ΑΛΓΕΡΙΑ 2 - ΑΛΓΕΡΙ, ΜΙΣΟ ΑΙΩΝΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΑΧΗ

Front Picture: 

Ιδού λοιπόν οι χαμοκέλες εκείνων που μισό αιώνα πριν ορθώσανε άφοβα το ανάστημά τους απέναντι στις επίλεκτες μονάδες του γαλλικού στρατού, με μόνη προσδοκία λίγη αξιοπρέπεια κι ένα καλύτερο αύριο για τα παιδιά τους. Εδώ ψηλά δεν έχει σφυρήλατες πόρτες να θαυμάσεις, ούτε σκιερά χαγιάτα για να ξεγελαστεί το μάτι από την γραφικότητα.  Εδώ η φτώχεια προβάλει γυμνή, χωρίς φτιασίδια, ωμή και σκληρή  όπως η ζωή των ανθρώπων. Εγκαταλειμμένη  στην τύχη της, η ιστορική Κάσμπα καταρρέει μέσα στην αχό ανεκπλήρωτων ονείρων.

 

Της Ισαβέλλας Μπερτράν

Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΙΑΣ, τευχος αρ. 460/07.02.2009 


 

Προηγείται:   

ΑΛΓΕΡΙΑ 1 - ΣΑΧΑΡΑ, ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν 


«Είμαστε στρατιώτες και έχουμε καθήκον να νικήσουμε. Θέλετε η Γαλλία να παραμείνει στην Αλγερία; Αν η απάντησή σας είναι ναι, τότε θα πρέπει να αποδεχτείτε και τα αναγκαία συνεπακόλουθα».

 

Τα λόγια του διοικητή των γαλλικών δυνάμεων κατοχής ηχούν ανατριχιαστικά πραγματιστικά. Και για να μην μείνει η παραμικρή αμφιβολία για το ποια μπορεί να είναι αυτά τα «αναγκαία συνεπακόλουθα», το επόμενο πλάνο της ταινίας ανοίγει πάνω στη σκηνή του άγριου βασανισμού ενός άντρα, ύποπτου διασυνδέσεων με την αλγερινή αντίσταση.

 

Λίγο αργότερα, μια πανοραμική λήψη του Αλγερίου αντιπαραθέτει τις «καθώς πρέπει» ευρωπαϊκές συνοικίες με την αραβική ψυχή της πόλης, την λαϊκή Κάσμπα, ενώ ακούγεται «οφ» το προγραμματικό ανακοινωθέν του FLN, του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου Αλγερίας:

 

 

« Η δράση μας στρέφεται κατά της αποικιοκρατίας. Στόχος μας, η εθνική ανεξαρτησία με την εγκαθίδρυση αλγερινού κράτους μέσα στο πλαίσιο των ισλαμικών αρχών και του σεβασμού  όλων των θεμελιωδών ελευθεριών χωρίς φυλετική ή θρησκευτική διάκριση». Η «Μάχη του Αλγερίου» έχει μόλις ξεκινήσει. Στην κατάμεστη κινηματογραφική αίθουσα της μεταχουντικής «Αλκυονίδας» δεν πέφτει καρφίτσα.



Λεωφόρος Τσε Γκεβάρα


Τρεις δεκαετίες μετά από εκείνη την αξέχαστη προβολή, και μισό αιώνα μετά τα γεγονότα που σημάδεψαν τον πόλεμο ανεξαρτησίας της Αλγερίας και που αφηγείται με τόσο συγκλονιστικό τρόπο η εμβληματική ταινία του Τζίλο Ποντεκόρβο, να’ με κι εγώ επιτέλους στο Αλγέρι, καθήμενη μαζί με τον Κώστα σ’ ένα πεζούλι της παραλιακής λεωφόρου.

 

Ακριβώς μπροστά στα μάτια μου, σαν να άνοιξε ξαφνικά η οθόνη του τότε κι ένα χέρι να με τράβηξε κατ’ ευθείαν μέσα στο κινηματογραφικό σκηνικό, η ακριβή διεκδικούμενη και πρωταγωνίστρια όλων των πολιτικών πόθων και παθών της δεκαετίας του ’50 και του ‘60, η θρυλική Κάσμπα, κατρακυλάει την πλαγιά πάνω από το λιμάνι του Αλγερίου σαν πλίνθινος καταρράκτης ακινητοποιημένος στο χρόνο.

 


 

Δυο βήματα πιο πέρα, η Πλατεία Μαρτύρων αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την φυσική πύλη πρόσβασης στην λεγόμενη Χαμηλή ή Κάτω Κάσμπα, ή μάλλον για την ακρίβεια σε ότι απόμεινε πλέον απ’ αυτήν, δηλαδή … σχεδόν τίποτε.

 

Ας όψονται  γι αυτό οι Γάλλοι αποικιοκράτες που από τα πρώτα κιόλας χρόνια της παρουσίας τους στο Αλγέρι εγκαινιάσανε με το έτσι θέλω τη συστηματική «αναμόρφωση» της κάτω πόλης, σαρώνοντας στα μέσα του 19ου  αιώνα όλα τα σπίτια του λιμανιού, και μαζί μ’ αυτά τα αρχαία τείχη και πολλά τζαμιά, για να μεταφυτεύσουν στη θέση τους ολόλευκα ευρωπαιότροπα κτίρια με περίτεχνες προσόψεις και κομψές θολωτές στοές.  Καλαίσθητη αναμφίβολα η γαλλική αποικιακή αρχιτεκτονική,  πώς όμως να παραβλέψεις το γεγονός ότι επιβλήθηκε με τη βία πάνω στα συντρίμμια της αραβικής ιστορικής κληρονομιάς;  

 


 

Από τότε βέβαια κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι και η ίδια η ζωή φρόντισε με τον τρόπο της για τη μερική έστω αποκατάσταση της ιστορικής συνέχειας. Χρόνος ανίκατε μάχαν. Αδιάψευστη απόδειξη, οι πολύχρωμες μπουγάδες που ανεμίζουν χαρούμενα στα μπαλκόνια των άλλοτε αρχοντικών πλάι στα δορυφορικά πιάτα για την απρόσκοπτη λήψη του Αλ Τζαζίρα, πιστοποιώντας την πανηγυρική επανοικειοποίηση της Κάτω Κάσμπα από το αραβικό λαϊκό στοιχείο.

 

Όσο για την πάλαι ποτέ γαλλοκρατούμενη αριστοκρατική corniche, αυτή πια κι αν υπέστη την έσχατη καταρράκωση του κοινωνικού της κύρους, καταδικασμένη πλέον να φέρει  το στίγμα της μετονομασίας της από λεωφόρο (γαλλικής) Δημοκρατίας σε –άκουσον άκουσον- λεωφόρο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Τι σου είναι λοιπόν τα γυρίσματα της Ιστορίας...

 


 

Μέσα στης Κάσμπα τα στενά


Διασχίζοντας εγκάρσια την ηλιόλουστη Πλατεία Μαρτύρων,  εισχωρούμε στους πίσω δρόμους, ή μάλλον για ν’ ακριβολογούμε πασχίζουμε ν ’ανοίξουμε κάποια δίοδο στο αδιαχώρητο που επικρατεί.

 

Δεν χωράει αμφιβολία πως εδώ χτυπάει η εμπορική καρδιά της Κάσμπα.

 

Το φωνάζει σε όλους τους τόνους η ποικιλία της στοιβαγμένης πραμάτειας, καθώς και η πρωτοφανής πυκνότητα του αργοκίνητου πλήθους που ελίσσεται ανάμεσά της, εισβάλει στα μικρομάγαζα, ανταμώνει με φίλους στα καφενεία και στα κεμπαμπτζίδικα ή σπρώχνεται μπροστά στους πάγκους παζαρεύοντας τα πάντα, από μισό κιλό πορτοκάλια μέχρι υφάσματα, κοσμήματα ή γυαλικά.

 

Μέσα στο πανδαιμόνιο, ξεχωρίζω τον μικροπωλητή που διαλαλεί τις ολόφρεσκες γαλλικές μπαγκέτες του, εναλλάξ με τον πλανόδιο που περιφέρει ένα κοφίνι ξέχειλο από αραβικές πίτες. Δημιουργική πολιτισμική όσμωση.  


 

Ώσπου, εκεί όπου λιγότερο το περιμένεις, λίγα μόλις μέτρα από το τζαμί Κέτσουα, επίκεντρο του μεγαλύτερου συνωστισμού και της οχλοβοής, αρκεί να ανηφορίσεις  ένα οποιοδήποτε από τα σοκάκια που τέμνουν την οδό Άχμεντ Μπουζρίνα  για να διασχίσεις λες κάποιο αόρατο σύνορο που χωρίζει την Κάτω από την Άνω Κάσμπα και να βρεθείς ξαφνικά σ’ έναν ολότελα διαφορετικό κόσμο.

 

Έναν κόσμο αθόρυβο, σκιερό και δαιδαλώδη, κουβάρι ανεξιχνίαστο από σοκάκια που ακατάπαυστα στρίβουν, διακλαδίζονται, περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό τους, αποκλίνουν, διασταυρώνονται, προσκρούουν σε ξεφλουδισμένους τοίχους, χάνονται σε εσωτερικές αυλές, επανεμφανίζονται πίσω από μπουγάδες, μεταμφιέζονται σε χαμηλές στοές, χώνονται σε μυστικά περάσματα, κουρνιάζουν δίπλα σε σφυρήλατες πόρτες, μεταλλάσσονται σε σκάλες που σκαρφαλώνουν φιδογυριστά τις πλαγιές κι άλλες που κατακρημνίζονται απότομα προς τη θάλασσα σε μία κλίση ιλιγγιώδη, δικαιώνοντας έτσι πανηγυρικά την ονομασία «Κάσμπα». 

 

Γιατί η λέξη στ’ αραβικά σημαίνει οχυρό, ευθεία αναφορά στην εποχή όπου στην αγκαλιά της ιστορικής συνοικίας χωρούσε ολόκληρη η πόλη του Αλγερίου, χτισμένη ψηλά με εποπτική θέα πάνω στο λιμάνι,  σε μια φυσικά οχυρωμένη θέση που της εξασφάλιζε σημαντική προστασία από τις επιδρομές των πειρατών.

 

Ή μάλλον, για ν’ ακριβολογούμε, των άλλων πειρατών,  καθώς η ίδια η Κάσμπα ξεκίνησε την καριέρα της και άνθισε επί αιώνες ως κατ’ εξοχήν πειρατικό στέκι, μ’ επικεφαλής μάλιστα έναν από τους διασημότερους κουρσάρους όλων των εποχών:  τον περιώνυμο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα.


Πειρατές όλου του κόσμου ενωθείτε!


Το άστρο του εν λόγω Κοκκινογένη ανέτειλε για τα καλά το 1518 όταν μ’ ένα αιφνιδιαστικό ντου κατάφερε να αποσπάσει στο όνομα της Υψηλής Πύλης το βορειοαφρικάνικο λιμάνι μέσα από τα χέρια των Ισπανών, ενταφιάζοντας μια και καλή τα όνειρα των τελευταίων ν’ απλώσουν την αρίδα τους, μαζί με το μακρύ χέρι της Ιεράς Εξέτασης, στην απέναντι όχθη της Μεσογείου.

 

Όποιος πρόλαβε πρόλαβε. Από κει και ύστερα, και για τους επόμενους τρεις αιώνες, οι μόνοι ευυπόληπτοι Ευρωπαίοι που πατάνε το πόδι τους στο Αλγέρι είναι όσοι έχουν την κακοτυχία να πέσουν θύματα εν πλω κάποιου πειρατικού ρεσάλτου και να συρθούν εκεί για πούλημα στα τοπικά σκλαβοπάζαρα.

 

Κατά τα λοιπά, βίζες και πράσινες κάρτες χορηγούνται αποκλειστικά σε άτομα που  τυγχάνει ν’ ανήκουν στο ίδιο επαγγελματικό σινάφι με τον Μπαρμπαρόσα, αδιακρίτως χρώματος, θρησκεύματος, ή εθνικής καταγωγής. Ο ρατσισμός ως γνωστόν είναι ο πολιτισμός των ηλιθίων και οι πάσης φύσεως επιχειρηματίες όλων των εποχών, νόμιμοι ή λιγότερο νόμιμοι, πάντα στάθηκαν αρκετά ξύπνιοι για να μην αυτοπεριορίζονται με περιττές  προκαταλήψεις σε βάρος των επωφελών συναλλαγών τους.


 Έτσι λοιπόν το Αλγέρι σύντομα καθιερώνεται ως έδρα μιας άτυπης πειρατικής διεθνούς, όπου συρρέει κάθε καρυδιάς καρύδι: Σικελοί προπομποί της μαφίας, ξέμπαρκοι Άραβες εκδιωχθέντες από τους Ισπανούς μετά την επανάκτηση της Ιβηρικής, σκανδιναβοί τυχοδιώκτες, Μαλτέζοι και Κορσικανοί μαχαιροβγάλτες, ο μπαξές έχει απ’ όλα, συμπεριλαμβανομέ-νων βεβαίως βεβαίως και ουκ ολίγων ρωμαίικων παλιόμουτρων, για να μην ξεχνιόμαστε.

 

Η Κάσμπα διανύει τότε τη χρυσή της περίοδο ως off shore φορολογικός παράδεισος, βλέποντας τον συσσωρευμένο πλούτο από τα πειρατικά γιουρούσια να μετατρέπεται σε πολυτελείς βίλες και τα σοκάκια της να γεμίζουν με τα πιο εκλεπτυσμένα δείγματα οθωμανικής αρχιτεκτονικής.  


Τα πράγματα θα αλλάξουν άρδην με την έλευση των Γάλλων το 1830, οι οποίοι μετά τη νικηφόρα άλωση του λιμανιού του Αλγερίου και την εκδίωξη του πολύχρωμου πειρατικού συρφετού, δεν θα αρκεστούν απλά στον αποικισμό της Αλγερίας, παρά θα την προσαρτήσουν ολοκληρωτικά το 1848 βαφτίζοντας την «γαλλική επαρχία» και «αναπόσπαστο τμήμα της γαλλικής επικράτειας».   

 

Ο σπόρος για τον αιματηρό πόλεμο της Αλγερίας που θα ξεσπάσει έναν περίπου αιώνα αργότερα έχει μόλις ριχθεί. 

 

 

Αλί η Αιχμή

 

Τα απότομα σκαλοπάτια που ανεβαίνουμε ασθμαίνοντας καταλήγουν απροσδόκητα σε μια μικροσκοπική πλατεία όπου δεσπόζει μια υπέροχη οθωμανική κρήνη. Γιατί όμως έχω την αίσθηση ότι αυτό το μέρος κάπου το έχω ξαναδεί;

 

Η εικόνα όσων με περιβάλουν αρχίζει να φλουτάρει για να βυθιστεί αργά μέσα σε μιαν άλλη βγαλμένη από το μακρινό παρελθόν και φτιαγμένη αποκλειστικά από ασπρόμαυρες κινηματογραφικές μνήμες.


Αλγέρι, 1956. Καθισμένος στη θέση μου, στην κορυφή της σκάλας, ένα άντρας περιμένει τυλιγμένος στη λευκή τζελαμπάγια του. Η κατεβασμένη κουκούλα σκιάζει το πρόσωπό του,  έτσι που να μην μπορεί να αναγνωριστεί από τους περαστικούς. Ένας δεκάχρονος γαβριάς που πλέει μέσα σ’ ένα χιλιομπαλωμένο παντελόνι κι ένα καταταλαιπωρημένο σακάκι, κληροδοτήματα προφανώς κάποιου μεγαλύτερου αδελφού, τον πλησιάζει από πίσω και τον ακουμπάει στον ώμο.


Ο άντρας ρίχνει μια ματιά στο παιδί και του πετάει ένα βαριεστημένο «δίνε του». Ο μικρός όμως δεν φαίνεται να πτοείται από την εχθρική ατάκα παρά απαντάει με μια μάλλον απρόσμενη συνθηματική φράση:

 

- Οι άνθρωποι έχουν δυο πρόσωπα. Ένα που γελάει και ένα που κλαίει.

 

Ο άντρας τώρα στρέφεται προς το παιδί φανερώνοντας το πρόσωπό του. Τα χαρακτηριστικά του είναι αδρά και γωνιώδη, σμιλεμένα λες από καλέμι, και φωτίζονται από ένα βλέμμα αιχμηρό όσο και το ψευδώνυμό του. Πρόκειται για τον Ali La Pointe, δηλαδή Αλί η Αιχμή, κατά κόσμο Αλί Αμμάρ, πρωταγωνιστική φιγούρα της Μάχης του Αλγερίου.

 

Από την έκφρασή του καταλαβαίνεις πως έχει αιφνιδιαστεί τελείως από την παρουσία του μικρού.

 

- Μα καλά, εσένα βρήκαν να στείλουν;

- Ναι, γιατί, υπάρχει πρόβλημα;

 

Και την ίδια στιγμή ο πιτσιρικάς του χώνει συνωμοτικά ένα σημείωμα στο χέρι.


 

- Μπονζούρ μαντάμ, μπιενβενί α λα Κασμπά.

 

Η φωνή που μόλις μας καλωσόρισε σβήνει την φιλμική εικόνα του Petit Omar, του μικρού «ταχυδρόμου» του FLN καθώς κουτρουβαλάει τη σκάλα για να χαθεί βιαστικά στο πρώτο στενό, και μ’ επαναφέρει στην παρούσα έγχρωμη πραγματικότητα.

 

Από το κατώφλι της δίφυλλης διακοσμημένης πόρτας που τη σκιάζει ένας εξώστης στηριγμένος σε λοξές ξύλινες αντηρίδες, μια στρογγυλοπρόσωπη μαντυλοφορούσα κυρία μας γνέφει να περάσουμε μέσα. Στην Κάσμπα είναι νόμος: δεν υπάρχει περίπτωση να διασταυρωθείς με άνθρωπο χωρίς να εισπράξεις  ένα ζεστό χαμόγελο, μια εγκάρδια κουβέντα ή μια πρόσκληση για κατ’ οίκον επίσκεψη, καλή ώρα όπως τώρα.

 

Λες και σ’ αυτά τα φιλόξενα σοκάκια, η υλική ένδεια και ο πλούτος ψυχής βαδίζουν εξ’ ορισμού  χέρι χέρι, μια διαπίστωση που αρνούμαι ωστόσο να αναγάγω σε κανόνα  καθώς αδυνατώ ακόμα να συμφιλιωθώ με την ιδέα πως το γονιμότερο έδαφος για να καλλιεργηθούν τα ευγενικά συναισθήματα είναι αυτό της φτώχειας που κυριαρχεί στο σπίτι όπου μόλις μπήκαμε.

 



Ξηλωμένα πλακάκια, πεσμένοι σοβάδες και τοίχοι σκασμένοι από την υγρασία συνθέτουν το σκηνικό του κατ’ ευφημισμό καθιστικού, του οποίου η επίπλωση εξαντλείται σε τέσσερα πλαστικά σκαμπό, ένα ξύλινο καφάσι του μανάβη και μια απερίγραπτη  πολυθρόνα με ταπετσαρία από σκοροφαγωμένο βυσσινί βελούδο, όπου βρίσκεται θρονιασμένος ο ανάπηρος πατριάρχης του σπιτιού.

 

Σ’ αυτό το μάλλον σουρεαλιστικό ντεκόρ θα πιούμε το τσάι που θα μας σερβίρει η οικοδέποινά μας η Γιασμίνα, πριν μας ξεναγήσει στα ενδότερα μαζί με το γιο της τον Αμπντελκαντέρ. Ποια ενδότερα δηλαδή, τρόπος του λέγειν, αφού το καθιστικό βγάζει σε κάτι που αρχικά εκλαμβάνω ως  εσωτερική αυλή, μέχρι να συνειδητοποιήσω πως ο φαινομενικά αίθριος χώρος δεν είναι στην πραγματικότητα παρά το αποτέλεσμα της μερικής κατάρρευσης του πάνω ορόφου.

 

- Δυστυχώς δεν έχουμε χρήματα για επισκευές, απολογείται η Γιασμίνα

 

- Γιατί μάνα δεν λες όλη την αλήθεια; την αποπαίρνει ο γιος της.

 

Η Ουνέσκο ενέκρινε ένα σωρό κονδύλια για την αναστήλωση και τη διάσωση της Κάσμπα, συνεχίζει οργισμένος ο νεαρός, μόνο που τα λεφτά αυτά δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους. Ας είναι καλά οι αξιωματούχοι που τα τσέπωσαν καθ’ οδόν.Να, ορίστε, ελάτε να δείτε και μόνοι σας. 

 

Αχ καρδιά μου, ποια να είναι η αιτία;

 

Ανεβαίνοντας από τη σκουριασμένη στριφογυριστή σκάλα και ισορροπώντας σε διάφορα μαδέρια, με τα πολλά καταφέρνουμε να φτάσουμε ως την ταράτσα του σπιτιού.  Το θέαμα που μας αποκαλύπτεται είναι γροθιά στο στομάχι.

 

Τέρμα οι περίτεχνες ξύλινες πόρτες, τέλος και τα σκιερά χαγιάτα. Αυτά είναι για να ξεγελούν τα μάτια στην επί εδάφους βόλτα, καλύπτοντας εντέχνως τις ουλές της παρακμής κάτω από το μέικαπ της γραφικότητας.

 

Υπό το άπλετο φως του ήλιου κι από μια πανοραμική θέα που την αγκαλιάζει όλη μέχρι κάτω το λιμάνι, η Κάσμπα εκτίθεται απροκάλυπτα σαν πτώμα στον πάγκο του νεκροτομείου, με τις πληγές της χαίνουσες και εμφανή όλα τα σημάδια της κακοποίησης.

 

Από εδώ πάνω η μόνη πλέον αλήθεια είναι αυτή της εγκατάλειψης, ένας ωκεανός από ερειπωμένες ταράτσες, γκρεμισμένα ντουβάρια και λαμαρινένια στέγαστρα, αδιάψευστοι μάρτυρες μιας ανέχειας απύθμενης που προβάλει μπροστά μας χωρίς φτιασιδώματα, γυμνή και σκληρή όπως είναι η εξ’ ορισμού η φτώχεια.  Μια φτώχεια που δεν αναιρείται, παρά αναδύεται ακόμα πιο ωμή μέσα από το δάσος των δορυφορικών πιάτων που προβάλουν ανάμεσα στις μπουγάδες και τα χαλάσματα, μοναδικό στοιχείο «εκσυγχρονισμού», και το πιο περιττό απ’ όλα, μιας συνοικίας που έχει αφεθεί στην κατάρρευση, συμπαρασύροντας μαζί της το σημαντικότερο ίσως κομμάτι από την ίδια την ιστορία της Αλγερίας.

 

Μ’ ένα κόμπο στο λαιμό, κοιτάζω τις χαμοκέλες εκείνων που μισό αιώνα πριν ορθώσανε άφοβα το ανάστημά τους απέναντι στις επίλεκτες μονάδες του γαλλικού στρατού, με μόνη προσδοκία λίγη αξιοπρέπεια κι ένα καλύτερο αύριο για τα παιδιά τους, για να ριχτούν εν τέλει και πάλι στην ίδια κοινωνική μοίρα  από ηγεσίες ανάξιες και μεταλλαγμένες.

 

Και με τον ίδιο πάντα κόμπο να με πνίγει,  αναρωτιέμαι πόσα άραγε αποτυχημένα πειράματα καλών ή δόλιων προθέσεων, πόσα τυφλά ξεσπάσματα βίας επί δικαίων και αδίκων, πόσες οδυνηρές ματαιώσεις και διαψευσμένες ελπίδες θα πρέπει ακόμα να υποστεί η όπου γης ανθρωπότητα μέχρι να φτάσει κάποτε η μέρα - ίσως, πιθανόν, ενδεχομένως, ποιος ξέρει; - να πάρουν επιτέλους τα όνειρα εκδίκηση.

 

Στο πλάι μου ο Αμπντελκαντέρ, λες και μαντεύει τις σκέψεις μου, σημαδεύει την Κάσμπα με μια κίνηση του χεριού και σχολιάζει:


- Υπάρχει κάτι άδικο σε όλα αυτά, δεν νομίζετε;

 

Σαν αντίλαλος του ίδιου παράπονου, το τραγούδι  της Σουάντ Μασί  δραπετεύει από το ανοιχτό παράθυρο κάποιου χαμόσπιτου κι απλώνει το λυγμό του πάνω στον μαχαλά:

 


Αχ καρδιά μου, η πληγή σου δεν λέει να κλείσει. Αχ καρδιά μου, ποια να είναι η αιτία;

 

Για περισσότερες φωτογραφίες:  

Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν | Πάμε γι' άλλα... 

 

Διαβάστε επίσης:   

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΑΛΓΕΡΙΟΥ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

 

ΑΛΓΕΡΙΑ 1 - ΣΑΧΑΡΑ, ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν