ΜΑΛΙ 5 - ΝΤΖΕΝΕ, ΟΝΕΙΡΑ ΠΛΑΣΜΕΝΑ ΑΠΟ ΠΗΛΟ

Front Picture: 

Χέρια όλων των ηλικιών απλώνονται στο πέρασμά μας. Μετά από κάθε κλικ. Πριν από κάθε κλικ. Χωρίς καθόλου κλικ. Δεν επαιτούν. Απαιτούν. Δεν προαιρείσαι. Οφείλεις. Είσαι λευκός. Άρα είσαι πλούσιος. Και άρα δώσε. Cest lAfrique, που θα’ λεγε κι ο φίλος μου ο Ζακ. Και πιο Αφρίκ από το Μαλί και την Ντζενέ δεν γίνεται.

 

Κείμενο: Ισαβέλλα Μπερτράν

Φωτό: Κώστας Ζυρίνης


Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, τεύχος αρ. 191 / 06.12.2003

 


Προηγούνται:

ΜΑΛΙ 1 - ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΠΑΜΑΚΟ ΣΤΟ ΜΟΠΤΙ, ΖΩΗ ΠΟΥ ΧΑΝΕΤΑΙ ΣΤΗ ΣΚΟΝΗ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

ΜΑΛΙ 2 - ΝΤΟΓΚΟΝ, Η ΦΥΛΗ ΤΟΥ ΣΕΙΡΙΟΥ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

ΜΑΛΙ 3 - ΤΙΜΠΟΥΚΤΟΥ, Ο ΟΜΦΑΛΟΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

ΜΑΛΙ 4 - ΠΛΟΥΣ ΕΠΙ ΝΙΓΗΡΟΣ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

 

Μια ροζ μπονμπόν κουνουπιέρα, κι από κάτω της εγώ. Ξαπλωμένη ανάσκελα στο διπλό κρεβάτι, σαν ξεχασμένο κουφέτο μέσα σε τούλι νυφιάτικης μπουμπουνιέρας. Σε δωμάτιο λασπόχτιστο και στρογγυλό. Ναι, στρογγυλό. Με μοναδική επίπλωση τη συζυγική κλίνη, τοποθετημένη θριαμβευτικά εν μέσω ακριβώς του κύκλου, και ζωσμένη ολόγυρα από το διάφανο τριανταφυλλί της πέπλο. Το ντεκόρ συμπληρώνουν η πόρτα από αραιές σανίδες, ο ξεφλουδισμένος σοβάς, ο φεγγίτης όπου ανεμίζει ένα ξέφτι ουρανού, καθώς και τρεις στραβωμένες νταβανόπροκες εν είδη κρεμάστρας.

 

Α ναι, να μην ξεχάσω ν’ αναφέρω και το ζευγάρι λουλουδάτες σαγιονάρες, ευγενική χορηγία του ξενοδοχείου για μετάβαση στο ντους, ή αλλιώς «σαλ ντε μπεν» όπως πομπωδώς αποκαλείται εδώ το καμαράκι από τσιμεντόλιθους με τον εμπριμέ μπερντέ, όπου πίσω του κάποιος σκουριασμένος σωλήνας εκσφεντονίζει ένα καφετίζον φυματικό υγρό σε σύντομες στακάτες αιμοπτύσεις. Η οποία σαλ ντε μπεν βρίσκεται έξω εννοείται, κάπου πίσω στην αυλή. Για κει όπου κίνησε ο Κώστας πριν από λίγο, αρματωμένος με σαπούνια, πετσέτες, σαμπουάν και αλλαξιές, αλλά αρνούμενος πεισματικά τη χρήση των παρεχόμενων σαγιοναρών ως μη συνάδουσες, λέει, με την αισθητική του. Μήπως όμως με το πρακτικό πνεύμα; Όχι, ανένδοτος, δεν σηκώνει κουβέντα. Κανένας πρακτικός λόγος στον κόσμο δεν  θα τον στείλει να κυκλοφορήσει έξω, έστω και δέκα μέτρα, υποδημένος με δύο κίτρινες πλαστικές μαργαρίτες ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο δάκτυλο αμφοτέρων των ποδιών. Οπότε κι εγώ περιμένω τώρα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την αναφορά του πάνω στη διεκπεραίωση της επιχείρησης «ντους με άρβυλα».

 

Τελικά δεν θα υπάρξει τέτοια αναφορά.  Για την ώρα τουλάχιστον, καθότι το πλύσιμο αναβλήθηκε  επ’ αόριστο λόγω πολλοστής – τι πρωτότυπο! – διακοπής νερού. Και πάλι καλά δηλαδή. Γιατί υπάρχουν και τα χειρότερα. Όπως, για παράδειγμα, να σε πετύχει η διακοπή εν μέσω διαδικασίας - σαν εμένα τις προάλλες - και να ψάχνεις απεγνωσμένα για εμφιαλωμένο νερό να ξεπλυθείς από τις σαπουνάδες. Αλλά τι να κάνουμε, cest lAfrique, που θα ‘λεγε κι ο φίλος μου ο Ζακ. Και πιο Αφρίκ από το Μαλί και την Ντζενέ δε γίνεται. Με ό,τι καλό και κακό αυτό συνεπάγεται.

 


 

Ο ΧΑΡΜΑΤΑΝ

Σήμα κατατεθέν Αφρίκ είναι βεβαίως κι ο λίβας – ο χαρματάν κατά πως λέγεται εδώ – που θέριζε μέχρι χτες την πόλη, καψαλίζοντας τα δαιδαλώδη σοκάκια με την πύρινη ανάσα του, μαστιγώνοντας το σκασμένο χώμα, και σαρώνοντας μέχρι ξεριζωμού τα λίγα καχεκτικά δεντράκια. Φουσκωμένα πανιά ιστιοφόρων τα πολύπτυχα ρούχα των γυναικών, φτερούγες μεγαλόσωμων πουλιών οι ανεμίζουσες μανίκες των κελεμπιών καθώς ανασηκωμένα τα χέρια στο κεφάλι πασχίζουν να συγκρατήσουν μαντύλες και τουρμπάνια.

 

Κι ύστερα, λίγα βήματα παραπέρα, αχνές ξεθωριασμένες φιγούρες που τις καταπίνει η σκόνη, ή χάνονται αναπάντεχα σε κάποια στροφή του δρόμου, μέσα από πόρτες και μυστικά περάσματα, για να χωθούν βιαστικά στο αγκυροβόλι του σπιτιού τους. Μετατρεπόμενες, την επόμενη κι όλας στιγμή, σε σκιές αθέατες, σιωπηλά παραμονεύουσες πίσω από τις μουσαραμπίε.

 

Μάτια που σε παρακολουθούν αδιαλείπτως, κι ας μην μπορείς εσύ να εντοπίσεις ακριβώς το από πού και το πώς, μα που γνωρίζεις καλά, το μαντεύεις, ότι από πόστο κρυφό κατοπτεύουν τις κινήσεις σου, με την κόρη κολλημένη σε κάποια αόρατη τρύπα του πλινθόκτιστου τοίχου ή στην χαραμάδα της σφυρίλατης πόρτας.

 

 

Τα νοιώθεις αυτά τα βλέμματα καθώς σε σαϊτίζουν στο πέρασμά σου, έτσι όπως μουδιάζει η πλάτη σου από το βελόνιασμά τους, ενώ εσύ απομακρύνεσαι μα αυτά αρνούνται να σ’ εγκαταλείψουν, παρά σε συνοδεύουν μέχρι να βγεις από το βεληνεκές τους.

 

Βλέμματα καχύποπτα, επίμονα και εξεταστικά.

 

Βλέμματα σαν τον χαρματάν διαπεραστικά.

 

 

 

Τον χαρματάν που επιτίθεται κατά ριπές στους αυτοσχέδιους πάγκους των μικροπωλητών, ξεσηκώνει τα πλαστικά σκέπαστρα, αναποδογυρίζει τις αριστοτεχνικά αρχιτεκτονημένες πυραμίδες των φρούτων και των λαχανικών, σκορπίζει τα παιδιά από τις αλάνες σαν σμήνη από τρομαγμένα σπουργίτια, πριν μπουκάρει στα μικρομάζαγα και τα καφενεία να τραβήξει από τ’ αυτί τους τελευταίους αργοπορημένους θαμώνες και να τους στείλει κι αυτούς ν’ αμπαρωθούν στα σπίτια τους. 


 

Μια πόλη ακατοίκητη χτες τ’ απόγευμα η Ντζενέ, στροβιλιζόμενη οπτασία χαμένη πίσω από ένα λευκόχρυσο πέπλο άμμου, με το τζαμί της να εκτοξεύει τους αγκαθωτούς πυργίσκους του προς τον ουρανό, υπερφυσικός λάσπινος κάκτος που φύτρωσε στην απέραντη ερημιά της κεντρικής πλατείας.

 

ΓΚΙΝΤ ΜΕΣΙΕ;

Ώσπου αργά τη νύχτα, ω του θαύματος, ο άνεμος ξάφνου κόπασε, το ίδιο απότομα όπως σηκώθηκε.

 

Οπότε να σου πάλι το μπαράζ των Πελ και των Φούλα εμπόρων, στρατοπεδευμένων έξω από το χάνι μας πριν καλά καλά σκάσει μύτη ο ήλιος, σε διάταξη μάχης και με πλήρη εξάρτηση πραμάτειας από χαϊμαλιά, μαχαιράκια, αγαλματίδια και βάλε, όλα χύμα απλωμένα στο χώμα.

 

Νον μερσί, δεν θα πάρουμε, έλεος, απ’ τον ύπνο είμαστε ακόμα, για έναν καφέ βγήκαμε, να ξυπνήσουμε πρώτα.

 


 

Μα σε ποιο εν δυνάμει αγοραστικό κοινό απευθύνονται αναρωτιέμαι, ποιοι διεστραμμένοι υποψήφιοι πελάτες τέλος πάντων απαρτίζουν το τάργκετ γκρουπ αυτής της αψυχολόγητης εμπορικής εκστρατείας από τ’ άγριο χάραμα;


Και πριν καλά καλά κατορθώσουμε  μετά κόπων, βασάνων, πλείστων στρατιωτικών ελιγμών και πολιτικών διαπραγματεύσεων να διεμβολίσουμε επιτυχώς το φράγμα των εμπόρων,  να σου καπάκι το δεύτερο κύμα της επίθεσης από την άλλη, την πολυπληθέστερη όλων, επαγγελματική ομάδα του Μαλί. Αυτή των «ξεναγών»:  Γκιντ μεσιέ; Γκιντ μαντάμ; Όχι, ΟΧΙ, ΟΟΟΧΙ!!!.

 

Μα όσα όχι κι αν θα πεις, με όση ευγένεια κι αν τα διατυπώσεις, με όσο σθένος κι αν τα βροντοφωνάξεις, αυτήν την μάχη είσαι καταδικασμένος να την χάσεις.

 

Γιατί αν οι πάσης φύσεως έμποροι κάθε λογής αντικειμένων απαρτίζουν ήδη έναν συμπαγή και δύσκολα προσπελάσιμο πολιορκητικό στρατό, η συνομοταξία των περιπλανώμενων πωλητών «υπηρεσιών» (διάβαζε αέρα κοπανιστού) στέκει πολύ πάνω και πέρα από αριθμούς και στατιστικές. Λερναία Ύδρα. Μέχρι να ξεφορτωθείς τον ένα έχουν ήδη φυτρώσει άλλοι δώδεκα στη θέση του.

 

Για την ακρίβεια δεν υπάρχει αρσενικό σ’ αυτή τη χώρα, από εφτά έως εβδομήντα εφτά χρόνων, που να μη δηλώνει «γκιντ» ως πρώτη, δεύτερη ή τρίτη απασχόληση.

 

Και που να μην επιμένει να σου επιβάλει πάση θυσία τις υπηρεσίες του.

 

Και που να μην σε παίρνει στο κατόπι μέχρι τελικής πτώσεως. Δικής σου εννοείται. Γνωρίζοντας καλά πως όσο πείσμα κι αν διαθέτεις, όσα τερατώδη αποθέματα νευρικής αντοχής κι αν επιδείξεις, δεν γίνεται να αναμετρηθείς με ολόκληρο τον αρσενικό πληθυσμό μιας πόλης είκοσι χιλιάδων κατοίκων που κάνει σκυταλοδρομία πίσω σου.   Σ’ έχουν από χέρι υπερφαλαγγίσει. Σε κάποιον τελικά θα υποκύψεις. Απλή και αμείλικτη λογική των αριθμών.

 

Κατά συνέπεια το μη χείρον βέλτιστον και η λύση μία: να παραιτηθείς στα σβέλτα από τη μάταιη φιλοδοξία σου για μοναχική βόλτα και να προσλάβεις έναν οποιονδήποτε «γκιντ» ίσα για να κρατάει τους υπόλοιπους μακριά.


Πως σε λένε; Αχμέντ. Είναι ο έβδομος που μας έχει πλευρίσει όσο να διασχίσουμε τα μόλις εκατό μέτρα που χωρίζουν το κατάλυμά μας από τη μεγάλη πλατεία. Όπου ήδη καραδοκούν ένα γύρω άλλοι είκοσι από το συνάφι, έτοιμοι να μας την πέσουν με ανάλογες ξεναγικές προτάσεις.

 

Κοίτα Αχμέντ, δεν χρειαζόμαστε γκιντ, σεκιούριτι χρειαζόμαστε για να μας προστατεύει από τους γκιντ. Φουσκωτό θέλουμε, μπόντι γκαρντ, σωματοφύλακα, προσωπική φρουρά πως το λέτε εσείς εδώ; Μπορείς να αναλάβεις;

 

Μα και βέβαια μπορεί, άμα είναι αυτός μαζί μας κανείς δεν θα μας ξαναενοχλήσει, εγγυημένα πράγματα, τους λευκούς που συνοδεύονται από ντόπιο οι υπόλοιποι ξεναγοί τους αφήνουν ήσυχους, άγραφος επαγγελματικός κανόνας των απανταχού γκιντ. Ωραία λοιπόν. Κι η αμοιβή του;

 

Σ’ αυτό το σημείο πετάει ένα ιλιγγιώδες νούμερο σε χιλιάδες φράγκα Δυτικής Αφρικής , με εξίσου ιλιγγιώδη ταχύτητα κατρακυλάει την κλίμακα στο ένα τρίτο, για να καταλήξουμε τελικά σ’ ένα ποσό αντίστοιχο με δέκα περίπου ευρώ.

 

Ή το αντίστοιχο ποσό σε δολάρια αν προτιμάμε, γιατί ο Αχμέντ, συν τοις άλλοις, δέχεται πληρωμή και σε ντολάρ αμερικέν, άσε που μας προέκυψε εξπέρ στις μετατροπές ξένων νομισμάτων, ένας πραγματικός ζογκλέρ των διεθνών χρηματαγορών.

 

ΕΝΑΣ ΠΥΡΓΟΣ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ

Η πόλη αργοσαλεύει. Η πόλη αναχασμάται. Τα κατάμαυρα μωρά της, με μάτια ακόμα κλειστά, απλώνουν τις μκροσκοπικές ροζ παλαμίτσες τους αναζητώντας μ’ εμπιστοσύνη τον πάντα διαθέσιμο μαστό που ξαγρυπνάει δίπλα τους. Την μάνα τροφό, που αιώνες τώρα ανασταίνει ολόκληρη την Αφρική, κουβαλώντας την ολημερίς κρεμασμένη στην πλάτη της ή γαντζωμένη από το βυζί της.

 


 

Και ιδού η πόλη που τεντώνεται ράθυμα και ξετσιμπλιάζεται βαριεστημένα, ανακαθήμενη στις ψάθες και στα πρόχειρα στρωσίδια, υπαίθρια απλωμένα πάνω στις ταράτσες ή κατάχαμα στο χωμάτινο δάπεδο των πλίνθινων σπιτιών της. Και να και τα τιτιβίζοντα παιδιά της που ξεμυτίζουν κοπαδιαστά απ’ τις αυλές, χαρούμενα και φρεσκοπλυμμένα, για να κυλιστούν σε λίγο στην κόκκινη σκόνη και τη λασπουριά των στενοσόκκακων.

 


 

Κι ύστερα, κεχρί κοπανάει η πόλη. Ασταμάτητα. Και μανιόκα θρυμματίζει, γντουπ και ξανά γντουπ αντηχεί σαν τους παλμούς της καρδιάς της το ρυθμικό χτύπημα των ξύλινων κονταριών. Συχνά δυό-δυό οι γυναίκες αντικριστά, τραμπάλα εναλλάξ τους κόπανους μέσα στο μεγάλο γουδί, ο ένας πέφτει στον πάτο με φόρα στέλνοντας τον άλλο ν’ αναληφθεί στον ουρανό.

 


 

Και ρούχα μπουγαδιάζει η πόλη, και τα στρώνει χαλί πολύχρωμο, να στεγνώσουν στις όχθες του Μπάνι ποταμού. Του Μπάνι, παιδιού του Νίγηρα, που ολόγυρα τη σφίγγει στην υδάτινη αγκαλιά του. Γιατί δεν είναι μόνο πόλη η Ντζενέ αλλά και νησί συνάμα.

 


 

Και καραβανσαράι υπήρξε, και μείζονος σημασίας σταθμός στο δρόμο του πάλαι ποτέ υπερσαχαριανού εμπορίου. Η υπερχιλιόχρονη Ντζενέ, η δίδυμη αδελφή της Τιμπουκτού.

 


 

Και το απαράμιλλο τζαμί της διέσχισε τον χρόνο ως  ο μεγαλύτερος κι ανθεκτικότερος στον κόσμο πύργος στην άμμο, ένα θαύμα λάσπινης αρχιτεκτονικής, συλλογικό έργο τέχνης των πρωτομαστόρων της. Ένα έργο που χτίστηκε, και γκρεμίστηκε, και ξαναχτίστηκε, κι επισκευάζεται, και συντηρείται ξανά και ξανά, αναπαράγοντας το ίδιο πάντα κι απαράλλαχτο αρχικό σχέδιο του ενδέκατου αιώνα.

 

 

Πηλός το κυρίως οικοδομικό υλικό και ξύλινα δοκάρια ο οπλισμός, με τις προεξοχές τους να πλέκουν αγκαθωτά διακοσμητικά στοιχεία. Αλλά και να προσφέρουν τα σημεία στήριξης μιας έτοιμης προς χρήση σκαλωσιάς, όταν κάθε φθινόπωρο, αμέσως μετά από τις καλοκαιρινές βροχές, σύσσωμη η πόλη συνδράμει στο σοβάτισμα της πρόσοψης.

 

 

Μια διαδικασία που διαρκεί κοντά ένα μήνα, δίνοντας αφορμή για την πιο παρατεταμένη και γοητευτική γιορτή του Μαλί. Αφρίκ με τα όλα της.

 


 

ΑΡΖΑΝ, ΜΠΟΝΜΠΟΝ, ΚΑΝΤΟ


Ν’ ανεβούμε μεσιέ για φωτό από την ταράτσα της ταβέρνας;  Έχει θέα πανοραμίκ, κατ’ ευθείαν πάνω στη μοσκέ. Ο ιδιοκτήτης είναι φίλος μου, άμα τον παρακαλέσω θα μας αφήσει να ρίξουμε μια ματιά.

 

Ε άμα είναι φίλος σου, μη χάσουμε τέτοια ευκαιρία να φωτογραφίσουμε το τζαμί από ψηλά, αμαρτία θα’ ναι, τόσο δρόμο κάναμε από την Ελλάδα για να το δούμε.

 

Όπου τέσσερα φωτογραφικά κλικ αργότερα, κατεβαίνοντας τη σκάλα καθ’ οδόν προς την έξοδο: έχετε δέκα χιλιάδες φράγκα μαντάμ; Για ποιο πράγμα Αχμέντ; Για να πληρώσετε το φίλο μου για τις φωτό που πήρατε  από την ταράτσα του.

 

Άκου Αχμέντ παιδί μου, κι η μαμά μου στην Αθήνα έχει μια ταράτσα που βλέπει πιάτο τη δική μας μοσκέ, την Ακρόπολη, αλλά δεν έχει βάλει τις φίλες της για κράχτες να μαζεύουν περαστικούς από το δρόμο και να τους χαρατσώνουν παρέα. Άμα θέλεις να χρεώνεις δικαίωμα εισόδου σε κάποιον, τότε πρέπει να του το λες πριν την επίσκεψη για να μπορεί κι αυτός ν’ αποφασίσει αν θέλει ή δεν θέλει να καταβάλει το σχετικό αντίτιμο, κατάλαβες;

 

Οπότε και πέφτει ατάκα η αφοπλιστικής ειλικρίνιας απόκριση: μα τότε δεν θα δεχόσασταν ν’ ανεβείτε! Τώρα τι του λες; 

 

Με τα πολλά, η τρίλεπτη παραμονή μας στα ντουβάρια με θέα το υπ αριθμόν ένα αξιοθέατο της Ντζενέ εξαργυρώθηκε μ’ ένα «δώρο», ή αλλιώς «καντό», των χιλίων ντόπιων φράγκων στον ταβερνιάρη που τσέπωσε το χαρτονόμισμα χωρίς καν να διακόψει τον αρχινισμένο καυγά με τη γυναίκα του.

 

Καντό, καντό, καντό, φωνάζουν εν χορώ και τα παιδιά στο Πετί Μαρσέ.

 

Εμπορεύματα στοιβαγμένα φίρδην μίγδην στους πάγκους και στο χώμα, γλυκοπατάτες, κατσαβίδια και κυλότες σε παραδειγματικές σχέσεις καλής γειτονίας.

 

Στρατιές από αποξηρωμένα ψάρια στέλνουν ασημίζουσες ανταύγειες μέσα από ένα σύννεφο πράσινες μύγες.

 

Ένας γαϊδαράκος αποκαμωμένος σέρνει κάρο φορτωμένο βουνό από ξύλα.

 

Χέρια όλων των ηλικιών απλώνονται στο πέρασμά μας. Μετά από κάθε κλικ. Πριν από κάθε κλικ. Χωρίς καθόλου κλικ. Δεν επαιτούν. Απαιτούν. Δεν προαιρείσαι. Οφείλεις. Είσαι λευκός. Άρα είσαι πλούσιος. Και άρα δώσε. Μια άχρονη σγουμπή γριά αναδεύει πολτό απροσδιόριστης υφής μέσα σε μαντεμένιο τσουκάλι. Θέλω τα γυαλιά σου, αξιώνει στα ίσα, χωρίς περιστροφές. Γιατί γιαγιά; Γιατί μ’ αρέσουν, αποφαίνεται. Απλά πράγματα.

 

Πινακίδα της κρατικής καμπάνιας κατά του aids συστήνει: εγκράτια, συζυγική πίστη, προφυλακτικό – μ’ αυτή τη σειρά. Αρζάν, μπονμπόν, στυλό, καντό, δυναμώνει το μυριόστομο ρεφραίν. Cest lAfrique. Mε ό,τι καλό και ό,τι κακό αυτό συνεπάγεται.

 


 

Τι λες, πάμε για μια ανάπαυλα στο ξενοδοχείο, να δούμε μήπως  ήρθε στο μεταξύ το νερό;

 

Για περισσότερες φωτογραφίες από το Μαλί:

Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν | Πάμε γι' άλλα...

 

Διαβάστε επίσης:

ΜΑΛΙ 1 - ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΠΑΜΑΚΟ ΣΤΟ ΜΟΠΤΙ, ΖΩΗ ΠΟΥ ΧΑΝΕΤΑΙ ΣΤΗ ΣΚΟΝΗ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

ΜΑΛΙ 2 - ΝΤΟΓΚΟΝ, Η ΦΥΛΗ ΤΟΥ ΣΕΙΡΙΟΥ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

ΜΑΛΙ 3 - ΤΙΜΠΟΥΚΤΟΥ, Ο ΟΜΦΑΛΟΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

ΜΑΛΙ 4 - ΠΛΟΥΣ ΕΠΙ ΝΙΓΗΡΟΣ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

ΜΑΛΙ 5 - ΝΤΖΕΝΕ, ΟΝΕΙΡΑ ΠΛΑΣΜΕΝΑ ΑΠΟ ΠΗΛΟ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

ΜΑΛΙ 6 - ΟΤΑΝ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΚΑΙΓΕΤΑΙ ΜΙΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν