν ένα και το αυτό, όχι όπως τώρα που σηκώνουν κεφάλι οι διανοούμενοι και θέλουν διαχωρισμό! Όταν το 1291 τους πήραν όλους φαλάγγι οι Άραβες, οι Ιωαννίτες κατέφυγαν στην Κύπρο και λίγα χρόνια αργότερα αγόρασαν με το υστέρημά τους τη Ρόδο. Κύριοι!


Οι δε Ναϊτες, άλλο τάγμα αυτοί, ιδρύθηκαν για να προστατεύουν το Ναό του Πανάγιου Τάφου από τους κακούς. Θα επανέλθω όμως επ αυτού αργότερα. Ιωαννίτες και Ναϊτες πάντως δεν είχαν αρχικά να χωρίσουν τίποτα κι επομένως τα πήγαιναν μια χαρά μεταξύ τους. Αργότερα όμως, περί τα μέσα του 13ου, άρχισαν οι κόντρες.


[Είμαι στον πάνω όροφο κι έχω εκστασιαστεί. Τα εσωτερικά του παλατιού, οι αίθουσες, οι διάδρομοι, τα έπιπλα, διατηρούνται άριστα. Κάπου διάβασα ότι οι Ιταλοί το ανακαίνισαν μέσα στη δεκαετία του '30 κι ο Μουσολίνι άδραξε την ευκαιρία για να κάνει εδώ τις καλοκαιρινές διακοπές του. Η Αίθουσα του Λαόκοντα με το ομώνυμο αντίγραφο, η αίθουσα της Μέδουσας, το γραφείο του Μεγάλου Μάγιστρου, τεράστια τζάκια, η αίθουσα των συνεδριάσεων, έπιπλα καταπληκτικά, ψηφιδωτά δάπεδα... Η φωτογράφιση απαγορεύεται κι εξ άλλου ο φωτισμός είναι πολύ χαμηλός κι έχω φορτώσει ένα φιλμ πενήντα άζα. Είμαι εντελώς άοπλος απέναντι στο θήραμα.]


 

Οι Ναϊτες, μας προέκυψαν οι πιο σκληροτράχηλοι και οι πιο μονόχνωτοι απ' όλα τα τάγματα των ιπποτών. Δεν γούσταραν άλλη εξουσία πάνω απ το κεφάλι τους παρ' εκτός κείνη του δικού τους Μέγα Μάγιστρου και του ίδιου του Θεού. Γι αυτό και όταν επέστρεψαν στην Ευρώπη, ο Μέγας Μάγιστρος των Ναϊτών έγινε Μέγας Πονοκέφαλος για τη βασιλική και, κατά συνέπεια, την παπική εξουσία. Έτσι, ο βασιλιάς της Γαλλίας, ο Φίλιππος ο 4ος, ο επιλεγόμενος "Ωραίος", αποφάσισε να τους βάλει χέρι. Γι αυτό και το 1306 επιχειρεί να τους συγχωνέψει με τους Ιωαννίτες αλλά στο σχέδιο αντιτάσσεται ο Μέγας Μάγιστρος των Ναϊτών, ο Ζακ ντε Μολαί, αδιάλλακτος σεχταριστής αυτός, και λέει, δεν σφάξανε!


Τότε, το 1312, ο Φίλιππος ο Ωραίος, με τη τζίφρα της συγκατάθεσης του Πάπα Κλήμη του 5ου, προβαίνει σε συλλήψεις και σε δίκες της ηγεσίας των Ναϊτών, ως αρχηγών τρομοκρατικής Οργάνωσης (αυτό είναι δική μου εκδοχή) και, με βάση τον παπικό φετφά "Αντ Πρόβινταμ", όλη η ιδιοκτησία των Ναϊτών περνάει στους Ιωαννίτες που (παρεμπιπτόντως!) ήταν παρατρεχάμενοι της κάθε εξουσίας.


[O Μεγάλος Μάγιστρος ήταν μεν ισοβίως απόλυτος Άρχων του Τάγματος αλλά πλαισιωνόταν κι από το συμβούλιο εκπρόσωπων των επτά εθνικών ομάδων που αποτελούσαν το τάγμα. Κάθε εθνική ομάδα λεγόταν "Γλώσσα", ανάλογα με τη γλώσσα που μιλούσε. Έτσι είχαμε τις Γλώσσες της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Αγγλίας, της Γερμανίας, της Προβηγκίας, της Ισπανίας και της Ωβέρνης. Τελικά δεν άντεξα, έστω και με πενήντα άζα, στήριξα τη φωτογραφική σε κάποια απαγορευμένα σημεία και τράβηξα μερικές εσωτερικές. Δεν με είδε κανείς, φυσικά. Η γλύκα της παρανομίας! Παλιό, ωραίο συναίσθημα! Όλα τα ωραία, παράνομα είναι.]


 

Τα επόμενα χρόνια, η ιστορική ηγεσία των Ναϊτών με τον Zακ ντε Μολαί πρώτο-πρώτο, καίγονται ζωντανοί στη χριστιανική πυρά ενώ εκατοντάδες άλλοι δευτεροκλασάτοι Ναϊτες γνωρίζουν από πρώτο χέρι τη χριστιανική αγάπη των ιεροεξεταστών κι αφήνουν τα κόκαλά τους στα μπουντρούμια της Ιεράς εξέτασης, προς δόξαν των παπικών και των βασιλικών συμφερόντων. Τότε, όλοι πίστεψαν ότι οι Ναϊτες μάς τέλειωσαν. Ο Ουμπέρτο Έκο όμως άλλα λέει στο "Εκκρεμές του Φουκώ".

 

[Κατηφορίζω την Οδό των Ιπποτών. Τον πιο διάσημο δρόμο της Παλιάς Πόλης. Είναι η ώρα που αρχίζουν να καταφτάνουν τα κοπάδια με τους ξεναγούς τους, να μου χαλάν το κάντρο και να μου κάνουν τη ζωή δύσκολη. Τα κτίσματα είναι καταπληκτικά. Όλα γοτθικά. Οικόσημα, θυρεοί, βαριές ξύλινες πόρτες με τεράστια κεφαλόκαρφα και ανάγλυφες παραστάσεις. Εδώ βρίσκονται όλα τα καταλύματα των Γλωσσών.]


Οι Ιωαννίτες, λοιπόν, ροκανίζοντας και την περιουσία των Ναϊτών, απόλαυσαν τη Ρόδο μέχρι το 1522, μέχρις ότου δηλαδή τους πέταξαν έξω οι Τούρκοι, οπότε και μετακόμισαν στη Μάλτα. Στη Μάλτα άραξαν για τα επόμενα 170 χρόνια και από το 1834 μέχρι τις μέρες μας η έδρα τους βρίσκεται στη Ρώμη. Απολαμβάνουν την αναγνώριση και την ευλογία του Πάπα για, δεν ξέρω ποιο, θεάρεστο έργο τους και διατηρούν επισήμως τοπικές οργανώσεις στη Γερμανία, στην Αγγλία και στην Ελβετία με, συνολικά, 8.000 περίπου μέλη (επισήμως).


[Οδός Σωκράτους. Συμπεριλαμβάνοντας και τους άλλους κεντρικούς δρόμους της Παλιά Πόλης, πρόκειται για ένα αντίστοιχο Μοναστηράκι στη νιοστή. Όλα τα παλιά ωραία κτίσματα είναι καλυμμένα από τα εκατομμύρια πολύχρωμα μαραφέτια που προορίζονται για τους τουρίστες. Εδώ μιλιούνται όλες οι γλώσσες και όχι μόνο οι εφτά των Ιωαννιτών. Μόνο ελληνικά δεν ακούς. Υπάρχουν βέβαια και μερικά χαριτωμένα καφέ, μπαράκια και μεζεδάδικα αλλά, τι να το κάνεις, δεν αντέχουν στο να επιβάλλουν το ύφος τους.]


Ο Ουμπέρτο Έκο, στο "Εκκρεμές του Φουκώ" κάνει τις δικές του "υποθέσεις εργασίας" για τα περαιτέρω. Οι Ναϊτες, λέει, γυρίζοντας από τους Άγιους Τόπους είχαν ένα Σχέδιο κατάκτησης του κόσμου. Το Σχέδιο αυτό βασιζόταν στη γνώση μιας υπερκόσμιας πηγής ενέργειας που τους εκμυστηριεύτηκαν κάποιοι αλχημιστές. Ο Φίλιππος ο Ωραίος της Γαλλίας όταν έμαθε από τους σπιούνιους του την ύπαρξη αυτού του Σχεδίου πολύ ταράχτηκε, μην και του φάνε την εξουσία, και αποφάσισε να διεισδύσει στα ενδότερα της Οργάνωσης, με τη συνδρομή και του Πάπα φυσικά, και να την ξεπαστρέψει.

 

Οι Ναϊτες απ την άλλη, μη δυνάμενοι να τα βγάλουν πέρα μ'ένα τέτοιο ανελέητο πογκρόμ, κι εφόσον δεν ήσαν ακόμη έτοιμοι να βάλουν σ'εφαρμογή το Μεγάλο Σχέδιο, αποφάσισαν να θυσιάσουν τη νόμιμη οργάνωση του τάγματος για να διαφυλάξουν το μείζον: τον παράνομο μηχανισμό, την ηγεσία και το μυστικό τους. Έτσι, φαινομενικά εξαφανίστηκαν για ένα διάστημα από προσώπου γης, προς μεγάλη ικανοποίηση και των ανταγωνιστών τους των Ιωαννιτών φυσικά αλλά, μετά από μερικές δεκαετίες, άρχισαν να ανασυγκροτούνται στην παρανομία με διάφορες μορφές.

 

Έσκασαν μύτη στην Ισπανία ως "Τάγμα της Μοντέσα" και στην Πορτογαλία ως "Τάγμα του Χριστού". Στη δε Αγγλία, έπιασαν να οργανώνονται σε στοές, αρχικά τα χαμηλότερα στρώματα της ιεραρχίας τους, οι ξυλουργοί, οι σιδεράδες και οι οικοδόμοι, η μαστοράντζα εν ολίγοις, υπό τον αυτοχαρακτηρισμό "ελευθεροτέκτονες". Οι τοις πάσι γνωστοί ως μασόνοι. Εκείνοι με τις ποδίτσες, τα σπαθάκια, τα περίεργα σύμβολα, τους όρκους και τις άμπρα κατάμπρα τελετές που ζέχνουν Μεσαίωνα.

 



[Είναι απόγευμα, είμαι στο αίθριο του ξενοδοχείου και περιμένω τη Ροδούλα που θα με ξεναγήσει στη νυχτερινή Ρόδο. Ανθη της πέτρας και χρυσοπράσινο φύλλο, ριγμένο στο πέλαγο. Ο Ήλιος ήσουν κι η αυγή... Γι αυτό το σιντί που ακούω αυτή τη στιγμή και ευφραίνομαι υπεύθυνος είναι ο συμπαθής κύριος Γιώργος. Ο κύριος Γιώργος έχει αποδείξει εμπράκτως ότι αυτός ο πολιτισμός καθηλώνει από Γιαπωνέζους μέχρι Σομαλούς και τον εξάγει με τρόπο υποδειγματικό. Αυτόν θα ήθελα για υπουργό πολιτισμού. Υπάρχει μια δίψα υπάρχει μια αγάπη. Η Ροδούλα είναι αυτόχθων και δημοσιογράφος στον τοπικό Τύπο. Χαράζω τις φλέβες μου και κοκκινίζουν τα όνειρα. Νάτη!]


 

Εκτός από τη Ροδούλα είναι και ο Μανώλης με την Κατερίνα. Δάσκαλος ο ένας, γεωπόνος η άλλη (πρέπει να τη ρωτήσω κάτι για τα σκόρδα που έχω φυτέψει στη αυλή μου). Με περιφέρουν, που αλλού; στην Παλιά Πόλη. Μπαράκια, μπαράκια, μπαράκια και φαγάδικα. Κάπως σαν τα Λαδάδικα αλλά στο πολύ περισσότερο.

 

Είναι και δυο τρεις δρόμοι με ορθάδικα. Κατακόρυφοι πελάτες με το ποτήρι στο χέρι επί πολλά τετραγωνικά μέτρα πλακόστρωτου σοκακιού. Σαν ειρηνική συγκέντρωση διαμαρτυρίας. Προτιμώ να κάτσω αν δεν έχετε αντίρρηση. Και μπαίνουμε στης Κίρκης. "Κυριακή" τη βαφτίσανε αλλά έφαγε με το ετσιθέλω τα δυο μεσαία γράμματα. Της ζητώ μαύρο ρούμι και πείθομαι πάραυτα ότι δικαίως έφαγε τα δυο μεσαία γράμματα.

 

Όλη η Ρόδος έχει γύρω στους εκατόν τριάντα χιλιάδες κατοίκους, μου λέει η πανέμορφη Ροδούλα, εκ των οποίων οι εβδομήντα χιλιάδες βρίσκονται στην πόλη της Ρόδου.

Η Κίρκη φέρνει το μαύρο ρούμι.

 

Και με τον τουρισμό;

 

Με τον τουρισμό φτάνει το ενάμισι εκατομμύριο.

 

Και πώς δεν βουλιάζει το νησί;

 

Βουλιάζει, μου απαντά θυμόσοφα ο Μανώλης, δεν το πρόσεξες;

 

Το πρόσεξα.

 

Τώρα, θέλω να ρωτήσω την Κατερίνα κάτι για τα σκόρδα μου αλλά ανάμεσά μας παρεμβάλλονται τα μάτια της Κίρκης και το δεύτερο μαύρο ρούμι.

 

[Παρκάρισα το νοικιασμένο τέσσερα επί τέσσερα απέναντι... Απέναντί μου στα πεντακόσια μέτρα ορθώνεται ένας τεράστιος απότομος βράχος πάνω απ τη θάλασσα. Τον φέρνω κοντά μου με τον τηλεφακό. Στέφεται από τείχη ενός μεσαιωνικού κάστρου. Καλοδιατηρημένα. Από μέσα τους εξέχουν κάτι λίγες κολόνες από την αρχαία ακρόπολη που φοντάρουν στο γαλάζιο τ'ουρανού. Λίνδος. Επιτέλους, άρωμα Ελλάδας! Έστω και περιτειχισμένης από Μεσαίωνα. Στοπ]


 

Είναι φανερό ότι οι Λίνδιοι χτύπησαν φλέβα χρυσού. Και όχι μόνο οι Λίνδιοι αλλά και όσοι οσφράνθηκαν εγκαίρως το τουριστικό κοίτασμα. Όσο ν' "ανακαλυφτεί" στις μέρες μας η αξεπέραστη ομορφιά της Λίνδου είχαν απομείνει μόνο κάποιοι ηλικιωμένοι μόνο και μόνο γιατί δεν μπορούσαν να πάρουν τα πόδια τους. Τώρα γύρισαν όλοι πίσω. Να την εκμεταλλευτούν. Να την απομυζήσουν. Έπεσαν με τα μούτρα σαν νεοφώτιστοι μαστρωποί. Τουριστικό χρυσωρυχείο. Τα ερειπωμένα ανακαινίστηκαν. Έγιναν μπαρ, ρουμς του λετ, χάντικραφτ, ρέστωραν, παμπς και πολλά άλλα που δεν εμπεριέχονται στο φτωχό αγγλικό λεξιλόγιό μου. Πέραν τούτου, η "ανάπτυξη" της Λίνδου θεωρείται αυστηρά ελεγχόμενη. Έστω.


Η Λίνδος κατοικείται εδώ και 5000 χρόνια αλλά εδώ και 2400 χρόνια γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της. Ναυτικό εμπόριο, αποικίες σ' ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου και πλούσια καλλιτεχνική δραστηριότητα διακριτή μέσα στο σύνολο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.


Φως και χρώμα. Ανεβαίνω τα στενά λιθόστρωτα δρομάκια φωτογραφίζοντας παθιασμένα τόσο τα αρχοντικά κτίσματα με τις ανάγλυφες παραστάσεις στις προσόψεις τους όσο και τα ταπεινά με τις λιτές γραμμές τους. Η αρχοντιά βρίσκεται πολλές φορές και στην ταπεινότητα. Κι άλλοτε κυρίως σ'αυτή. Αυλές πνιγμένες στο λουλουδικό και στρωμένες με μωσαϊκά από χοχλάκια. Μπαίνω στον κεντρικό λιθόστρωτο που θα με φτάσει μέχρι την Ακρόπολη. Πηγμένος από μαγαζιά, μαγαζάκια κι ένα ξαμολυμένο πολυεθνικό πλήθος. Επίσημη γλώσσα η αγγλική με δεύτερη την ιταλική και τρίτη την αυτοσχέδια "εσπεράντο". Αδιαχώρητο. Ασφυκτιώ. Σπρώχνω για να προσπεράσω το συντομότερο δυνατό.


 

Είμαι στο μονοπάτι που θα με πάει μέχρι την Ακρόπολη, εκατόν-τόσα μέτρα ψηλότερα από τον οικισμό. Δεξιά κι αριστερά Λίνδιες όλων των ηλικιών με την προγονική φορεσιά και απλωμένο στο βράχο το εμπόρευμά τους. Τα φημισμένα κεντητά της Λίνδου. Σταματώ μπροστά σε μια γιαγιά και περιεργάζομαι ένα τραπεζομάντηλο. Τεν θάουζεν όνλυ, την ακούω να λέει. Γιαγιά, μιλάς ελληνικά; Οφκόρς, μου απαντά. Γιαγιά, φοβάμαι πως σιγά σιγά ξεχνάμε τη γλώσσα μας. Τι λες παιδάκι μου, ξεχνιέται η γλώσσα μας; Ξέρω γω, γιαγιά; έχω αρχίσει να ανησυχώ. Μην ανησυχείς, παιδάκι μου, νο πρόμπλεμ, μην ανησυχείς. Αντε, γειά σου τώρα, γιαγιά, και όλα να σου πάνε καλά. Θενκιού βεριμάτς, παιδάκι μου. Και πάνω κει χτύπησε το κινητό που βρισκόταν στην τσέπη της παραδοσιακής φορεσιάς της. Μετά μου λες ότι είμαι γκρινιάρης!


[Δεν θα χρειαστεί αιματοχυσία για να αλώσουν οι κακοί την εθνική μας υπόσταση. Η άλωση περνάει πλέον με τη συγκατάθεσή μας μέσα από την κατανάλωση. Των σκουπιδιών. Αυτές οι καρδιές δεν βολεύονται παρά μόνο στο Δίκιο. Εμένα μου λες!]


Ήταν εδώ ψηλά, πριν από 2400, χρόνια ο Ναός της Λινδίας Αθηνάς με τα Προπύλαια και τη Δωρική Στοά του, φάρος πολιτισμού με οικουμενική ακτινοβολία. Πέρασαν μετά οι Ρωμαίοι για να προσθέσουν κι αυτοί κάποιο ναϊδιο κι αργότερα οι Ιππότες για να ενισχύσουν τα περιφερειακά τείχη και τις επάλξεις. Αρμονικό αμάλγαμα εποχών. Πώς να προσθέσεις και την κινητή τηλεφωνία σ' αυτό; Γίνεται;

Μ' αυτά τα συναισθήματα βρίσκω καταφύγιο στη σκιά ενός κίονα του Ναού της Αθηνάς. Ενός από τους εναπομείναντες κίονες του Ελληνισμού που φοντάρουν την πληγωμένη τους αξιοπρέπεια στο Στερέωμα του Σήμερα. Καμιά φορά, πολλές φορές, περιφέρομαι σαν φάντασμα του σήμερα στα ερείπια του χτες αδυνατώντας να οργανώσω τη σκέψη μου πάνω στο τι είναι πρόοδος και τι εκφυλισμός. Θενκ γιου βέρι ματς γιαγιά γιατί με ταρακούνησες.


[Και κάτι άλλο γιαγιά: κει πάνω, στη σκιά ενός κίονα του Ναού της Λινδίας Αθηνάς σκέφτηκα ότι η ομορφιά θα ‘πρεπε ν' ανήκει σ' αυτούς που τη δημιουργούν και σ' αυτούς που την εκτιμούν. Μόνο. Στοπ]


Για περισσότερες φωτογραφίες:

Φωτογραφίες Ταξιδιών | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν