ΑΝAΔΡΟΜΙΚΗ ΑΝΑΤΡΙΧΙΛΑ

Front Picture: 

Στο άκουσμα της συντριβής της πτήσης της Trigana air στην κατεχόμενη από την Ινδονησία Δυτική Παπούα, ομολογώ ότι η ανατριχίλα που με διέτρεξε δεν ήταν μονάχα η ενστικτώδη αντίδραση σε μια ανθρώπινη τραγωδία αλλά είχε και μια έντονη προσωπική χροιά αναδρομικού χαρακτήρα.  Είναι, βλέπετε, που είχαμε κι εμείς κατά το παρελθόν το σπάνιο προνόμιο να γευτούμε, και μάλιστα οικογενειακώς - του υπερπολύτιμου γιου Ορέστη συμπεριλαμβανομένου - τις  υπηρεσίες της εν λόγω αεροπορικής εταιρείας, ευλογώντας την τύχη μας που βγήκαμε τελικά σώοι κι αβλαβείς από τις πτήσεις της. Να διευκρινίσω ότι η Trigana ήταν (τουλάχιστον τότε) η μοναδική εταιρεία που πετούσε σε ορισμένους δύσβατους προορισμούς στην καρδιά της Παπούα, εν προκειμένω στη Wamena όπου ο τότε προορισμό μας, γεγονός που σημαίνει ότι δεν είχαμε καμιά άλλη διαθέσιμη επιλογή - πέρα βέβαια από το να μην πάμε,  εκδοχή, εννοείται, απολύτως αδιανόητη!


Ιδού ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του «Πέρα από το Μπάλι» όπου ο Ζυρ περιγράφει την πτήση της Trigana: «Μπήκαμε στην άτρακτο μέσα από μια σκάλα σαν από οικοδομή. Η οποία άτρακτος υποτίθεται ότι θα μας πάει μέχρι τη Γουαμένα. Πρόκειται για ένα ρυπαρό καρούλι το οποίο κατά το ήμισι και κάτι παραπάνω, είναι φορτωμένο με κιβώτια με διάφορα προϊόντα. Από κόκα κόλα έως και λάστιχα αυτοκινήτου. Έως και βαρέλια γεμάτα πετρέλαιο. Ταξιδεύουμε σε μια ιπτάμενη μολότοφ! Α ναι, έχει και μερικά καθίσματα, αυτά στα οποία καθόμαστε, τα οποία … άσε καλύτερα. Το μαύρο τους το χάλι. Τα βάζουν και τα βγάζουν σε κάθε πτήση ανάλογα με τον όγκο των εμπορευμάτων. Με τον όγκο των εμπορευμάτων και τον αριθμό των μελλοθανάτων. Μελλοθάνατοι, βεβαίως! Και τι με νοιάζει εμένα το πόσο παράτολμοι ήταν οι αβεντουριέροι του δέκατου έκτου αιώνα! Μόνο ένας στους είκοσι απ’ αυτούς επιζούσε. Μήπως δήλωσα πουθενά ότι θέλω να με γράψει η Ιστορία ως τραγικό θύμα αεροπορικού… Τι το ψάχνω όμως; Κανείς δεν με υποχρέωσε. Παπούα ήθελα; Ας πρόσεχα!»


Κι αν τέλος πάντων εμείς, θα ήμασταν, ας πούμε, «άξιοι της τύχης μας» αφού «πηγαίναμε γυρεύοντας», τι να πούνε οι φτωχοί Παπούα κι Ινδονήσιοι εργάτες που δουλεύουν στα ορυχεία των πολυεθνικών στην καρδιά της ζούγκλας και δεν έχουν συχνά άλλο μέσο μεταφοράς απ’ αυτά τα ιπτάμενα φέρετρα…