ΚΙΝΑ 2 - ΣΙΝ ΓΙΑΝΓΚ, ΣΤΗ ΓΗ ΤΩΝ ΟΥΙΓΟΥΡΩΝ

Front Picture: 

«Κρανίου τόπος» είναι η φράση που μου καρφώθηκε στο μυαλό από τη στιγμή που διασχίσαμε την πύλη της αρχαίας πολιτείας. Και όμως, αυτά τα απόκοσμα σχήματα που αντικρίζουν τα μάτια μας, ανήκουν σε αλλοτινά μέγαρα, ναούς και σπίτια που όλα μαζί συνέθεταν κάποτε μια σπουδαία πόλη στο Δρόμο του Μεταξιού, πρωτεύουσα μάλιστα του ουιγούρικου βασιλείου του Κότσο. Περασμένα μεγαλεία…

 

Του Κώστα Ζυρίνη

Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩΔΡΟΜΙΟ του ΕΠΕΝΔΥΤΗ, τεύχος αρ. 11/28.09.2013


Προηγείται: ΚΙΝΑ 1 - ΠΕΚΙΝΟ, Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟ ΜΑΥΣΩΛΕΙΟ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

 

Βρισκόμαστε στο αεροδρόμιο του Πεκίνου προκειμένου να πετάξουμε για το Σιν Γιάνγκ, το κινέζικο Φαρ Ουέστ, και πιο συγκεκριμένα κατά Ουρούμτσι μεριά. Η έλλειψη ύπνου θα υπονομεύσει την οφειλόμενη από μας ενάργεια σε μια Κίνα με την οποία δεν έχουν κοινούς γλωσσικούς ή άλλους σωματικούς κώδικες επικοινωνίας. Μιλάμε για μεγάλο ζόρι, μην το ψάχνεις!

 

Για την ώρα πάντως το μόνο που επιθυμούμε διακαώς είναι μια καλή θέση στο αεροσκάφος ‘ώστε να ρίξουμε έναν παρατεταμένο ηδονικό ύπνο. Όμως, μέχρι τότε θα μεσολαβήσουν όλα εκείνα τα ψυχοφθόρα διαδικαστικά στα οποία οι Κινέζοι είναι βιρτουόζοι σπασίκλες. Αν δεν σου βγάλουν το λάδι δεν θα κοιμηθούν ήσυχοι το βράδυ. Έτσι, πριν από το τσεκ-ιν, πρέπει να ξεφορτωθούμε οπωσδήποτε – εκτός από τα οπλοπολυβόλα μας – και τους ύποπτους αναπτήρες με βάση τους οποίους θα μπορούσαμε «εν δυνάμει» να κάνουμε μια καραμπινάτη αεροπειρατεία  και να ρίξουμε, ας πούμε, το αεροσκάφος στην πλατεία Τιεν-Αν-Μεν, ακριβώς πάνω από το μαυσωλείο του Μεγάλου Τιμονιέρη. Ούτε ένα σπίρτο δεν μπορούμε να μεταφέρουμε, ακόμη κι αν είναι συσκευασμένο στη βαλίτσα που θα φορτωθεί στις αποσκευές. Τι να πεις; Κινέζοι …!

 

Μια πτήση τεσσάρων ωρών και βάλε. Σαν να λέμε Αθήνα-Μόσχα. Μόνο που αντί να διασχίσομε τον εναέριο χώρο πέντε-έξι χωρών όπως θα συνέβαινε στην Ευρώπη, στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για μια απλή πτήση εσωτερικού. Για να μετρήσουμε καλύτερα το αχανές της κινεζικής γης.

 

 

Μέσα στο ιπτάμενο μεταλλικό κήτος είμαστε οι μόνοι «δυτικοί». Όλοι οι άλλοι είναι Κινέζοι και, κυρίως, Ουιγούροι. Δεν ξέρω αν είναι καλό σημάδι αυτό, αλλά μ’ αρέσει. Θέλω την ηδονική ψευδαίσθηση του και καλά εξερευνητή!

 

Επιτέλους πατάμε ξανά σε στέρεο έδαφος! Δείχνουμε στον Κινέζο ταρίφα το μαγικό χαρτάκι με τη διεύθυνση γραμμένη σε άπταιστα ιδεογράμματα. Δεν ήταν απαραίτητα μούργος για να κάνει το ταξίμετρο να τρέχει, αλλά μάλλον κάπου μπερδεύτηκε ο φουκαράς. Με τα πολλά βρήκε τον στόχο. Εδώ που τα λέμε, και ντόπιος να είσαι, δεν είναι δα και εύκολο να εντοπίσεις ένα τόσο σκοτεινό χόστελ με ψιλομίζερη είσοδο σε τέτοια καταχθόνια λαβυρινθώδη συνοικία. Μόνο μια Ισαβέλλα διαθέτει το ταλέντο να επιλέγει καταλύματα άγνωστα ακόμα και στους ιθαγενείς!

 

Σαν ασιατικό Λας Βέγκας

 

Στο κέντρο της πόλης. Γιγάντια συγκροτήματα από ουρανοξύστες. Αλυσίδες επί αλυσίδων πολυκαταστημάτων. Μπροστά μας περνάει υπεροπτικά μια δεκάμετρη λευκή λιμουζίνα. Σταματάει για να επιβιβάσει μια νύφη δεκαοκτώ, περίπου, Μαϊων που μόλις αγόρασε κάποιος κακομούτσουνος πενηνταπεντάρης μεγιστάνας. Μα καλά, πού ήρθαμε; Σε κάποιο ασιατικό Λας Βέγκας; Υπομονή, αποφαίνεται η καλή μου. Από τότε που βρέθηκε πετρέλαιο στην έρημο Τακλαμακάν, το Ουρούμτσι έχει γίνει το νέο κινέζικο Ελντοράντο και οι έποικοι πλακώνουν με τρελούς ρυθμούς. Πιο βαθιά μέσα στο Σιν Γιάνγκ υποτίθεται πως τα πράγματα θα είναι διαφορετικά. Ας το ελπίσουμε, γιατί αλλιώς … νοιώθω έτοιμος για μεταβολή.

 

 

Την επομένη το πρωί, κι αφού ήπιαμε τα σχετικά καφέδια μας από τις προσωπικές μας καβάτζες, ζητήσαμε από τον νεαρό της ρεσεψιόν να ξεσκονίσει τα πέντε αγγλικούλια του και να μας γράψει κινεζοειδώς σ’ ένα χαρτί μερικές φράσεις-κλειδιά όπως «νότιος σταθμός λεωφορείων», «παρακαλώ δυο εισιτήρια για την Τουρπάν» και «πού είναι η τουαλέτα»… Αυτό το τελευταίο θ’ αποδειχτεί παντελώς άχρηστο αφού στην επαρχιακή Κίνα είναι ένα είδος περίπου σπάνιο.

 

Και όμως το σύστημα λειτούργησε! Ο ταξιτζής μας άφησε πράγματι στο νότιο σταθμό λεωφορείων και σε χρόνο ντετέ μια κυρία στην οποία επιδείξαμε τη μαγική φράση προθυμοποιήθηκε να μας βγάλει τα εισιτήρια και με νοήματα να μας δείξει το σωστό όχημα. Να’ ναι καλά η γυναίκα!

 


Πρέπει να είναι δεκαπέντε του Απρίλη, αλλά και να μην είναι δεν χάθηκε ο κόσμος. Καλύτερα να μην νοιώθω τον χρόνο να μας τρέχει. Μας τρέχει όμως ένα λεωφορείο με προορισμό την Τουρπάν. Η διαδρομή είναι άνετη. Ρουφάω ηδονικά το τοπίο. Έχω ήδη ξεχάσει το Ουρούμτσι και τους ουρανοξύστες του. Για σκέψου! Είμαστε στη βαθιά Κίνα με στόχο να πορευτούμε στον «Δρόμο του Μεταξιού». Η μάλλον, για να το θέσω ορθότερα: για να κινηθούμε κατά μήκος ενός τμήματος του εν λόγω «δρόμου» , τη φυσική συνέχεια του οποίου έχουμε ήδη διατρέξει, σε άλλα ταξίδια, από τη μεριά τον ανεξάρτητων «σταν» που αποσπάστηκαν από την κυριαρχία της πάλαι ποτέ Σοβιετίας. Ήτοι: Ουζμπεκιστάν, Τουρκμενιστάν, Τατζικιστάν, Κιργιστάν και δεν συμμαζεύεται.


 


Στα περίχωρα της Τουρπάν

  

Στην Τουρπάν καταλύουμε σ’ ένα ξενοδοχείο, το οποίο σε πρώτη ματιά είναι κάτι παραπάνω από άψογο, και επιπλέον, πολύ κοντά στην αφετηρία των λεωφορείων. Ούτε ξεθέωμα στο κουβάλημα ούτε άλλα μαζοχιστικά. Γύρω στα δεκαοκτώ ευρώ με πρωινό.

 

Ντάξει, πλάσμα τηλεόραση που δεν πρόκειται να δούμε, έχει, αλλά σαπουνάκια για ν’ αποκαθάρουμε το ταλαιπωρημένο μας σαρκίο ούτε για δείγμα. Τι τους λες τώρα; Και σε ποια γλώσσα;


 

 

Στη ρεσεψιόν θα μας πλευρίσει κι ένας γελαστούλης Ουιγούρος για να μας προτείνει να τον μισθώσουμε μαζί με το όχημά του επί σκοπόν να μας περιφέρει στα περίχωρα της Τουρπάν. Γιατί όχι; Συμπαθητικούλης φαίνεται, λογική η τιμή του, φύγαμε!

 

Ο γελαστούλης που ακούει στο όνομα Άχμεντ, μας οδηγεί πρώτα σ’ ένα «καρέζ». Το επιλεγόμενο καρέζ είναι ένα σύστημα άρδευσης που υφίσταται στο Σιν Γιανγκ από τουλάχιστον δυο χιλιάδες χρόνια, και το οποίο συνίσταται στο σκάψιμο διαφόρων πηγαδιών βάθους δέκα περίπου μέτρων, οι πυθμένες των οποίων συνδέονται μεταξύ τους με οριζόντια κανάλια. Εκμεταλλευόμενα την κλίση του εδάφους, τα κανάλια αυτά, ύψους ένα εβδομήντα και πλάτος γύρω στα εξήντα εκατοστά, συγκεντρώνουν τα νερά των γύρω ορέων και τα μεταφέρουν υπογείως ποτίζοντας ολόκληρη την περιοχή και γλιτώνοντας την εξάτμιση διότι, ειρήσθω εν παρόδω, η Τουρπάν έχει χτιστεί σ’ ένα βαθυπέδιο το οποίο βρίσκεται εκατόν πενήντα μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Περίπτωση!

 

Επί τούτου που λες, είναι ένας χώρος-μουσείο όπου αναπαριστά σε μακέτες μεγάλου μεγέθους, το πώς ακριβώς γινόταν η αυτή η εκσκαφή των υπόγειων καναλιών εκείνα τα πανάρχαια χρόνια. Όλα με τα χέρια, βεβαίως, και με αυτοσχέδιες ξύλινες τροχαλίες. Κατέβαινε ο προλετάριος στο πηγάδι και ανέβαζε τα μπάζα σε κουβάδες μ’ έναν συνδυασμό από τις προειρημένες τροχαλίες. Αργότερα, κι επειδή οι εν λόγω είλωτες πέθαιναν στο άνθος της ηλικίας τους, άρχισαν να χρησιμοποιούνται ζώα έλξης, ενώ τώρα πια – γιατί ακόμα και σήμερα εφαρμόζεται το εν λόγω σύστημα – χρησιμοποιούν μηχανικά μέσα.

 

Στην εποχή της ακμής του, αυτό το σύστημα άρδευσης έφτασε να μετράει πέντε χιλιάδες διακόσια χιλιόμετρα μήκος καναλιών – ναι, καλά διάβασες, δεν πρόκειται για τυπογραφικό λάθος – σε όλη την επαρχία του Σιν Γιανγκ. Η Τουρπάν είναι η καρδιά αυτού του συστήματος, με την έννοια ότι είναι μια όαση περιτριγυρισμένη από ερημικές περιοχές κι από ψηλά βουνά που κατεβάζουν έναν περίδρομο νερά, τα οποία νερά, με τη σειρά τους, μαζεύονται σ’ ατή τη γήινη λεκάνη.  Όσα δεν φτάνει η αλεπού, πηδάει και τα φτάνει.

 

 

Την αρχαία πολιτεία που ακούει στο όνομα Τζιαοχέ χωρίζουν από την Τουρπάν καμιά δεκαριά χιλιόμετρα και περί τους εφτά-οκτώ αιώνες. Αυτή η Τζιαοχέ, που λες, πολύ πριν καταντήσει αρχαιολογικός χώρος, ήταν μια αξιοσημείωτη πόλη με εξήμισι χιλιάδες κατοίκους και σταδιοδρόμησε μάλιστα και ως σταθμός στρατευμάτων κατά την κινεζική δυναστεία Τανγκ. Χτίστηκε λίγο πριν από τις αρχές της δικής μας χρονολογίας και άκμασε ως σημαντικός κρίκος του περίφημου Δρόμου του Μεταξιού, μέχρι που λεηλατήθηκε κατά το πέρασμα των Μογγόλων του Τζέγκις Χαν, οπότε και κανείς δεν ξαναμίλησε πια γι αυτήν. Εγκαταλειμμένη άρον άρον από τους κατοίκους της, παραδόθηκε στα στοιχεία της φύσης με αποτέλεσμα, ως αμιγώς πλινθόκτιστη, να λιώσει κυριολεκτικά μέσα στον ίδιο της τον εαυτό. Κάπως έτσι δημιουργήθηκαν όλα αυτά τα γοητευτικά γήινα γλυπτά που αποθησαυρίζει άπληστα η φωτογραφική μου.

 

 

Με φέσια και μαντίλες

 

Η βόλτα στο παζάρι της Τουρπάν σφραγίζεται από ανάλογη φωτοθηρία, αλλά με εντελώς διαφορετική στόχευση αυτή τη φορά. Εδώ, στην Τουρπάν, είναι οι άνθρωποι που κλέβουν την παράσταση, με σωματικά χαρακτηριστικά και ντυσίματα ολότελα διαφορετικά από τα αναμενόμενα. Περιστοιχισμένος από πρόσωπα κατά κύριο λόγο ινδοευρωπαϊκά, άντε και με μερικές μογγολικές πινελιές πότε πότε, αισθάνομαι να αιωρούμαι κάπου μεταξύ Τασκένδης και Μπίσκεκ, πασχίζοντας την ίδια στιγμή να χωνέψω ότι τα κεφάλια που καλύπτονται με φέσια και λουλουδάτες μαντίλες, ανήκουν παρ’ όλα αυτά σε Κινέζους πολίτες. Μα, θα μου πεις – και ορθά – η εθνική συνείδηση δεν είναι θέμα φυλετικής καταγωγής παρά πρωτίστως πολιτισμικό. Έλα μου όμως που πολιτισμικά οι Ουιγούροι είναι σκέτοι … Ουιγούροι, άντε το πολύ Κεντρασιάτες. Όσο για την απόσταση που τους χωρίζει από το Πεκίνο, κάτι μου λέει ότι αυτή δεν είναι μόνο χιλιομετρική.

 

 


Μας το επιβεβαιώνει με τον τρόπο του ο γελαστούλης οδηγός μας, ο Άχμεντ, ο οποίος σήμερα έχει φέρει μαζί του και την τετράχρονη κορούλα του, αφού δεν είχε πού να την αφήσει, ντυμένη στα παραδοσιακά της ρουχαλάκια και με το κεφαλάκι της πλήρως καλυμμένο, λες και τη ρωτήσανε αν θέλει να είναι μουσουλμάνα κι αυτή απάντησε «ναι» χωρίς δεύτερη κουβέντα.

 

Σειρά στο σαφάρι μας έχει ένας ακόμη αρχαιολογικός χώρος που ακούει στο όνομα Γκαοτσάν, ελληνιστί Γκαουσιανή.

 


- Έρχονται ξένοι ταξιδιώτες στην Τουρπάν, ρωτάει η Ισαβέλλα τον Άχμεντ, όταν για μια ακόμη φορά διαπιστώνουμε ότι είμαστε οι μοναδικοί επισκέπτες στο γκισέ των εισιτηρίων.

- Οουυ! Πάρα πολλοί, αποφαίνεται με έμφαση ο συμπαθής Ουιγούρος μας.

- Τι εθνικότητας; Άγγλοι; Γερμανοί; Αμερικάνοι;

- Όχι, όχι. Κινέζοι!

 

Ντάλα ο ήλιος. Ο ιδρώτας μας έχει μουλιάσει και διανύουμε μήνα Απρίλιο. Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα είναι εδώ τον Αύγουστο. Όπως και η Τζιαοχέ, έτσι και τούτη δω, η Γκαοτσάν, λιώνει σαν το κερί μέσα στον εαυτό της. «Κρανίου τόπος» είναι η φράση που μου καρφώθηκε στο μυαλό από τη στιγμή που διασχίσαμε την πύλη της εν λόγω αρχαίας πολιτείας. Και όμως, αυτά τα απόκοσμα σχήματα που αντικρίζουν τα μάτια μας, ανήκουν σε αλλοτινά μέγαρα, ναούς και σπίτια που όλα μαζί συνέθεταν κάποτε μια σπουδαία πόλη, πρωτεύουσα μάλιστα του ουιγούρικου βασιλείου του Κότσο. Περασμένα μεγαλεία…

 

 

 

Το Τουγιόκ βρίσκεται καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα πέρα από την Τουρπάν και είναι κι αυτό αμιγώς πλινθόκτιστο.

 

 

Δεν ξέρω αν  μελλοντικά θα γνωρίσει τύχη ανάλογη με αυτή της Γκαοτσάν και της Τζιαοχέ, πάντως για την ώρα είναι ένα υπέροχο χωριό, χτισμένο από τις δυο πλευρές μιας κατάφυτης κοιλάδας, ζωντανό μνημείο σύγχρονης ουιγούρικης αρχιτεκτονικής.


 

 

 

Ξεχωριστό στοιχείο αποτελούν οι αποθήκες των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων και κυρίως της σταφίδας που είναι η βασική παραγωγή της περιοχής. Οι τοίχοι αυτών των αποθηκών είναι από πλίνθους χτισμένους έτσι ώστε ν’ αφήνουν μεγάλα κενά μεταξύ τους σε μορφή πλέγματος: ένας πλίνθος – ένα κενό – ένας πλίνθος – ένα κενό. Μ’ αυτόν τον τρόπο δομείται ένα διάτρητο περιβάλλον που επιτρέπει την αέναη κυκλοφορία του αέρα προστατεύοντας τη συγκομιδή από τις ψηλές θερμοκρασίες. Σα να λέμε ένα φυσικό αιρ κοντίσιον. Τι επινοεί ο άνθρωπος!


 

 

Χαμένοι στη μετάφραση                                                                                                    

Πίσω στην Τουρπάν. Είμαστε αραχτοί σε μιαν υπέροχη αλέα με φυτά, δέντρα και κληματαριές. Προσπαθούμε να δώσουμε στο παλικάρι του μαγαζιού να καταλάβει ότι θέλουμε καφέ. Μας λέει «οκέι», φεύγει, πάει κάπου κι γυρίζει μετά από λίγο γι να μας δείξει διάφορες συσκευασίες που πιθανόν, κατά τη γνώμη του, να έχουν κάποια σχέση με τον καφέ. Κι εμείς τι να καταλάβουμε τώρα από την ουιγούρικη γραφή, μου λες; Του δείχνω ένα στην τύχη, του λέω «αυτό» και … αναμένουμε. Σε λίγο θα μας σερβίρει κάτι που πρέπει να παραδεχτούμε ότι έχει περισσότερη σχέση με την ψαρόσουπα παρά με τον καφέ.

 

 

Σειρά της ιδιοκτήτριας να μας πλησιάσει μ’ ένα χαμόγελο από το ένα αυτί μέχρι το άλλο. Απευθύνεται στην Ισαβέλλα ρωτώντας την κάτι σε άπταιστη ουιγουρική, στη συνέχεια απευθύνεται και σε μένα ρωτώντας με προφανώς κάτι ανάλογο. Απομακρύνεται εμφανώς ικανοποιημένη έστω και χωρίς να πάρει απάντηση.

 

Ωστόσο μια κοπέλα, η κόρη της μάλλον, μας καλεί να περάσουμε μέσα στο μαγαζί. Η μικρή κάθεται στον υπολογιστή, κάτι γράφει, πατάει το πλήκτρο της αυτόματης μετάφρασης και μας βγάζει στ’ αγγλικά τη φράση «μπορώ να μιλήσω ρώσικα». Τώρα μάλιστα!

 

«Ντα», «νιετ» και «ταβάριτς» της λέω, και μ’ αυτά εξαντλούνται οι εκφραστικές μου δυνατότητες στη γλώσσα του Τολστόι. Και μάλιστα τη γνώση της λέξης «ταβάριτς» τη χρωστάω αποκλειστικά στον σύντροφο Λένιν.

 

Εκείνη πάντως βάζει τα γέλια στο άκουσμα του «ταβάριτς» και μετά γράφει μια άλλη φράση στα ουιγούρικα που η αυτόματη μετάφραση αποδίδει στ’ αγγλικά ως «θέλετε ζάχαρη στον καφέ;»

 

Καταπληκτικό, ρε γαμώτο! Συνεννόηση μέσω ίντερνετ! Το φαντάζεσαι; Οπότε της λέω «ντα» και ελπίζω να πιούμε επιτέλους έναν καφέ σ’ αυτή τη χώρα.

 

 

Ήπιαμε πράγματι καφέ! Και μετά απ’ όλες αυτές τις τραγελαφικές μεταφράσεις μέσω ίντερνετ, κατηφορίσαμε τις αλέες για να χαθούμε στα χρώματα και τις μυρουδιές της παλιάς Τουρπάν.

 

Χωθήκαμε στα αναρίθμητα σοκάκια της που άλλα κατέληγαν σε αδιέξοδο κι άλλα στριφογυρίζανε γύρω από τον εαυτό τους.

 

Περιπλανηθήκαμε στις γειτονιές με τα μπουγαδόνερα και τα ανοιχτά λούκια.

 

Ρεμβάσαμε μπροστά στο Εμίν, το αρχαιότερο τζαμί της πόλης, στο χρώμα της άμμου, με την εμφανή κεντρασιατική αρχιτεκτονική που μας παρέπεμψε συνειρμικά στην Μπουχάρα, χωρίς όμως τις τιρκουάζ φαγιάντσες της.



Χαιρετίσαμε παππούδες και γιαγιάδες στα κατώφλια, παίξαμε μπάλα με τους πιτσιρικάδες στα στενά, διαβήκαμε ζωγραφισμένες πόρτες, μπήκαμε σε αυλές και σε σπίτια, κεραστήκαμε τσάγια και γλυκές σταφίδες, παντού καλοδεχούμενοι. Το ταξίδι στη γη των Ουιγούρων είχε πια ξεκινήσει για τα καλά. Και … πού ’σαι! Έπεται συνέχεια. Η Κίνα είναι απέραντη.

 


Για περισσότερες φωτογραφίες: Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν | Πάμε γι' άλλα...

Διαβάστε επίσης: ΚΙΝΑ 1 - ΠΕΚΙΝΟ, Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟ ΜΑΥΣΩΛΕΙΟ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

ΚΙΝΑ 2 - ΣΙΝ ΓΙΑΝΓΚ, ΣΤΗ ΓΗ ΤΩΝ ΟΥΙΓΟΥΡΩΝ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν 


ΚΙΝΑ 3 - ΚΑΣΓΚΑΡ, ΚΑΤΕΔΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

 

 Στο μέλλον θ’ ακολουθήσουν κι άλλα άρθρα για το Δρόμο του Μεταξιού στην Κίνα:

- Παμίρ, το έσχατο σύνορο 

- Γιαρκάντ, Χοτάν, διασχίζοντας την Τακλαμακάν ως το Κούτσε.   

- Ντουνχουάνγκ και Τζαγιουγκουάν.   

- Η θιβετιανή μειονότητα στο Σιαχέ.