ΤΥΝΗΣΙΑ, ΕΚΕΙ ΣΤΟ ΝΟΤΟ

Front Picture: 

Πέρα, πολύ πέρα, μακριά προς το νότο, μια στήλη καπνού εμφανίστηκε ξαφνικά πάνω από τον ξανθό κυματισμό των αμμόλοφων, στο γαλάζιο φόντο του ορίζοντα. Και όμως, καμιά όαση δεν αναγράφεται στον χάρτη προς αυτή την κατεύθυνση, σε απόσταση πενήντα χιλιομέτρων τουλάχιστον. Ούτε πετρελαιοπηγή στην έτσι κι αλλιώς συγκριτικά φτωχή στο είδος έρημο της Τυνησίας. Από που λοιπόν προέρχεται ο καπνός; Πυρκαγιά στη Σαχάρα; Μάλλον σαν σύντομο ανέκδοτο ακούγεται.

 

Της Ισαβέλλας Μπερτράν

Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, τεύχος αρ 41/20.01.2001



Εκείνη τη στιγμή, οι σκέψεις μου διακόπτονται από το Σαχράουι που παίζει τα φώτα του στον Αμπντάλα. Εκείνος ανταποκρίνεται αμέσως, σταματάει το τζιπ και περιμένει. Ο μεταξύ τους διάλογος διεξάγεται στ’ αραβικά αλλά από το ύφος τους και μόνο είναι φανερό ότι κάτι δεν πάει καλά. Τι τρέχει Σαχράουι;

 

Ο οδηγός μας απαντάει γαλλικά, με την χαρακτηριστική αραβική προφορά του, καταπίνοντας τα φωνήεντα. L’ temp’t ’rrive, M’dame. Κοιτάζω γύρω τον πεντακάθαρο ουρανό, χωρίς ούτε ένα σύννεφο να σκιάζει το βαθύ γαλάζιο. Θύελλα; Ποια θύελλα Σαχράουι;

 

Με το δάχτυλο δείχνει προς την κατεύθυνση του καπνού. Η στήλη έχει πυκνώσει ανεπαίσθητα κι αρχίζει να κινείται αργά προς τα ανατολικά. Αμμοθύελλα, κυρία. Σε είκοσι λεπτά θα μας έχει φτάσει. Πρέπει να βρούμε καταφύγιο στη Ντουζ το γρηγορότερο.

 

Την  τελευταία φράση του, την διατυπώνει σε τόνο φαινομενικά ουδέτερο και ήπιο, δε χωράει όμως αμφιβολία πως δεν πρόκειται απλά για προτροπή αλλά για απόφαση. Που δεν σηκώνει μάλιστα συζήτηση. Στην έρημο, όπως και στο πέλαγος, δεν χωράνε δημοκρατικές διαδικασίες. Κουμάντο κάνει η πείρα, και οι κατέχοντες αυτήν δεν μοιράζονται, και καλώς, την ευθύνη της ζωής τους και των άλλων ταξιδιωτών με τον κάθε άσχετο ή επιπόλαιο θελήσει να πάει κόντρα στη Φύση και τους νόμους της. Έτσι, με βαριά καρδιά αλλά απολύτως πειθαρχημένα, εγκαταλείπουμε το σχέδιό μας για διανυκτέρευση στην έρημο με αντίσκηνα, και βάζουμε πλώρη πίσω για την Ντουζ.

 


ΦΛΑΣ ΜΠΑΚ


- Εντάξει ρε παιδιά, δεν είναι και για να μιζεριάζουμε με την πρώτη αναποδιά!


Ο καλός μου προσπαθεί να ανεβάσει το ηθικό της παρέας, και μαζί μ’ αυτό και το δικό του (υποψιάζομαι). Κι εδώ που τα λέμε, έχει δίκιο. Ας είμαστε ευγνώμονες για όσα είδαν τα μάτια μας τις προηγούμενες μέρες. Που δεν είναι και λίγα.

 

Και πρώτα απ’ όλα τη «χώρα των κσουρ», νότια της Μεντενίν, με τις σουρεαλιστικές κατασκευές των Βερβερίνων βουτηγμένες στην ώχρα των τοπίων.


Κσαρ (πληθυντικός κσουρ) ονομάζεται το οχυρωμένο συγκρότημα από «γκορφας» (αποθήκες) όπου οι αγρότες της βόρειας Αφρικής συνήθιζαν άλλοτε ν’ αποθηκεύουν τα σιτηρά τους  προφυλάσσοντάς τα έτσι από τυχόν ξένες επιθέσεις. Εγκαταλειμμένα εδώ και δεκαετίες από τους ιδιοκτήτες τους, τα περισσότερα κσουρ απλά ρημάζουν, παραδομένα στην τύχη τους.

 

Ευτυχώς όμως όχι όλα, και όχι εντελώς. Πρώτο και καλύτερο  το κσαρ Χαντάντα  που αναβαπτίστηκε για λίγο ως χάνι κατά τη δεκαετία του ’90 πριν περάσει κι από δεύτερο λίφτινγκ στις  αρχές της νέας χιλιετίας προκειμένου να «παίξει» ως σκηνικό στα γυρίσματα του Πολέμου των Άστρων.

 

Εννοείται ότι η διανυκτέρευση μας σ’ ένα τέτοιο φυσικό ντεκόρ είναι μια εικόνα που εγγράφεται ανεξίτηλα στις ταξιδιωτικές μνήμες. Όπως εξάλλου και το πέρασμα μας από τα υπόσκαφα κτίσματα στην Ματμάτα. Εντυπωσιακές κατασκευές κι εδώ, αν και η εμφανής τουριστικοποίηση χαλάει τη μισή και βάλε χαρά της επίσκεψης. Τα καλύτερα ωστόσο έπονται, ή έστω έτσι θέλω να πιστεύω. Αρκεί να μην μας κηρύξει παρατεταμένο πόλεμο ο άνεμος…

ΌΤΑΝ ΦΥΣΑΕΙ Ο ΣΙΜΟΥΝ


Μετά από είκοσι λεπτά, ο ουρανός παραμένει πιο μπλε κι από τροπική θάλασσα. Η δε στήλη “καπνού” δεν φαίνεται πουθενά. Να λοιπόν που ο Σαχράουι έκανε λάθος εκτίμηση, παρά την πείρα του. Αμμοθύελλα και πράσινα άλογα…Τζάμπα χαλάσαμε το πρόγραμμά μας.

 

Πέντε λεπτά αργότερα, ξεσπάει ένας δαιμονισμένος άνεμος, που σαρώνει τους γύρω αμμόλοφους με απότομες ριπές.  Ζητάω νοερά συγνώμη από τον Σαχράουι που αμφισβήτησα την αυθεντία του. Σε λίγο τα πάντα, ακόμα κι ο ήλιος, έχουν καλυφθεί από ένα γκρίζο πέπλο σκόνης. Ίσα που διακρίνεται μέσα στην αμμομίχλη η σιλουέτα του τζιπ που οδηγάει ο Αμπντάλα και προπορεύεται του δικού μας μόλις λίγες δεκάδες μέτρα.


Σιμούν… Έτσι αποκαλούν στην Βόρεια Αφρική αυτόν το βίαιο αέρα που αρχίζει να φυσάει και να στροβιλίζεται απροειδοποίητα και λυσσαλέα, σκοτεινιάζοντας αιφνιδιαστικά τον ορίζοντα και παρασέρνοντας τα πάντα στο πέρασμά του.

 

Στην υποσαχάρια Δυτική Αφρική τον ονομάζουν χαρματάν και για να τον εξευμενίσουν, οι ανιμιστικές φυλές της ερήμου κάνουν δεήσεις και του προσφέρουν θυσίες. Οι μουσουλμάνοι νομάδες προσεύχονται στον Αλλάχ να μην τους βρει καθ’ οδόν, κι αν η κακιά η ώρα το φέρει, να σταθούν τυχεροί και να γλιτώσουν. Πόσοι και πόσοι, αλήθεια, δε χάθηκαν για πάντα, θαμμένοι κάτω από τόνους άμμου που μετατόπισε ο άνεμος, αναπλάθοντας κατά το κέφι του το σαχαριανό ανάγλυφο και προσθέτοντας συνάμα νέα θύματα στον μακρύ κατάλογο των ναυαγών αυτής της απέραντης αμμοθάλασσας, διπλάσιας σε μέγεθος από τη Μεσόγειο.



Η σκόνη εισχωρεί τώρα κι από τις πιο ανεπαίσθητες χαραμάδες του τζιπ και δημιουργεί μια αποπνικτική ατμόσφαιρα. Αντί για αέρα και σάλιο, εισπνέουμε και καταπίνουμε άμμο. Ο Σαχράουι έχει ξετυλίξει ένα μέρος από το μήκος του μαύρου σαρικιού του και έχει καλύψει μ’ αυτό το στόμα και τη μύτη του. Μια δωδεκάμετρη λωρίδα υφάσματος το εν λόγω σαρίκι. Με πολλαπλή χρηστική αξία (προστασία από τον ήλιο, από τον αέρα, από την άμμο), χώρια η αισθητική, όπου χωρίς αυτό, το κεφάλι του Σαχράουι θα θύμιζε Σαχάρα στο πιο άδειο, ενώ με το περιτύλιγμα ο κάτοχός του πλασάρεται ως Τυνήσιος εραστής, και μάλιστα με αξιώσεις. Έχουμε βουβαθεί απαξάπαντες. Παρακαλάω από μέσα μου ο Σαχράουι ν’ αποδειχτεί εξ’ ίσου ικανός στον προσανατολισμό, όσο στάθηκε στην πρόγνωση. Δεν βλέπω όμως το πως. Γιατί εκτός από τον ήλιο που μόλις αχνοφαίνεται πίσω από μια σκούρα οθόνη άμμου, δεν διακρίνω κανένα άλλο σημείο αναφοράς.



ΝΤΟΥΖ


Κι όμως, ο οδηγός μας κερδίζει το στοίχημα για άλλη μια φορά. Δυόμιση  οδυνηρές ώρες αργότερα, έχουμε ξεφύγει από τα όρια της θύελλας. Άλλη μία και τα σπίτια της Ντουζ εμφανίζονται στο οπτικό μας πεδίο. Ανάσταση!

 

Δεν ξέρω αν το φύσημα του σιμούν ξελαμπίκαρε τη σκέψη μου, ή αντίθετα τη θόλωσε τελείως, το σίγουρο πάντως είναι ότι η Ντουζ που περιδιαβαίνουμε λίγο αργότερα με τα πόδια, φαντάζει στα μάτια μου σαν μια άλλη πόλη απ’ αυτήν που εγκαταλείψαμε το πρωί.

 

Το εκνευριστικό καμάκι των “γκάιντ” που τριγυρνάνε στους δρόμους για να σου πουλήσουν κάποιο “μοναδικό” Σαχάρα-τουρ, τώρα μου φαίνονται ενοχλήσεις δευτερεύουσας σημασίας. Μετά από τη λαχτάρα της αμμοθύελλας, έχω την ευκαιρία ν’ αντιληφθώ, όχι πια εγκεφαλικά αλλά με όλες τις αφυπνισμένες στον κίνδυνο αισθήσεις μου, τη σημασία αυτού που λέμε “όαση” για τον εκτεθειμένο στην έρημο νομάδα. Και ως τέτοια, η Ντουζ, συνυπολογίζοντας τα ελαττώματα της πρόσφατης ανάπτυξής της, δεν παύει να αποτελεί ένα φιλικό, ασφαλές, και φιλόξενο νησί, ριγμένο σαν σανίδα σωτηρίας σε μια δίχως τέλος, γοητευτική αλλά απρόβλεπτη και ανελέητη αμμοθάλασσα.


Σύμφωνα με μία αρκετά διαδεδομένη εκδοχή, η Ντουζ χρωστάει το όνομά της στο δωδέκατο γαλλικό τάγμα (το δώδεκα στα γαλλικά λέγεται douze) που στρατοπέδευσε εδώ στα τέλη του 19ου αιώνα.

 

Τετρακόσιες χιλιάδες δέντρα μετράει ο φοινικώνας της Ντουζ, ο μεγαλύτερος της τυνησιακής Σαχάρας. Άλλοτε καταφύγιο και απάγκιο για τα στερημένα από νερό, και κορεσμένα από ήλιο και άμμο εμπορικά καραβάνια, σταθμός ανεφοδιασμού και ανάκτησης δυνάμεων για τους καμηλιέρηδες και τα ζώα τους, η Ντουζ μετατρέπεται στο πέρασμα των χρόνων, σε ιδανικό ορμητήριο για τους νέου τύπου περιπλανώμενους αυτής της Γης: τους τουρίστες. Και ειδικότερα για τους αθεράπευτους εραστές της άμμου και των απέραντων ανοιχτών οριζόντων του μεγάλου Ανατολικού Εργκ, όπως αποκαλείται η ζώνη της ερήμου που εκτείνεται νότια της Ντουζ και εισχωρεί καμμιά πεντακοσαριά χιλιόμετρα νοτιοδυτικά, βαθειά μέσα στην Αλγερία.

 

Πρόκειται για μία από τις δύο βασικές περιοχές της Σαχάρας όπου ο κυματισμός της άμμου παίρνει ωκεάνειες διαστάσεις, χωρίς αρχή και τέλος, και το βλέμμα πλανιέται στο άπειρο χωρίς σημαδούρα. Ένα τοπίο πολύ πιο σπάνιο απ’ ό,τι συνήθως πιστεύεται, αφού μόνο το ένα δέκατο της σαχαριανής επιφάνειας καλύπτεται αμιγώς από τους κλασικούς αμμόλοφους που παραπέμπουν στο “Τσάι στη Σαχάρα”.

 

Πραγματική πύλη του Μεγάλου Εργκ από την πλευρά της Τυνησίας, η Ντουζ απλώνεται με το βλέμμα στραμμένο προς τη νέα πηγή εισοδημάτων της: την άμμο. Δεν λείπουν μάλιστα και ορισμένοι καχύποπτοι ταξιδιώτες που αρνούνται ν’ αποδώσουν σε σύμπτωση την πολύ βολική θέση του αποκαλούμενου “Μεγάλου Αμμόλοφου”  ακριβώς απέναντι από τα βασικά τουριστικά ξενοδοχεία και ισχυρίζονται ότι μπορεί και να μην είναι τόσο αυθεντικός. Κακεντρέχεια ή όχι, το σίγουρο πάντως είναι ότι η περιοχή διαθέτει άμμο να φας με το κουτάλι, κάτι όμως που, εν προκειμένω, δεν προσφέρεται για να καταλαγιάσει η πείνα μας. Έτσι  παίρνουμε το δρόμο προς το κέντρο της πόλης, προς αναζήτηση ενός απολαυστικού αραβικού γεύματος.


ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΛΑΤΙΟΥ


Τρία “τσοτ”, ήτοι ισάριθμες καθιζήσεις του εδάφους, εκτείνονται στην επιφάνεια της Τυνησίας σε μήκος τριακοσίων χιλιομέτρων, από τον κόλπο της Γκαμπές μέχρι τα σύνορα με την Αλγερία. Τσοτ ελ Φεζέζ, τσοτ ελ Ντζερίντ και τσοτ ελ Ράρσα χαράζουν τα όρια ανάμεσα στην γνωστή μας αμμώδη έρημο από την μια και τα γυμνά πετρώδη εδάφη της λεγόμενης “χαμάντα” από την άλλη.

 

Ο δρόμος που οδηγεί από την Ντουζ στην Τοζέρ, επόμενο σταθμό της διαδρομής μας, διασχίζει το μεγαλύτερο από τα τρία τσοτ, το ελ Ντζερίντ. Το χειμώνα, οι λιγοστές βροχές μετατρέπουν ορισμένα τμήματά του σε αβαθή λίμνη, με νερό υφάλμυρο λόγω της φύσης του εδάφους. Τότε ο υπερυψωμένος δρόμος μοιάζει μ’ έναν τεράστιο μόλο που προχωράει για ενενήντα περίπου χιλιόμετρα  πάνω από το νερό. Η ισχυρή εξάτμιση που επακολουθεί κατά τους ζεστούς μήνες γρήγορα  εξαφανίζει το υγρό στοιχείο και στη θέση της λίμνης αποκαλύπτεται ένα απέραντο “χιονισμένο” τοπίο.


Χιλιάδες στρέμματα γης, καλυμμένα μ’ ένα στρώμα αλατιού αρκετών εκατοστών, καθρεφτίζουν το εκτυφλωτικό φως του ήλιου, ενώ ο ζεστός αέρας τρεμοπαίζει πάνω από τη λευκή επιφάνεια.

 

Καθηλωμένοι, παρακολουθούμε τα χιλιόμετρα να ξετυλίγονται σ’ ένα απόκοσμο τοπίο που αυτοαντιγράφεται, ανακαλύπτοντας μία ακόμα από τις σαγηνευτικές γεωλογικές ακρότητες αυτής της παράξενης γης.

 

Την μονοτονία έρχονται να σπάσουν οι σιλουέτες ενός πολυάριθμου καραβανιού που διαγράφονται μακριά προς τον ορίζοντα. Οφθαλμαπάτη, βιάζεται να μας διευκρινίσει ο Σαχράουι. Ανασύρω κάτι θολές μνήμες από τα βιβλία φυσικής του σχολείου: οπτικό φαινόμενο προερχόμενο από τη διάθλαση του φωτός μέσα από τον υπερθερμασμένο αέρα, ή κάπως έτσι. Οι καμήλες παρ’ όλα αυτά προχωράνε αγέρωχα, απολύτως αδιάφορες για το γεγονός ότι στην πραγματικότητα δεν βρίσκονται στη θέση που τις βλέπουμε. Μέχρι που ξαφνικά χάνονται, εξ’ ίσου απότομα που εμφανίστηκαν πριν λίγο στο οπτικό μας πεδίο. Τέρμα η εικονική πραγματικότητα.


Έχουμε σταθεί στην άκρη του δρόμου και οργώνουμε με τα πόδια ένα αλάτινο χωράφι, συλλέγοντας τα λευκά κρύσταλλα και πλάθοντας συμπαγείς αλατόμπαλες.  Ο Σαχράουι δείχνει με το δάχτυλο έναν μαύρο όγκο σε σχήμα φορτηγού που μοιάζει να στέκει στη μέση του τσοτ. Μία ακόμη οφθαλμαπάτη; Όχι, πρόκειται λέει για απομεινάρι από παλιό ατύχημα. Πριν φτιαχτεί ο δρόμος που διατρέχουμε, το πέρασμα του τσοτ ήταν ολόκληρη περιπέτεια, που δεν είχε πάντα αίσιο τέλος. Απόδειξη το μισοβουλιαγμένο φορτηγό. Επιχείρησε να διασχίσει από λάθος σημείο, παγιδεύτηκε σε κινούμενη άμμο και η γη κυριολεκτικά το κατάπιε. Κατά καιρούς όμως το κουφάρι ξαναβγαίνει στην επιφάνεια, όπως τώρα. Κι άλλοτε πάλι καταβυθίζεται στο έδαφος και χάνεται για βδομάδες. Κανείς μας δεν ρώτησε αν και τα υπολείμματα των επιβατών του μοιραίου οχήματος ταλαντεύονται κι αυτά, πότε πάνω και πότε κάτω από τη γη, στο ρυθμό αυτής της ιδιόρρυθμης και μακάβριας παλίρροιας.


ΤΟΖΕΡ


Πάνω από διακόσιες πηγές, που αποφέρουν εξήντα εκατομμύρια λίτρα νερού την ημέρα, ποτίζουν τα διακόσιες χιλιάδες φοινικόδεντρα της όασης της Τοζέρ, σύμφωνα μ’ ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο αρδευτικό σύστημα, σχεδιασμένο από τον Άραβα μαθηματικό Ιμπν Τσαμπάτ τον 13ο αιώνα.

 

Απολαμβάνουμε την ανεπανάλυπτη δροσιά του πράσινου, μ’ ένα χορτατιστικό πικ-νικ μέσα στην όαση.


 

Οι καλλιέργειες της όασης, εξηγεί ο Αμπντάλα, φυτρώνουν σε τέσσερα επίπεδα. Καταρχήν υπάρχουν τα υπόγεια προϊόντα, δηλαδή οι διάφορες ρίζες όπως πατάτες, καρότα, και άλλα. Ακολουθούν τα χαμηλά φυτά, όπως μαρούλια, ντοματιές, πιπεριές κλπ. Έπονται τα οπωροφόρα δέντρα (π.χ. μπανανιές, πορτοκαλιές, μηλιές) και τέλος, τα πανύψηλα φοινικόδεντρα και οι χουρμαδιές που αποτελούν το απαραίτητο δροσερό επιστέγασμα προστασίας για τη σωστή ανάπτυξη των χαμηλότερων και πιο ευαίσθητων καλλιεργειών. Μια σοφή διάταξη που αποφέρει μεγιστοποίηση της παραγωγής σε μια έκταση περιορισμένη.


Μετά από έναν αναζωογονητικό υπνάκο στη σκιά των χουρμαδιών, ένας απογευματινός χαλαρός περίπατος στην πόλη είναι ό,τι πρέπει. Αποφεύγοντας τις μεγάλες κεντρικές αρτηρίες της Τοζέρ, χωνόμαστε στα δρομάκια για μια επίσκεψη στην παλιά συνοικία Ουλέντ-Ελ-Χάντεφ. Απότοκο της ακμής της Τοζέρ ως σημαντικού σταθμού για τα παλιά εμπορικά καραβάνια της Σαχάρας, η συνοικία αυτή άρχισε να χτίζεται τον 14ο αιώνα για να στεγάσει την ομώνυμη πλούσια πατριά των Ελ Χάντεφ.

 

Κυριαρχούν τα τούβλινα σπίτια στο χρώμα της ώχρας, με παλιές πόρτες και κυρτές σιδεριές στα παράθυρα που παραπέμπουν σε νότια Ισπανία. Τα τούβλα των προσόψεων είναι τοποθετημένα με προεξοχές και περίτεχνους συνδυασμούς τέτοιους ώστε να δημιουργούνται πρωτότυπα γεωμετρικά διακοσμητικά μοτίβα, σύννομα με τις κορανικές επιταγές που απαγορεύουν την αναπάρασταση ανθρώπων και ζώων. Εδώ η ζωή συνεχίζεται φαινομενικά ανεπηρέαστη από την κίνηση και την ανθρωποπλημμύρα της λεωφόρου Μπουργκίμπα και του υπαίθριου παζαριού της πλατείας Ιμπν Τσαμπάτ, όπου καταλήγουμε αναπόδραστα στη συνέχεια για το απαραίτητο χάζι.


ΟΙ ΟΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΒΟΥΝΩΝ


Και να’μαστε λοιπόν και πάλι στα τζιπ, έτοιμοι να εκδράμουμε προς τις αποκαλούμενες “οάσεις των βουνών” στην έρημο δυτικά της Τοζέρ, προς τα αλγερινά σύνορα.

 

Οι σημερινοί στόχοι  ονομάζονται Τσεμπίκα, Ταμέρζα και Μιντές, τρία χωριά Βερβέρων που εγκαταλείφτηκαν το 1969 όταν κάποια καταρρακτώδης βροχή διέλυσε τα χωμάτινα σπίτια και τα μετέτρεψε σε λάσπη.

 

Δε φτάνει που ο μέσος όρος βροχοπτώσεων στη Σαχάρα κυμαίνεται μόλις στα 3-10 εκ. το χρόνο, αλλά ενίοτε συμβαίνει, το ελάχιστο αυτό νερό να πέφτει τοπικά με τη μορφή μίας η δύο ετήσιων απότομων καταιγίδων με καταστροφικά βεβαίως αποτελέσματα. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, το σκληρυμένο και πυρακτωμένο από τον ήλιο έδαφος αδυνατεί ν’ απορροφήσει τόσο όγκο νερού. Και τότε οι ξερές κοίτες των αποκαλούμενων “ουέντ” μετατρέπονται για λίγες ώρες σε ορμητικούς χείμαρρους που συμπαρασύρουν τα πάντα στο πέρασμά τους, μέχρι και ανθρώπους. Πνιγμένος στη Σαχάρα. Αυτό κι αν ακούγεται σαν σύντομο ανέκδοτο! Παράδοξο βέβαια, κι όμως εντελώς αληθινό.


Άλλοτε ρωμαϊκός αμυντικός σταθμός στο δρόμο για την Γκάφσα, η μικρή όαση της Τσεμπίκα, απλώνεται στη ρίζα της γυμνής πλαγιάς όπου παραμένουν πεισματικά γαντζωμένα τα εγκαταλειμμένα σπίτια που καταστράφηκαν από τις βροχές και τις κατολισθήσεις.

 

Βαθειά χωμένες μέσα στο απότομο ρέμα οι χουρμαδιές, φυτρώνουν με τα πόδια κυριολεκτικά μέσα στο νερό. Ο δρόμος για την Ταμέρζα συνεχίζει ανηφορικά μέσα από γυμνούς πετρώδεις λόφους. Μακριά, στο βάθος αχνοφέγγει το τσοτ ελ Ράρσα ενώ, αραιά και που, κάποιο μεμονωμένο μπουκέτο από πέντε-έξι αναμαλλιάρηδες φοίνικες φυτρώνει ξαφνικά μέσα στο απόλυτο κενό, ένδειξη ότι στο σημείο αυτό υπάρχει νερό, έστω και εκατοντάδες μέτρα κάτω από το έδαφος. Το ίδιο ξαφνικά ξεπηδάει μπροστά μας, σε μια στροφή του δρόμου και μέσα στην πιο απόλυτη ερημιά, μια παράγκα με σουβενίρ: Από σαρίκια και χαλιά μέχρι ταριχευμένα φίδια και σκορπιούς σε μπουκαλάκια με φορμόλη. βορειοαφρικάνικος σουρεαλισμός στο απόγειό του.


Παλιό ρωμαϊκό οχυρό και έδρα επισκοπής κατά τα βυζαντινά χρόνια η παλιά Ταμέρζα, φαντάζει σήμερα σαν γλυπτό σμιλεμένο σε κάποια αμμώδη παραλία  και φαγωμένο από τα πρώτα κύματα. Στο χρώμα του εδάφους που τα περιβάλει, τα παλιά λάσπινα κτίσματα σιγά σιγά καταρρέουν επιστρέφοντας  στο ίδιο το χώμα από το οποίο πλάστηκαν. Το Μιντές λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα μοιάζει να αιωρείται στο κενό. Άκρη της χώρας αλλά όχι και άκρη της ερήμου. Σ’ αυτό εδώ το τυνησιακό Φαρ Γουέστ, θα περάσουμε το βράδυ μας. Στέκω στο χείλος του κάνυον που χωρίζει την Τυνησία από την Αλγερία κι αναρωτιέμαι τι εκπλήξεις να κρύβει άραγε η γη που απλώνεται από την άλλη πλευρά του φαραγγιού. Οι λάτρεις της ερήμου πάντως ισχυρίζονται ότι τα ωραιότερα σαχαριανά τοπία βρίσκονται πέρα απ’ αυτό το γκρεμό, βαθειά μέσα στο αλγερινό έδαφος. Οψόμεθα! 

 

Για περισσότερες φωτογραφίες:

Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν | Πάμε γι' άλλα...