ΙΤΑΛΙΑ - ΡΩΜΗ, ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΑΓΑΛΜΑΤΩΝ

Front Picture: 

Μάνα, σου γράφω καθισμένος σ’ ένα παγκάκι απέναντι στ' αγάλματα και είμαι πολύ καλά. Κάτι αγάλματα υπέροχα. Οι καλύτεροι φίλοι μου. Δεν ακούω τίποτ' άλλο παρά το ψιθύρισμα της σιωπής τους. Το ψιθύρισμα του νερού που κυλά επάνω τους. Ούτε τις κόρνες των αυτοκινήτων, ούτε τις φωνές των περαστικών. Η σιωπή των αγαλμάτων, ρε μάνα, τι να σου πω!

 

Του Κώστα Ζυρίνη

Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, τεύχος αρ. 174 / 09.08.2003

 

Ρώμη, Μάης 1967

  

«Μάνα γεια σου.

 

Το γράμμα θα στο φέρει ένα παιδί που θα πει ότι λέγεται Σταύρος. Να τον εμπιστευτείς, είναι δικός μου.

 

Και τώρα, τα νέα μου. Έχω πιάσει ένα δωμάτιο σ' ένα πολύ καθαρό διαμέρισμα.

 

Το διαμέρισμα αυτό βρίσκεται σ' ένα δρόμο που λέγεται βία Καλάμπρια και είναι πολύ κοντά στο κέντρο της Ρώμης.

 

Ανήκει σε μια καλή ηλικιωμένη κυριούλα που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της σε μοναστήρι.

 

Επειδή είμαι Έλληνας, κι επειδή την άφησα να καταλάβει ότι δε μπορώ να γυρίσω στην Ελλάδα λόγω της κατάστασης, μου άφησε το δωμάτιο στη μισή, σχεδόν, τιμή.

 

Μάνα, σου γράφω καθισμένος σ' ένα σκαλοπάτι μιας ωραίας πλατείας που λέγεται πιάτσα Ναβόνα.

 

Αυτή η πλατεία είναι τεράστια και την έχει σχεδιάσει ένας σπουδαίος γλύπτης που λεγόταν Μπερνίνι.

 

Και όχι μόνο την έχει σχεδιάσει, έχει φτιάξει και τα περισσότερα από τ' αγάλματά της.

 

Καλά, ρε μάνα, έτσι κι έβλεπες τ' αγάλματα της Ρώμης μπορεί και να γινόσουνα καθολική. Έλα, τώρα, μη θυμώνεις, για πλάκα στό 'πα...»

 


Να εστιάσω στη σιωπή των αγαλμάτων σου.

Στο μαρμάρινο βλέμμα τους.

Στο χάλκινο αβλέφαρο βλέμμα τους.

Στο αέναο κοίταγμα της κάθε στιγμής του Χτες.

Μέχρι του Σήμερα.

Να λάβω απάντηση στα γιατί και στα πώς.

 



«... Μάνα, τώρα τα 'χω με μια κινεζούλα, τη Τζόαν. Πετσί και κόκαλο.

 

Έχει γεννηθεί στην Αμερική από γονείς Kινέζους μετανάστες αλλά είναι και μαοϊκή.

 

Μη μου ζητάς να σου εξηγήσω από το γράμμα τι θα πει μαοϊκή. Πάντως δεν είναι με τους Ρώσους γιατί κατά τη γνώμη της τα κάνανε σκατά.

 

Μπορεί να σε πειράζουν αυτά που ακούγονται για τους Ρώσους αλλά δεν αποκλείεται να είναι κι έτσι, ρε μάνα. Όλα να τα εξετάζουμε.

Στο κάτω κάτω οι Ρώσοι δεν είπαν κιχ γι αυτό που πάθαμε στην Ελλάδα.

 

Πήγα κάνα δυο φορές στα εδώ γραφεία της ΕΔΑ... ξέρεις.

 

 

Άσε, μάνα, δε γίνεται τίποτα σου λέω, οι μισοί τα περιμένουν όλα από τους Ρώσους και οι άλλοι μισοί...

 

 

Σκέψου μόνο ότι βασικό στέλεχος της ΕΔΑ Ρώμης δηλώνει αριστερός και βασιλόφρων.

 



Μάνα γίνεται της πόπης.

 

Έχουν διασπαστεί και τρώγονται.

 

Κάτι πήγα να πω κι εγώ, και σταλινικό με ανέβασαν καστρικό με κατέβασαν.

 

Και τι είπα; Είπα ότι όσοι αρπάζουν την εξουσία πραξικοπηματικά με τη βία των όπλων, μόνο με τη βία των όπλων στα χέρια του λαού θα τη χάσουν. Είπα τίποτα το τρελό, ρε μάνα;..»  

 


Στα πού, πότε και γιατί ξυπνούν οι Μεσαίωνες.

Στα πού, πότε και γιατί η Ιστορία λούεται και πάλι με αίμα.

Αθώων.

Πότε, πού και πώς το κτήνος άνω θρώσκει και πάλι.

Για να σμιλέψει την πέτρα σου.

Για να δώσει μορφή στον χαλκό σου.

 


 

«...Ούτε να το συζητάς για λεφτά! Είμαστε 'μεις για τέτοια;

 

Αντίθετα, εγώ θα σου στέλνω σε λίγο καιρό.

 

Ήδη δουλεύω στο σινεμά. Κάνω κάτι μικρούς ρόλους, σαν κομπάρσος συνήθως, αλλά καμιά φορά παίζω και σαν φιγκουρατσιόνε σπετσιάλε. Κάτι σαν υπο-ηθοποιός, δηλαδή, και καλό μεροκάματο.

 

Το τελευταίο μου μεροκάματο ήταν σε μια καμπόικη ταινία με πρωταγωνιστή κάποιον Κλιντ Ήστγουντ, Αμερικάνο.

 

Και σήμερα με ειδοποίησαν να παίξω σε μια άλλη με πρωταγωνιστή κάποιον Τζιαν Μαρία Βολοντέ. Αυτός είναι Ιταλός. Εξαιρετικός.

 

Σπάω πλάκα μ' αυτή τη δουλειά, μάνα, διότι θυμάμαι όταν ήμουνα μικρός που με πήγαινε η γιαγιά στο Ζέφυρο και βλέπαμε καμπόικα. Άρεσαν και της γιαγιάς, θυμάσαι; Τώρα παίζω κι όλας.

 

Μην ανησυχείς, δεν ανεβαίνω σε άλογο.

 

Αυτοί που ανεβαίνουν σε άλογα είναι ειδικοί και λέγονται κασκαντέρ.

 

Ούτε ο Τζιαν Μαρία Βολοντέ, ο πρωταγωνιστής, ανεβαίνει. Τον ντουμπλάρουνε.

 

Ξέρεις τι συνδικαλισμό έχουν εδώ; Δε σου λέω τίποτα.

 

Ακόμα και οι κομπάρσοι έχουν σωματείο...»  

 

  

Να μυηθώ από τα βρύα

τις λειχήνες και τη σκουριά σου.

Υπογραφές των αιώνων.

Διατάγματα καισάρων και παπών.

Να δω το πέταγμα, το φρρ των ανίερων περιστεριών

που δεν ξέρουν από Ιστορία,

που δεν ξέρουν από Μπερνίνι και Μικελάντζελο.

 


 

«... και, ξέρεις κάτι, μάνα; περπατάω με τις ώρες στη Ρώμη. Την ξέρω σχεδόν απ έξω κι ανακατωτά.

 

Νομίζω ότι τόσο όμορφη πόλη σαν τη Ρώμη δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο.

 

Ακόμα κι όταν τα πράγματα αλλάξουν και μπορώ να γυρίσω στην Ελλάδα, στη Ρώμη θα γυρίζω ξανά και ξανά. Με την πρώτη ευκαιρία.

 

Και μη γελάσεις, εσύ θα με καταλάβεις, κάθομαι στα παγκάκια απέναντι στ' αγάλματα και είμαι πολύ καλά. Κάτι αγάλματα υπέροχα. Σιωπηλά. Οι καλύτεροι φίλοι μου.

 

Τα περισσότερα δεν ξέρω ποιος τα έφτιαξε αλλά δε με νοιάζει.

 

Κάθομαι με τις ώρες, σου λέω. Δε βλέπω ούτε αυτοκίνητα, ούτε κτήρια, ούτε ανθρώπους γύρω μου. Μόνο τ' αγάλματα. Και τη σιωπή τους. 

 

Μ' αρέσει να κοιτάζω τις λεπτομέρειές τους. Τη μύτη, τα δάχτυλα, το στόμα. Κρίμα που δεν έχω και μια φωτογραφική μηχανή.

 

Όταν με απορροφούν οι λεπτομέρειες των αγαλμάτων χάνω και την ακοή μου.

 

Που λέει ο λόγος.

 

Δηλαδή δεν ακούω τίποτ' άλλο παρά το ψιθύρισμα της σιωπής των αγαλμάτων.

 

Το ψιθύρισμα του νερού που κυλά επάνω τους.

 

Ούτε τις κόρνες των αυτοκινήτων, ούτε τις φωνές των περαστικών.

 

 

 

Η σιωπή των αγαλμάτων, ρε μάνα, τι να σου πω!

 


 

Μετά έρχεται η κινεζούλα μου η Τζόαν, κι αυτή μου εξηγεί ποιος τα έφτιαξε. Αλλά εμένα δε με νοιάζει και τόσο ποιος έφτιαξε τ' αγάλματα.

 

Πιο πολύ μ' ενδιαφέρει να μιλάμε για τον Μαρξ, για τον Ένγκελς, για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και για τον Τσε. Δεν τους ξέρεις εσύ αλλά είναι εκείνοι που έδειξαν το δρόμο για την απελευθέρωση του ανθρώπου από τη μισθωτή δουλεία. Καταλαβαίνεις τι εννοώ...»

  


Το λυγισμένο γόνατο.

Το αχνό χαμόγελο που ξέρει.

Και που δε λέει το πότε το πού

το πώς και το γιατί.

Το αχνό χαμόγελο της κόρης

που θα γεννήσει το αύριο

των παράφρονων γενεών

σε ποτάμια από αίματα.

 


 

 «... Όταν σταθώ λίγο στα πόδια μου θα δώσω εξετάσεις για να μπω σε μια σπουδαία σχολή σκηνοθεσίας. Τσέντρο Σπεριμεντάλε τη λένε. Απέναντι από την Τσινετσιτά. Εσύ ξέρεις τι τρέλα έχω με το σινεμά.

 

Θυμάσαι που όταν ήμουνα μικρός κι έπαιζα Καραγκιόζη στην αυλή μας σου έβαλα φωτιά στο σεντόνι; Ε, ρε, τι βρωμόξυλο που μού 'ριξες! Ξεχνιέται αυτό;

 


Κι αν δεν τα καταφέρω να μπω σ' αυτό το Τσέντρο Σπεριμεντάλε, μάνα, θα επιχειρήσω να μπω στην Ακαδημία Καλών Τεχνών που είναι και η Τζόαν. Εκείνη είναι στη ζωγραφική, εγώ θα δώσω για σκηνογραφία. Πού θα μου πάει, θα τα καταφέρω. 

 

 

Και ήρθε και πάλι και ξανά

το μαστίγωμα της βροχής.

Και ήρθε και πάλι και ξανά το χάδι του Ήλιου

και γενεές περιστεριών στους ώμους τους

και βήματα περαστικών

που έχασαν τους δρόμους τους.

Διάλογοι άηχοι, κοιτάγματα μυστικά.

Τα γιατί και τα πώς των ηττημένων.

 


 

«Λίγο ακόμη και θα το ξέχναγα.

 

Το πιο σπουδαίο.

 

Ν' ανοίξετε τα κασόνια μου στην αποθήκη.

 

Τα βιβλία του Μαρξ, του Λένιν, του Λουντέμη, Οι Βάσεις της Μαρξιστικής Φιλοσοφίας, τον Διαλεκτικό Υλισμό, όλα τα έντυπα των Λαμπράκηδων και τα τρία κόκκινα ντοσιέ με δικά μου χειρόγραφα, να καούν στη σόμπα του Μανώλη.

 

Να μην πειράξετε τον Καζαντζάκη, τον Σαρτρ, τον Ντοστογιέφσκι και τον Ουγκώ.

 

Και μην ανακατέψεις καθόλου το γέρο μου σ' αυτή την ιστορία. Να μη μάθει τίποτα. Γιατί θα τον πιάσει το επαναστατικό του και μπορεί να βρείτε κάνα μπελά εξαιτίας μου.

 

Αυτά να γίνουν άμεσα γιατί ακούω για έρευνες κι έχω ανησυχήσει.

 

Με αγάπη, ο γιος σου, Κώστας.  


 

Υ.Γ. Τι έγινε με τα μάτια σου; Άλλαξες γυαλιά; Μην το αμελείς.

 

Υ.Γ.-2 Δώσε χαιρετισμούς στην Τριανταφυλλιά, την κόρη του περιπτερά».


Για περισσότερες φωτογραφίες από τη Ρώμη: Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν | Πάμε γι' άλλα...