ΡΟΥΜΑΝΙΑ 1 - ΚΑΡΠΑΘΙΑ, ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΔΡΑΚΟΥΛΑ

Front Picture: 

... Και επάνδρωσε τη φονική του μηχανή με τυφλά αφοσιωμένους μακελάρηδες ανεξαρτήτως κοινωνικής προελεύσεως.  Μετά από κάθε μάχη τους εξέταζε αυτοπροσώπως έναν προς έναν. Όποιος ήταν πληγωμένος στο στήθος, έπαιρνε προαγωγή, πριμ και άδεια μετ’ αποδοχών. Όποιος ήταν πληγωμένος πισώπλατα τον έκανε σουβλάκι που το κάρφωνε στο χωράφι για να κολατσίζουν τα όρνια και να παραδειγματίζονται οι δειλοί. Τάδε έφη Βλαντ Τζέπες, ο επονομαζόμενος Δράκουλας ...

 

Του Κώστα Ζυρίνη

Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, τεύχος αρ 112 / 01.06.2002

 


Αποτέλεσμα εικόνας για ROMANIA MAP

 

Ο Τρανσυλβανός βουκόλος κρεμά μιαν αρμαθιά από σκόρδα στο τσιγκέλι, δίπλα στο εικονοστάσι. Ανάβει το καντήλι στο εικόνισμα της θεομήτορος, κάνει το σταυρό του, ασφαλίζει το τζαμιλίκι του παραθύρου και βγαίνει απ το δωμάτιο. Η σελήνη χύνει το ασήμι της στο πρόσωπο της παρθένας που, μέχρι να ξεκουμπιστεί ο αφέντης πατέρας της, παρίστανε την κοιμισμένη. Έξω από το τζάμι φτεροχτυπιέται η νυχτερίδα. Η παρθένα στυλώνει τα μάτια στο παράθυρο. Ανακάθεται σαν μαγνητισμένη από ποιοσξερειτί και ξεκουμπώνει την πουκαμίσα της αργά, μέχρι την αρχή της χαράδρας των τροφαντών βυζιών της. Στο λαιμό της διακρίνονται δυο μικρές κόκκινες ουλές, η μια κοντά στην άλλη. Τώρα η νυχτερίδα χτυπά τα φτερά της στο τζάμι. Η παρθένα σηκώνεται χωρίς να βιάζεται. Ένα επιθετικό σύννεφο θαμπώνει τη σελήνη. Κάποια απρόσμενη ριπή ανέμου αναγκάζει τα τζαμιλίκια, κινηματογραφική αδεία φυσικά, να υποχωρήσουν. Το καντήλι σβήνει. Το θρηνητικό αλύχτισμα κάποιου λύκου ανεβάζει τις τιμές της αδρεναλίνης. Καρπάθια! Ώρα μηδέν. Η ώρα των βαμπίρ. Οι ανάσες στην αίθουσα του συνοικιακού κινηματογράφου κόβονται.

 

Και ‘γω σήμερα, μετά από τόσες δεκαετίες, αναρωτιέμαι ακόμη αν τα δυο αυτά δήγματα στον αλαβάστρινο λαιμό της παιδούλας θα πρέπει να ακυρώσουν την εντύπωσή μου πως επρόκειτο περί παρθένας.

 

ΚΙ ΟΜΩΣ, Ο ΔΡΑΚΟΥΛΑΣ ΥΠΗΡΞΕ

 

Το υπέροχο τοπίο της επαρχιακής Ρουμανίας τρέχει δεξιά κι αριστερά μου. Καταπράσινα λιβάδια. Πολύχρωμες καλλιέργειες. Ξύλινοι φράχτες. Ράθυμες αγελάδες. Κοπάδια από πρόβατα. Μακρόστενα ιππήλατα κάρα.  

 


Τρέχω μέσα στο χώρο προς την Σιγκισοάρα. Τρέχω μέσα στο χρόνο προς τον Δέκατο Πέμπτο αιώνα.  

 

Και παραδέχομαι ενδομύχως πως το τζιπάκι μου δεν είναι το μόνο αξιόλογο όχημα πάνω στη Γη. Κι αυτά τα νοικιάρικα καλά είναι, δε λέω. Πιάνουν τα εκατόν σαράντα με το άγγιγμα του πεντάλ. Αθόρυβα. Σαν για να μην ταράξω τη γαλήνη του μόνου τοπίου που αξίζει να ζει ο άνθρωπος. Σαν άνθρωπος.  

 

Κάποια μέρα θα σου γράψω για τη σημερινή Ρουμανία.

 

Τώρα όμως βρίσκομαι στα ίχνη του κόμη Δράκουλα. Του βρικόλακα των Καρπαθίων. Μ’ ένα κεφάλι σκόρδο μέσα στην φωτογραφική μου τσάντα. Σου ‘χω πει ποτέ πόσο μ’ αρέσουν τα σκόρδα; Τα λατρεύω. Ίσως γι αυτό να έμεινα μέχρι σήμερα άτρωτος απέναντι στους διάφορους βαμπίρους που με περιβάλλουν από γεννησιμιού μου.

 

Ο Δράκουλας, που λες, υπήρξε. Κι όχι μόνο υπήρξε αλλά και ανήκε στη διάσημη βασιλική οικογένεια των Μασάραμπ, η οποία και ίδρυσε την ηγεμονία της Βλαχίας.

 

Ο πατέρας του, ο βοεβόδας Βλαντ Ντράκουλ (ο πρώτος), απέκτησε αυτό το επίθετο επειδή είχε τιμηθεί με το παράσημο του «Δράκοντα». Ποιος ξέρει τι κουμάσι θα ‘ταν!  

 

Ό,τι κουμάσι όμως και να ‘ταν έφερε στον κόσμο τα εξής πέντε κατά σειρά τεφαρίκια: τον Μιρτσέα τον άλφα, τον Βλαντ Τζέπες, τον Ράντου, τον Βλαντ τον καλόγερο και τον Μιρτσέα τον βήτα. Είναι φανερό πως δεν του περίσσευε η φαντασία ως προς το ονοματολόγιο. 

 

Και οι πέντε κανακάρηδές του πάντως ανεβοκατέβηκαν στο θρόνο της Βλαχίας υπό συνθήκες όχι και τόσο ειδυλλιακές. Ήταν εποχές που έτρωγε η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι. Οι εποχές που σχηματίζονταν τα έθνη και τα απέραντα φέουδα των ηγεμόνων και των βογιάρων.

 

Οι εποχές που οι Σελτζούκοι ήθελαν να στρώσουν την ημισέληνο, χαλί πάνω σ’ όλη την Ευρώπη. Μπιρ Αλλάχ που λένε.

 

 

ΣΤΗ ΓΕΝΕΤΕΙΡΑ ΤΟΥ

 

Έχω ήδη μπει στη Σιγκισοάρα, τη γενέτειρα του Βλαντ Τζέπες. Ο στόχος μου είναι ορατός από μακριά. Είναι ‘κείνος ο οχυρωμένος λόφος με τις βαθιά κεκλιμένες στέγες, στην άκρη της πόλης.

 

Περνώντας πεζός κάτω από τη μεγάλη πύλη του παλιού οχυρωματικού τείχους έχω ήδη μπει στον Μεσαίωνα. Η κίνηση των οχημάτων εδώ είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Μόνο κάτι ράθυμους αραμπάδες βλέπεις που και που. Και τους ακούς να κροταλίζουν στο πλακόστρωτο. Λες και ο χρόνος καρφώθηκε στα παιδικά χρόνια του Βλαντ Ντράκουλ, του επονομαζόμενου Τζέπες.  

 

Ο Βλάντ Τζέπες, γεννήθηκε το Σωτήριον Έτος Χίλια Τετρακόσια Τριάντα Ένα εδώ, στη Σιγκισοάρα της Τρανσυλβανίας.  Ήταν ο πιο τσαμπουκάς απ όλους τους γιους τού ομώνυμου μπαμπά του και κάτι μου λέει πως από τα πέντε του χρόνια του άρεσε να στριφογυρίζει το σουβλισμένο αρνί του Πάσχα και να φαντάζεται πως δεν επρόκειτο για αρνί αλλά για  Οθωμανό. Αυτό το συμπεραίνω από το γεγονός ότι εκείνη την εποχή ο μπαμπάς του προσπαθούσε με τη γλώσσα των όπλων και της διπλωματίας, εναλλάξ, ν’ αναχαιτίσει την επέκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μέχρις ότου ηττήθηκε και αναγκάστηκε να πληρώνει στο σουλτάνο φόρο υποτέλειας. Φαντάσου δηλαδή μέσα σε τι κλίμα πέρασε τα πιο τρυφερά του χρόνια αυτό το παιδί. Άκουγε «Τούρκος» κι ήθελε να πιει τούρκικο αίμα.

 

Ο Βλαντ και ο αδερφός του, ο Ράντου, κρατήθηκαν όμηροι και στη συνέχεια γενίτσαροι του σουλτάνου μέχρι το Χίλια Τετρακόσια Σαράντα Οκτώ. Κι ο νεαρός Βλαντ, εκτός από την άριστη στρατιωτική εκπαίδευση που πήρε από τους μαχητές του Αλλάχ έκανε, υποθέτω, και ιδιαίτερα μαθήματα στην υψηλή τέχνη του ανασκολοπίζειν. Ίσως στο βάθος του ερεβώδους μυαλού του να σκόπευε να την εφαρμόσει μελλοντικά πάνω στους ίδιους τους δασκάλους του. Ήταν η εποχή που άρχισε να υπογράφει ως Βλαντ Ντράκουλα.

 

Ο ΑΝΑΣΚΟΛΟΠΙΣΤΗΣ

 

Το σπίτι όπου γεννήθηκε για να αναστατώσει και να σημαδέψει την εποχή του είναι πάνω στην κεντρική πλατεία. Και είναι ίσως το ωραιότερο της πόλης. Βαριά μεσαιωνικά ντουβάρια με αψιδωτές πόρτες και παράθυρα. Είναι συντηρημένο τόσο καλά που μοιάζει σα να χτίστηκε πέρσι. Και μέσα είναι ακόμη ωραιότερο. Σήμερα λειτουργεί σαν εστιατόριο και μπαρ. Με μια βαριά ξύλινη διακόσμηση, πιστή αναπαραγωγή της αισθητικής του Δέκατου Πέμπτου Αιώνα. Ο αλύγιστος σερβιτόρος περιμένει την παραγγελία μου.

 

Ο Βλαντ Τζέπες από το ‘Σαράντα Οκτώ μέχρι το ‘Πενήντα Έξι σταδιοδρόμησε ως ακαταπόνητος διεκδικητής του θρόνου του εντωμεταξύ θανόντος πατρός του αλλάζοντας τις συμμαχίες σαν τα πουκάμισα. Συγκρουόμενος πότε με τις διάφορες παρατάξεις των βογιάρων γαλαζοαίματων, πότε με το ίδιο του το σόι και πότε με τους Τούρκους. Όταν σβέρκωσε για τα καλά την εξουσία της Βλαχίας αναδιοργάνωσε τον διοικητικό και στρατιωτικό μηχανισμό κάτω από τον απόλυτο έλεγχό του. Και την άσκησε με πρωτοφανή αγριότητα. Ειδικά πάνω στους βογιάρους, που ποτέ δεν τους χώνεψε. Τους άλλαξε τον αδόξαστο.

 

Μέσα στο Χίλια Εννιακόσια Πενήντα Εννιά, για παράδειγμα, εξόντωσε είκοσι χιλιάδες από δαύτους μαζί με τις οικογένειες, τους παρατρεχάμενους και τους παρακεντέδες τους.

 

Από τότε είναι που άρχισε να εφαρμόζει τον ανασκολοπισμό κι εξ αυτού επονομάστηκε Τζέπες, που στα βλάχικα σημαίνει ανασκολοπιστής. 

 

Περίπτωση, σου λέω! Είπε, έξω οι ευγενείς αξιωματικοί από το στράτευμά μου, δε γουστάρω τους τρυφηλούς με τα αρωματικά μαντηλάκια στη μύτη και το λικνιστό βάδην.

 

Και επάνδρωσε τη φονική του μηχανή με τυφλά αφοσιωμένους μακελάρηδες ανεξαρτήτως κοινωνικής προελεύσεως. Κατά προτίμηση αποβράσματα.

 

Μετά από κάθε μάχη τους εξέταζε προσεκτικά και αυτοπροσώπως έναν προς έναν. Όποιος ήταν πληγωμένος στο στήθος, έπαιρνε προαγωγή, πριμ και άδεια μετ’ αποδοχών.

 

Όποιος ήταν πληγωμένος πισώπλατα τον έκανε σουβλάκι το οποίο και κάρφωνε στο χωράφι για να κολατσίζουν τα όρνια και να παραδειγματίζονται οι δειλοί.

 

Για τους ανωτέρω λόγους η βογιάρικη πλουτοκρατία τον μίσησε βαθύτατα κι έκτοτε το ανοιχτό μέτωπο που είχε ο Βλαντ Τζέπες με την Οθωμανική Αυτοκρατορία διευρύνθηκε για να συμπεριλάβει και όλο το συρφετό των ντόπιων ευγενών.

 

Και πού ‘σαι ακόμα!

 

Την ποινή του ανασκολοπισμού την προσάρτησε στον μισό Ποινικό του Κώδικα. Σου λέει, γιατί να συντηρώ τόσες φυλακές; Παλούκωμα!

 

Λήστεψες κύριε διερχόμενα εμπορεύματα; Παλούκωμα!

 

Έκανες ριφιφί στο μινιμάρκετ της πλατείας; Επίσης παλούκωμα!

 

Υποθέτω πως από τα πιο επικερδή επαγγέλματα της εποχής του θα ήσαν οι παλουκοποιοί και οι παλουκωτές. Χρυσές δουλειές!

 

Άσε που ήταν και ψυχοπονιάρης.

 

Δεν άντεχε να βλέπει ανίατους και γέρους που ήσαν ανίκανοι να πολεμήσουν ή να δουλέψουν. Τους καημένους, έλεγε, γιατί να βασανίζονται και να ζουν σε βάρος των άλλων; Παλούκωμα!

 

Ήταν επίσης και κρυπτοσοσιαλιστής. Δεν γούσταρε στη χώρα του να υπάρχει οικονομική ανισότης. Γι αυτό και άρχισε, δια του ανασκολοπίζειν, να απαλλάσσει από τα βάσανά-τους τους άπορους και τους επαίτες. Για να μη ζουν σε βάρος των καθωσπρέπει νοικοκυραίων.

 

Τώρα θα μου πεις, γιατί δεν παλούκωνε τους λίγους γαιοκτήμονες βογιάρους για να μοιράσει τη γη τους στους πολλούς φτωχούς αγρότες; Ξέρω ‘γω; Είναι κι αυτή μια σοσιαλιστική εκδοχή, δε λέω! Τόσες κυκλοφορούν! Άσε που ο Κάρολος Μαρξ δεν είχε γεννηθεί ακόμα για να του δώσει γραμμή.

 

Παραγγέλνω συκώτι.

 

Όχι πολύ ψημένο, σιλ βου πλαί, με το αίμα του, λέω στον αλύγιστο μαιτρ με το χλωμό αγέλαστο πρόσωπο.

 

Ε βεν ρουζ οσί, μεσιέ, το πιο κόκκινο που έχετε!

 

Υποκλίνεται ελαφρά και απομακρύνεται αλύγιστος κι ανέκφραστος.

Μπα, απόγονος του Τζέπες θα είναι!

 


 

 

«ΝΤΡΑΚΟΥΛΑΛΑΝΤ»!

 

Απ όλους τους «πύργους του Δράκουλα» εκείνος του Μπραν, σαράντα περίπου χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πόλης Ρισνόφ,  είναι, αναμφίβολα ο καλύτερα διατηρημένος. Του κουτιού! 

 

Ήρθα εδώ κουβαλώντας την υποβολιμαία φήμη ότι και καλά θα αντικρίσω ένα καρακιτσάτο κατασκεύασμα, μια Ντράκουλαλαντ, για τα κορόιδα, τους τουρίστες. Ουδέν ψευδέστερον.

 

Είναι ένας αυθεντικός πύργος του Δέκατου Τέταρτου αιώνα που είχε την καλή τύχη να υποστεί τις μικρότερες φθορές και, ως εκ τούτου, είναι ο πλέον πρόσφορος για τη συντήρηση και την τουριστική του εκμετάλλευση.

 


 

Υποθέτω πως η κατασυκοφάντησή του έχει μικρόψυχα τοπικιστικά οικονομικά κίνητρα. Και, εν πάση περιπτώσει, τι σημασία έχει αν έμεινε κι εδώ ο Βλαντ Τζέπες, ή όχι;

 

Και γιατί να μην έμεινε στο κάτω της γραφής; Δικές του ήσαν η Βλαχία και η Τρανσυλβανία, με όλους τους πύργους που διέθεταν.

 

Με το κύρος του παλουκωτή θα μπορούσε να μείνει όπου ήθελε. Άσε που τούτος εδώ ο πύργος είναι και ο πιο φωτογενής απ όλους!

 

Ο Βλαντ Τζέπες ήταν και θρήσκος.

 

Πολύ θρήσκος.

 

Υποστήριξε την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία με κάθε τρόπο και μέσο.

 

Έχτισε ναούς και παραχώρησε μεγάλες εκτάσεις στους παπάδες. Κι αυτοί με τη σειρά τους του συγχωρούσαν όλες τις αμαρτίες και τον ευλογούσαν για να ‘χει σίγουρο διαβατήριο για τον Παράδεισο. Συμφωνίες κυρίων.

 

Αν βρω το όνομά του σε κάνα αγιολόγιο, εδώ στη Ρουμανία, δεν θα εκπλαγώ καθόλου. Άσχετα αν αργότερα πλάκωσαν διάφοροι συγγραφείς και σκηνοθέτες της Δύσης για να τον κάνουν σούργελο.

 


 

Καλπάζω κατά Ρισνόφ μεριά. Δεν καλπάζω ακριβώς αλλά... ξέρεις πώς είναι όταν επηρεάζεσαι από το περιβάλλον κι από τη φαντασιακή σου βουτιά στον παρελθόν. Δεν θέλει και πολύ για να σαλτάρει ο άνθρωπος.

 

Να δω πώς θα τιθασεύσω αύριο στο πληκτρολόγιο αυτήν την καταιγίδα των εντυπώσεων που η εκλογικευμένη ταξινόμησή της αποτελεί ένα υπερμέγεθες παζλ συντεταγμένων εικόνων και ιδεών.

 


 

Και γιατί να το κάνω εγώ πλασάροντάς το σαν τάχα αντικειμενική πραγματικότητα και όχι εσύ βάζοντας το μυαλό σου να γυμναστεί λιγάκι; Ξεστράτισα πάλι.

 


 

Ο πύργος του Ρισνόφ...

 

Όσοι θέλουν να προσελκύσουν περιηγητές, ερευνητές και τουρίστες στο αξιοθέατό τους ρίχνουν και τον ψίθυρο ότι, και καλά, αυτός ήταν ο πραγματικός πύργος του Βλαντ Τζέπες...

 

Εγώ την άποψή μου στην είπα.

 

Και στην ξαναλέω: ελάχιστη σημασία έχει το αν και πόσο έζησε το τουριστικό τους εμπόρευμα εδώ ή εκεί.

 

Σημασία έχει το ποιος ήταν ο Βλαντ Τζέπες. Συμφωνείς;

 

Ένα μακρύ αγροτικό κάρο συρόμενο από δυο καλπάζοντα άλογα ξεμπουκάρει από τη θολωτή πύλη του πύργου.

 


 

Ο αγρότης αμαξάς τα μαστιγώνει αλύπητα για να τρέξουν στον ανώμαλο χωματόδρομο.

 

Μεταφέρει οικοδομικά υλικά.

 

Σκηνή που θα μπορούσε να γοητεύσει κάθε σκηνοθέτη.

 

Και ομολογώ πως, αν εξαιρέσουμε το σκληρό μαστίγωμα, κάθε άλλο παρά αποτελώ εξαίρεση.

 

Μέσα, οργασμός εργασιών αναστήλωσης του πύργου.

 

Και είμαι σε θέση να σε βεβαιώσω πως γίνεται πολύ καλή δουλειά.

 

Όταν τελειώσει αυτό το έργο θα είναι ένα από τα ωραιότερα στολίδια των Καρπαθίων. Στο συνιστώ ανεπιφύλακτα.


 



ΤΑ 1400 ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ

 

Το Αρέφου, εκατόν εβδομήντα περίπου χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Βουκουρεστίου, είναι ένα ασήμαντο χωριουδάκι που δεν θα το ήξεραν ούτε οι κάτοικοί του αν αυτοί οι ίδιοι δεν τραβούσαν την προσοχή των ερευνητών ως οι κατευθείαν απόγονοι της προσωπικής φρουράς του Βλαντ Τζέπες. Κι αυτό ενισχύεται κι από το γεγονός ότι λίγο πιο πέρα, ψηλά στο καρπάθιο ανάγλυφο του Ποϊενάρι, στέκουν τα χαλάσματα που απόμειναν από τον πύργο του διάσημου ανασκολοπιστή, τον μόνο από τους πύργους του που δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση ως τοιούτος, ως μία δηλαδή από τις πραγματικές κατοικίες του ήρωα της ιστορίας μας.

 

Είμαι στη μέση της κοιλάδας, δίπλα στο ποτάμι. Μια συντροφιά νεαρών Ρουμάνων έχει ανάψει φωτιά κι ετοιμάζει το πασχαλινό πικ νικ.

 

Θέλω να τους ρωτήσω πώς φτάνει κανείς εκεί πάνω αλλά, ή δεν ξέρουν ή δεν καταλαβαίνουν τι τους λέω.

 

Αντί γι απάντηση με κερνούν ένα μπιφτέκι κι ένα ποτήρι (κόκκινο) κρασί. Εβίβα.

 

Μια, μάλλον γυναίκα, που με παρακολουθεί εδώ και κάμποση ώρα, απροσδιορίστου ηλικίας και ιδανική για ταινία τρόμου, φαίνεται πως ξέρει τι θέλω. Δεν αφήνει αμφιβολία πως είναι κάτοικος του Αρέφου. Και κωφάλαλη.

 

Μου δείχνει με το τεντωμένο κοκαλιάρικο δάχτυλο και το άγριο μάτι της την αρχή μιας κλιμακωτής ατραπού που ανηφορίζει και χάνεται μέσα στο δάσος. Πώς ξέρει αυτή η ενδεχομένως απόγονη του Βλαντ Ντράκουλ τι γυρεύω εδώ; Της λέω μερσί και χώνομαι στο δάσος ελπίζοντας να μη με πάρει από πίσω.

 


Μελετώντας την περίπτωσή του Βλαντ Τζέπες Ντράκουλ μου δημιουργήθηκε η εντύπωση πως ήταν μεγάλος μάστορας στον ανορθόδοξο πόλεμο. Και ‘δω που τα λέμε πώς αλλιώς θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα μ’ έναν στρατό σαν του Μωάμεθ Βήτα του Πορθητή;  

 

Εφάρμοζε την τακτική της «καμένης γης». Όταν, δηλαδή, οι αναρίθμητοι και καλά οπλισμένοι Οθωμανοί προχωρούσαν καταπάνω του αυτός οπισθοχωρούσε καίγοντας και καταστρέφοντας οτιδήποτε ήταν κατάλληλο προς βρώση, και δηλητηριάζοντας τα πηγάδια. Κατά μέτωπο σύγκρουση, ποτέ. Δεν τρελάθηκε! Τα γιουρούσια-του τα ‘κανε αιφνιδιαστικά και πάντα νύκτωρ. Κι εκτός αυτού έκανε αστραπιαίες κυκλωτικές κινήσεις και κατέστρεφε στα μετόπισθεν τον ανεφοδιασμό του εχθρού. Αλλά εκεί που αποδείχτηκε μεγαλοφυία ήταν στον πόλεμο των νεύρων.

 

Ουφ! Μου ‘χει βγει η ψυχή! Έχω μετρήσει ήδη οχτακόσια δώδεκα σκαλοπάτια αλλά δε βλέπω τον πύργο πουθενά. Κι αυτός, ή αυτή, με ακολουθεί με άγριο βλέμμα κρατώντας πάντα μια απόσταση πενήντα περίπου μέτρων. Νοιώθω απελπιστικά μόνος.

 

 

Θα σου πω ένα περιστατικό για να καταλάβεις τι εννοώ. Όταν κυνηγώντας-τον ο τεράστιος στρατός του Μωάμεθ έφτασε μέχρι τις παρυφές της Τιργκόβιστε, τι νομίζεις ότι αντίκρισε; Ένα δάσος από ανασκολο-πισμένους Τούρκους. Είκοσι χιλιάδες πτώματα καρφωμένα σε ισάριθμα παλούκια σε μια επιφάνεια ενός επί τρία χιλιόμετρα. Και πολύ περισσότερες χιλιάδες όρνια να ‘χουν ριχτεί στο μεγάλο φαγοπότι.

 

Μερικοί δε απ τους παλουκωμένους δεν είχαν ξεψυχήσει ακόμη και κουνιόντουσαν. Διότι, μάθε και τούτο, στην τέχνη του ανασκολοπίζειν παρακάμπτεις τα ζωτικά όργανα για να ζήσει το σουβλάκι σου όσο γίνεται περισσότερο. Μεγάλη τέχνη, σου λέω. Κατόπιν τούτου, όπως καταλαβαίνεις, οι Τούρκοι έκαναν μεταβολή και όπου φύγει-φύγει. Έκτοτε άκουγαν τ’ όνομα Βλαντ Τζέπες και τα ‘καναν πάνω τους. Ο Μωάμεθ Βήτα ο Πορθητής βρήκε τον μάστορή του!

 

Ελπίζω να σ’ έχω σοκάρει. Και για να σε σοκάρω έτι περισσότερο σε προκαλώ να σκεφτείς: πόσο αγιότεροι του Βλαντ Τζέπες να ήταν άραγε ο Μωάμεθ ο Βήτας, ο Λουδοβίκος ο Δέκατος Τέταρτος, ο Ναπολέων ο Βοναπάρτης, ο Ιβάν ο Τρομερός, ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, ο Μπους αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος ή ο Αριέλ Σαρόν; Έχει ηθική ο πόλεμος σαν μέσον ή αγιάζεται, εν τέλει, από τον σκοπό του; Δεν ξέρω. Εγώ, απλώς, σου θέτω ερωτηματικά για να τα ζυμώσεις. Κι έπειτα: πού θα ‘φτανε η οθωμανική ημισέληνος αν δεν υπήρχαν κάτι τύποι σαν τον Βλαντ Τζέπες;

 

Χίλια τετρακόσια σκαλοπάτια μέτρησα μέχρι να φτάσω. Ο Πύργος μοιάζει μ’ έναν άμορφο όγκο από σωριασμένα τούβλα στην κορφή ενός απότομου λόφου. Μόνο τα πλευρικά του τείχη δηλώνουν πως κάποτε ήταν πύργος. Και δεν απαιτούνται στρατιωτικές γνώσεις για να καταλάβεις ότι με τα μέσα της εποχής εκείνης ήταν άπαρτος.

 

 

Επιτέλους βαδίζω στα ερείπια του πραγματικού «Πύργου του κόμη Δράκουλα». Σ’ ένα τοπίο που ξεπερνά σε γοητεία το οποιοδήποτε κινηματογραφικό επίτευγμα. Είναι Ηλίου φαεινότερο πως εδώ δεν έρχονται παρά μόνο ερευνητές της περίπτωσης Τζέπες.  

 

Ένας βοσκός που παριστάνει τον φύλακα, αφού με χάζεψε γι αρκετή ώρα καθώς φωτογράφιζα, μου ζητά το αντίτιμο της επίσκεψής μου. Ναι, αλλά θα μου δώσεις το απόκομμα του εισιτηρίου, μεσιέ. Εννοείται πως δεν υποψιαζόταν την αντίδραση μου. Εννοείται πως δεν είχε μπλοκ εισιτηρίων. Και, εννοείται πως, παρ’ όλα αυτά του άφησα ένα γενναίο μπαξίς. Τι διάολο, χίλια τετρακόσια σκαλοπάτια είναι αυτά!

  


Μια τέτοια, και τόσο, πολύμορφη, πολυσχιδής και αντιφατική προσωπικότητα, σαν του Βλαντ Τζέπες, δεν θα μπορούσε παρά να προκαλέσει, και μετά το θάνατό του τις ανάλογες προσεγγίσεις. Ιστορικές και μη.

 

Οι θρύλοι, κατ’ αρχάς, και τα κείμενα στη συνέχεια, αλλοίωσαν την πραγματικότητα για να πλάσουν κατά το δοκούν μια προσωπικότητα άλλοτε κτηνώδη κι άλλοτε ηρωική.

 

Η δυτική Ευρώπη, για τις δικές της σκοπιμότητες, φιλοτέχνησε την εικόνα του άκαρδου κτήνους διογκώνοντας την βιαιότητά του και υποβαθμίζοντας τον ιστορικό του ρόλο.

 

Η ρουμάνικη λογοτεχνία και τα σλαβόφωνα κείμενα, αντιθέτως, αναγνωρίζουν την ασυνήθιστη βιαιότητά του αλλά δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στα κατορθώματα και στον ιστορικό του ρόλο σαν κυματοθραύστη των οθωμανικών επελάσεων κατά Ευρώπη μεριά. Για τη Ρουμανία εθνικός ήρωας. Για την Ευρώπη, και την Αμερική αργότερα, σατανάς και αιμοπότης.

 

Θα νυχτώσει σε λίγο, ίσως και να βρέξει, και ‘γω είμαι ακόμη καθηλωμένος εδώ πάνω. Μαγεμένος. Αυτή η απειλητική μουντάδα με πληροί από μια παθητική προσμονή. Σαν την παρθένα της ταινίας που περιμένει τον βαμπίρο κόμη της.

 

Παίρνω το δρόμο της επιστροφής.

 

Ίσα που προφταίνω να βγω ανάμεσα σε συνανθρώπους πριν νυχτώσει εντελώς. Η κωφάλαλη απόγονος της φρουράς του Βλάντ Τζέπες με περιμένει. Και μου δείχνει το μονοπάτι με το κοκαλιάρικο δάχτυλό της. Ψάχνω στην τσάντα για να βεβαιωθώ ότι τα σκόρδα μου είναι πάντα στη θέση τους.

 

Το Χίλια Οχτακόσια Ενενήντα Εφτά, πάνω σ’ έναν αχταρμά θρύλων και ιστορικών στοιχείων που ταξίδεψαν ανά τους αιώνες κι έφτασαν μέχρι τ’ αφτιά του, ο Ιρλανδός συγγραφέας Μπραμ Στόουκερ, που δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στη Ρουμανία, στρώθηκε κι έγραψε το γνωστό τοις πάσι πολύκροτο παραμύθι του Δράκουλα. Με τον απέθαντο νυκτόβιο βαμπίρο, τον χωρίς είδωλο στους καθρέφτες, που ζούσε αποκλειστικά με ανθρώπινο αίμα. Το παραμύθι που διάβαζα στην εφηβεία μου περπατώντας από το μηχανουργείο στου Ψειρή, όπου δούλευα, μέχρι το σπίτι μου στα Πετράλωνα. Ακόμα κι αν σκοτείνιαζε. Ακόμα κι αν ψιχάλιζε.  

 

Το Χίλια Εννιακόσια Είκοσι Δύο, ο μεγαλοφυής σκηνοθέτης Φρίντριχ Μουρνάου κατασκεύασε πάνω στον ίδιο ήρωα την κινηματογραφική-του όπερα «Νοσφεράτου».

 

Το Χίλια Εννιακόσια Πενήντα Οκτώ ο Τέρενς Φίσερ έδωσε ρέστα με την αριστουργη-ματική ταινία «Δράκουλας, ο βρικόλακας των Καρπαθίων». Ακολούθησαν άλλες οκτώ ταινίες του ίδιου σκηνοθέτη με πρωταγωνιστή, πάντα, τον αξεπέραστο Κρίστοφερ Λη στον ομώνυμο ρόλο.

 

Και ‘γω δεν ξέρω πόσες φορές είδα την πρώτη απ αυτές του Φίσερ για ν’ αναπτύξω την ύψιστη κυκλοφοριακή ικανότητα της αδρεναλίνης μου με την ελπίδα να ανοσοποιηθώ κάποτε. Και φαίνεται πως κάτι κατάφερα αφού το ομώνυμο αριστούργημα του Φράνσις Φορντ Κόππολα μ’ άφησε παγερά αδιάφορο. Ή, έστω, περίπου αδιάφορο. Και ο κύκλος έκλεισε με το άλλο αριστούργημα, του Ρομάν Πολάνσκι, «Η νύχτα των Βρικολάκων», που έριξα, όπως όλοι μας το γέλιο της ζωής μου. Άμεν.

 

Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ

 

Λίμνη Σναγκόβ. Τριανταπέντε χιλιόμετρα βορείως του Βουκουρεστίου, της πόλης που ίδρυσε ο ίδιος ο Βλαντ Τζέπες. 

 

Ο Ήλιος έχει αρχίσει να γέρνει. Είμαι γερός κωπηλάτης, δε λέω, πλην, αυτό το άβολο πλαστικό σκαφάκι με τους σμπαραλιασμένους σκαρμούς που νοίκιασα δεν θα μου επιτρέψει να φτάσω σε λιγότερο από τρία τέταρτα στη νησίδα.

Κι έτσι και με πιάσει κάνας αέρας... αλλά ας μην το σκέφτομαι καλύτερα! 

 

Πάνω σ’ αυτή τη νησίδα είναι χτισμένο, από τον Δέκατο Τέταρτο αιώνα, ένα μοναστήρι με επίκεντρο το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Εκεί μέσα, λέει, είναι ο τάφος του.  

 

Από κει που έδεσα το σκαφάκι, ένα μονοπάτι μ’ έφερε στο ξέφωτο όπου δεσπόζει το καταζητούμενο ναϊδιο. Η πόρτα του είναι εφτασφράγιστη από μια χοντρή σκουριασμένη αλυσίδα. Ψυχή ζώσα ένα γύρω. Και τώρα τι γίνεται; Ποτέ μου δεν διέρρηξα μια πόρτα. Πολύ δε περισσότερο την πόρτα ενός ναού. Απελπισία. Πώς να γυρίσω στην πατρίδα χωρίς το αποκορύφωμα της προσπάθειάς μου;

 

Μια μαύρη καμπουριασμένη σιλουέτα βγαίνει απ το χαμόσπιτο του δάσους κι έρχεται κατά το μέρος μου. Μοιάζει με εκατόχρονη καλόγρια. Και είναι. Πρέπει να της το παίξω ευλαβής χριστιανός. Κι ομολογώ ότι αυτό θα ’κανα προκειμένου... Δεν χρειάστηκε όμως. Όσο να μουρμουρίσω το προετοιμασμένο παραμύθι του ευλαβούς μού έχει ήδη ξεκλειδώσει τη σκουριασμένη αλυσίδα. Το καθήκον της μεν, ο απαραίτητος όβολός μου δε. Το ναϊδιο τελεί υπό καθεστώς ανακαίνισης.

 

Μπαίνοντας εντόπισα τον τάφο Του πάραυτα έστω κι αν ο χώρος είναι κατασκότεινος. Τον εντόπισα από το καδράκι με τη γνωστή στη Ρουμανία προσωπογραφία Του που είναι τοποθετημένο εκεί που θα ‘πρεπε να βρίσκεται η ταφόπλακα Του.

 

Μα πού είναι η εντοιχισμένη εγχάρακτη πλάκα αδερφή; Την έχουν πάρει οι αρχαιολόγοι για να την καθαρίσουν και θα την ξαναφέρουν. Το ήξερα ήδη. Κι είχα μάλιστα ακούσει πως ανοίγοντας τον τάφο του δεν βρήκαν κανένα υπόλειμμα από το σώμα ή τον ρουχισμό του. Φήμες που κανείς αρμόδιος δεν επιβεβαίωσε αλλά και ούτε διέψευσε. Ο όβολός μου, προς ανέγερσιν... και λοιπά, αποενοχοποίησε πλήρως τις φλασιές της φωτογραφικής από το αμάρτημα της ιεροσυλίας.

 

Είμαι γερός κωπηλάτης, δε λέω, πλην, έχει σκοτεινιάσει, ίσα που διακρίνω τα φώτα της μαρίνας και μια γαμημένη νυχτερίδα κόβει βόλτες πάνω απ το κεφάλι μου.


Για περισσότερες φωτογραφίες: Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν | Πάμε γι' άλλα...

 

Διαβάστε επίσης:

ΡΟΥΜΑΝΙΑ 2 - Η ΚΡΥΦΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν