ΠΕΡΟΥ 1 - ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΚΟΝΔΟΡΑ

Front Picture: 

Ινκας, Ανδεις, Κορντιλλιέρες, Μάτσου Πίτσου, πούμα, κόνδορες, λίμνη Τιτικάκα, Ισπανοί κονκισταντόρες, ζούγκλα, Ρίο Μάντρε ντε Ντίος, "Φωτεινό Μονοπάτι", "Τουπάκ Αμάρος"... Ονόματα, επίθετα και τοπωνύμια, λέξεις σκόρπιες, ιστορικά και μυθολογικά φορτισμένες τόσο, όσο για ν'αποφασίσουμε να πετάξουμε δεκαπέντε (και δεκαπέντε επιστροφή, ίσον τριάντα) ώρες πάνω από την Ευρώπη και τον Ατλαντικό. Πάνω (μ'αρέσει να πιστεύω) κι από τη ρότα του Κολόμβου. Πέντε και κάτι αιώνες μετά απ αυτόν.

Του Κώστα Ζυρίνη

Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, τεύχος αρ.28/21.10.2000

 

 

    


Λίμα. Κάθε αεροδρόμιο σε μπάζει συνήθως στο Άγνωστο. Άλλες φάτσες, άλλη γλώσσα, άλλο φως, άλλα χρώματα. Εδώ πάντως κυριαρχεί το γκρίζο. Η καταχνιά. Η εγγενής ομίχλη που προκαλεί ο Ειρηνικός στις ακτές του Περού για έξι μήνες κάθε χρόνο. Πρώτη Αυγούστου και η Λίμα βρίσκεται στη μέση του χειμώνα της καθότι νότιο ημισφαίριο. Και χειμώνας στη Λίμα σημαίνει από 8 έως 15 βαθμούς Κελσίου. Μόνο.

 

Στο γκρίζο μολυβί της ατμόσφαιράς της αντιστέκεται το απίστευτα πλούσιο χρωματολόγιο των κτηρίων της. Ώχρα, γαλάζιο, λευκό, μαρόν, σομόν και βεραμάν. Κτήρια κολονιάλε κυρίως, ισπανόστροφης δηλαδή αρχιτεκτονικής, ενίοτε και με κάποια στοιχεία του δικού μας ιωνικού ρυθμού, που θέλουν, και συχνά το κατορθώνουν, να είναι από λίγο έως πολύ εύμορφα. Δεν λείπουν βεβαίως και τα μπαρόκ αλλά και κάποια ξετσίπωτα ροκοκό, σε προσόψεις κυρίως, καθολικών εκκλησιών.


Η Λίμα χτίστηκε το 1535 από τους πρώτους Ισπανούς αποίκους που ακολουθούσαν τον Φρανθίσκο Πιζάρο και, με το αρχικό της όνομα Θιουντάντ ντε λος Ρέγιες, ήταν η βασικότερη πόλη της Νότιας Αμερικής σε όλη τη διάρκεια της ισπανικής αποικιοκρατίας. Ο σεισμός του 1746 όμως που σκότωσε 4.000 άτομα την κατεδάφισε. Από τα 3.000 οικοδομήματα παρέμειναν ατόφια μόνο τα 20.

 

Στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν άρχισε να παίρνει και πάλι τα πάνω της, μετρούσε 140.000 κατοίκους ενώ σήμερα, μαζί με τους πέριξ μαχαλάδες που την περικυκλώνουν, στοιβάζονται εδώ περί τα δέκα εκατομμύρια ψυχές. Το 40 τοις εκατό του συνολικού πληθυσμού της χώρας. 

 

 

Πλατεία Σαν Μαρτίν. Ο Σαν Μαρτίν ήταν απελευθερωτής του Περού και κολλητός του Μπολιβάρ. Σαν να λέμε Κολοκοτρώνης και Καραϊσκάκης. Πέφτουμε πάνω σε πολιτική συγκέντρωση διαμαρτυρίας κατά του Φουχιμόρι. Μυρίζει μπαρούτι αλλά το ρεφλέξ της φωτογραφικής απαθανάτισης είναι ακατανίκητο. Κλικ κλικ, κι ότι βρέξει ας κατεβάσει.


Το 1513, ο Φρανθίσκο Πιζάρο με τ'ασκέρι του, κυνηγώντας τις μεγάλες κερδοφόρες ευκαιρίες στη λωρίδα της γης που σήμερα λέγεται Παναμάς, ανακαλύπτει από την δυτική της πλευρά μια απέραντη θάλασσα που, επειδή την έτυχε σε φάση μπουνάτσας, τη βάφτισε Ειρηνικό Ωκεανό. Παρεμπιπτόντως όμως έμαθε και το ότι, κατά νότο μεριά, υπάρχει μια τεράστια αυτοκρατορία "αγρίων και άθεων" που κολυμπάει στο χρυσάφι. Του ‘κατσε. Εις το επανειδείν, λέει, και το εννοούσε.

 

Οπότε, αρκούντως σπονσοραρισμένος από Ισπανούς μεγαλέμπορους, ξαναγυρίζει το 1532 μ' έναν μεγαλύτερο στρατό από τυχοδιώχτες, ιεραπόστολους συν διάφορα άλλα αποβράσματα. `Iνκας λεγόταν αυτή η "χρυσωμένη" αυτοκρατορία των "αγρίων" και ήταν η μεγαλύτερη αυτοκρατορία της εποχής εκείνης με έκταση 1.000.000 τ.χλμ περίπου. `Eπιανε από τη νότια (σημερινή) Κολομβία μέχρι τη βόρεια (σημερινή) Χιλή, κι από τις ακτές του Ειρηνικού μέχρι τη ζούγκλα ανατολικά της λίμνης Τιτικάκα.

 

Οι `Iνκας (1200 - 1532) είχαν αναπτύξει έναν υψηλό πολιτισμό και ήταν φοβεροί πολεμιστές, πλην όμως αγνοούσαν το σίδερο, τον τροχό και, κυρίως, το άλογο.

 

Μέσα σε λίγες ώρες, τα λεφούσια του Πιζάρο με τα τουφέκια, τα κανόνια και το ιππικό τους, ξεπαστρεύουν χιλιάδες πολεμιστές `Iνκας και συλλαμβάνουν τον αρχηγό τους, τον `Iνκα Αταχουάλπα, που κυβερνά τη μισή αυτοκρατορία ενώ στην άλλη μισή κάνει κουμάντο ο αδερφός του, ο `Iνκα Χουασκάρ, με τον οποίο βρίσκονται στα μαχαίρια. 


Θα σας τον δώσω πίσω, λέει στους `Iνκας ο Πιζάρο, αν μου γεμίσετε με χρυσάφι μια αίθουσα τόσο επί τόσο. Καραβάνια φορτωμένα χρυσάφι καταφθάνουν νυχθημερόν και μέσα σ' έξι μήνες η αίθουσα φουλάρει. Ο Πιζάρο όμως δεν ικανοποιείται. Προτιμά τον Αταχουάλπα όμηρο ή νεκρό για να τους έχει στο χέρι. Αφού φουλάρει, λοιπόν, και μια δεύτερη αίθουσα, με ασήμι αυτή τη φορά, κι επειδή εξ αντικειμένου δεν γινόταν να φουλάρει και μια τρίτη, στήνει μια δίκη παρωδία στον Αταχουάλπα και τον καταδικάζει σε θάνατο. Για ποιο αδίκημα δεν ξέρω.


Μιας και είσαι άθεος, του λέει, θα καείς στην πυρά. Εντάξει, θα γίνω χριστιανός, φαίνεται να δήλωσε ο Αταχουάλπα. Και τον βαφτίσανε χριστιανό. Και τώρα, επειδή είσαι χριστιανός και η απόφαση είναι απόφαση, του λέει, πρέπει να εκτελεστείς διά στραγγαλισμού, όπως οι χριστιανοί. Και τον ξεπάστρεψαν διά στραγγαλισμού. Πολιτισμένα πράγματα. Και χριστιανικά. Αμήν.


Κατόπιν τούτου, ο Φρανθίσκο Πιζάρο και οι κονκισταντόρες του ορμούν και κατακυριεύουν το Κούσκο, την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας στην οποία έδρευε ο Χουασκάρ. Ούτε κι αυτός είχε ένδοξο τέλος. Μέσα στα επόμενα δεκαπέντε χρόνια, από τα 32 εκατομμύρια που αριθμούσαν οι ιθαγενείς ("απογραφή" 1520) συρρικνώθηκαν στα 5. Κι όχι τόσο από τη φωτιά και το τσεκούρι, όσο από τις εισαγόμενες αρρώστιες που 'φεραν οι εκπολιτιστές: σύφιλη, ευλογιά, βουβωνική πανούκλα, μαγουλάδες, γρίππη... Νομίζω ότι το έϊτζ δεν είχε κάνει ακόμη την εφιαλτική παρουσία του.


ΜΠΑΛΕΣΤΑΣ


Επόμενος σταθμός μας το Πίσκο. Xιλιόμετρα 237 νοτίως της Λίμα. Στόχος μας οι νησίδες Μπαλέστας και η χερσόνησος Παράκας.

 

Ατυχώς, πέφτουμε σε παρατεταμένα μελτέμια και πυκνή ομίχλη αλλά, ευτυχώς, βρέθηκε ένας αρκούντως ζουρλός βαρκάρης για να μας πάει με την άκατό του μέχρις εκεί.

 

Οι Μπαλέστας δεν είναι παρά μια συστάδα από άγριες, απρόσιτες, και ακατοίκητες βεβαίως, βραχονησίδες όπου βρίσκουν καταφύγιο και στέκι αναπαραγωγής χιλιάδες θαλάσσιοι λέοντες καθώς και δεκάδες χιλιάδες θαλασσοπούλια, όπως οι κορμοράνοι, οι πελεκάνοι καθώς κι ένα είδος πιγκουϊνων. Μιλάμε για θαλάσσιο εθνικό πάρκο δηλαδή.

 

Παρά τις νιτσεράδες, γυρίσαμε μούσκεμα σαν ναυαγοί. Και χωρίς κάποια ικανοποιητική φωτοθηρία αφού, μποφώρια, καταχνιά και φωτογράφιση είναι έννοιες άκρως ανταγωνιστικές. 

 

Η χερσόνησος Παράκας πάντως, καθώς και όλη η γύρω περιοχή, παρ' ότι ομιχλώδης, στάθηκε λιγότερο εχθρική απέναντι στα φωτογραφικά μας πάθη.

 

 

Εδώ, η απόλυτη έρημος συναντιέται με τον χωρίς τέλος στη ματιά μας ωκεανό. Σημείο επαφής τους η αγρίως φαγωμένη από τα ωκεάνεια κύματα κρημνώδης στεριά. Για να είμαι ειλικρινής, ουδέποτε έφτασα μέχρι τη σελήνη αλλά αυτό το τοπίο μου πάει να το χαρακτηρίζω σεληνιακό. Πάντως, ουδεμία σχέση με το γλυκό Αιγαίο. 

 

Tα 2.250 χιλιόμετρα της ακτής του Περού που βρέχεται απ τον Ειρηνικό, και ιδιαίτερα το τμήμα της νοτίως της Λίμα, είναι έρημος. Εννοώ, πραγματική έρημος. Δέχεται λιγότερες βροχές κι απ’ αυτή τη Σαχάρα ακόμη.

 

Κι όμως είναι σε πολύ μεγάλα τμήματά της καλλιεργήσιμη και καρπερή διότι τη διασχίζουν καμιά πενηνταριά ποτάμια και ποταμάκια που κατεβαίνουν ορμητικά από την ανδική κορντιλλιέρα και χύνονται στον Ειρηνικό. Άλλως, θα ήταν η πιο στεγνή περιοχή της γης.

 

Το πού οφείλεται αυτό το περίεργο γεωκλιματολογικό φαινόμενο έχει να κάνει με τα περιοδικά υδάτινα ρεύματα, που εκτός των άλλων προκαλούν και τα δολοφονικά Ελ Νίνιο, καθώς και με το ρήγμα κατά μήκος της τεκτονικής πλάκας του Ειρηνικού που έχει τρελάνει στους σεισμούς τον πληθυσμό όλης της δυτικής ακτής της Νότιας Αμερικής.   

 

 

 

ΟΙ "ΓΡΑΜΜΕΣ" ΤΗΣ ΝΑΣΚΑ 

 

Νάσκα. 207 οδικά χιλιόμετρα νοτίως του Πίσκο. `Εχουν περάσει εβδομήντα χρόνια από τότε που εντοπίστηκαν για πρώτη φορά, από αέρος φυσικά, οι περίφημες "Γραμμές της Νάσκα" για να προκαλέσουν ένα όργιο επιστημονικής και, κυρίως, αχαλίνωτης παραεπιστημονικής φαντασίας. Ποιοι, πώς και γιατί χάραξαν αυτά τα κολοσσιαία γεωμετρικά, και όχι μόνο, σχέδια στις πλαγιές και στα οροπεδινά πλατώματα της περιοχής της Νάσκα; Τι σημαίνουν και πού απευθύνονται αφού δεν μπορούν να εντοπιστούν από κανένα γήινο βλέμμα; Το μόνο βέβαιο (;) είναι πως άρχισαν να κατασκευάζονται 2.200 χρόνια π.σ. (πριν από σήμερα) και συνεχίστηκαν για μια χιλιάδα χρόνια ακόμα.

 

Ο υπεύθυνος κίνησης του αεροδρομίου φρόντισε να μου χαλάσει το κέφι. Ενας Γιαπωνέζος φωτογράφος από διεθνές πρακτορείο, λέει, πέταξε δεκαπέντε φορές για να τις φωτογραφίσει και πάλι δεν κατάφερε τίποτα, βολέψου τώρα με καμιά τουριστική καρτ ποστάλ και, πού'σαι, να 'στε ψύχραιμοι γιατί αυτό το αεροπλανάκι είναι φτερό στον άνεμο. Τώρα μάλιστα! Και να πεις ότι λατρεύω τις πτήσεις!

 

Εξασφάλισα (σα γνήσιος Νεοέλληνας) την προνομιακή θέση δίπλα στον πιλότο και μάλιστα φρόντισα να του το παίξω ευχάριστος μπας και μου κάνει τα χατίρια κατά την πτήση. Στα δύο πίσω καθίσματα βρίσκονται η Ισαβέλλα κι ο Ορέστης, παράθυρο και οι δύο, κι από μια αυτόματη φωτογραφική στο χέρι έκαστος. Πιο πίσω ένα ζευγάρι Ισραηλινών που κάνουν το μήνα του μέλιτος. Με μισό παράθυρο. Ας πρόσεχαν!   


Μπορεί να είναι φτερό στον άνεμο αυτό το αεροσκαφάκι αλλά ο οπτικός ευδαιμονισμός που μας προσφέρουν οι (δυσδιάκριτες) "γραμμές" εξαφανίζει κάθε άλλο γήινο συναίσθημα. Ο Περουβιάνος κυβερνήτης, πάντως, κατάφερα να με πάρει από καλό μάτι και, για να μη μου ξεφύγει ούτε μία πόζα, μου κάνει κάτι βολ πλανέ που κάτω από άλλες συνθήκες θα είχα υποστεί συγκοπή.

Οι "γραμμές" καταλαμβάνουν μια πολύ μεγάλη γεωγραφική περιοχή. Πολύπλοκα γεωμετρικά σχέδια με απόλυτες ευθείες καθώς και ελεύθερες γραμμές σε σχέδια υπαρκτών αλλά και φανταστικών ζώων. Ακόμα και με τα μέσα και την τεχνογνωσία που διαθέτουμε, δεν μπορώ να φανταστώ το πώς θα γινόταν να χαραχτούν σήμερα. Ο γρίφος όμως δεν είναι τόσο στο "πώς" αλλά στο "γιατί".

Το 1941 ο Αμερικανός Πολ Κόσοκ, που πρώτος αποπειράται μια επιστημονική προσέγγιση του μυστηρίου, τις χαρακτηρίζει ως το μεγαλύτερο βιβλίο αστρονομίας του κόσμου. Μαζί του συμφώνησε και η Γερμανίδα μαθηματικός Μαρία Ράϊχ που άρχισε να χαρτογραφεί την περιοχή απ το 1950. Η Διεθνής Εταιρεία Εξερευνητών προτιμά την εκδοχή ότι και καλά οι καλλιτέχνες της ερήμου ήξεραν να πετάνε (πριν από 2.200 χρόνια !) και το ‘καναν για ν' απολαμβάνουν το τοπίο αφ υψηλού. Ο δε Νταίνικεν που δεν του ξεφεύγουν κάτι τέτοια, ξεπερνά τους πάντες ως προς την αντιεπιστημονική τερατολολογία και διατείνεται ότι τα 'φτιαξαν εξωγήινοι για να προσγειώνονται κάθε φορά που έρχονται για διακοπές στον πλανήτη μας. Άλλες εκδοχές είναι πως ήταν πίστα αγώνων, σχέδια ύφανσης, αναπαράσταση της αυτοκρατορίας του `Ινκα Τιαχουανάκο, τελετουργικά κατευνασμού των πνευμάτων και δεν συμμαζεύεται. Εμείς πάντως, πανευτυχείς που πατάμε και πάλι σε στέρεο έδαφος, θα συνυπάρξουμε ανέτως με τον γρίφο των "γραμμών" και θα συνεχίσουμε το οδοιπορικό μας κατά Αρεκίπα μεριά. 


ΑΡΕΚΙΠΑ 


Όταν ο Φρανθίσκο Πιζάρο έφτασε μέχρις εδώ, η Αρεκίπα κατοικούταν από τους ινδιάνους Αϊμάρα και τους Ίνκας. Κι όταν έφυγε, άφησε εντολή στους δικούς του να φτιάξουν μια ωραία πόλη που να την ζηλεύει και η Λίμα. ‘Οπερ και εγένετο. Πολεοδόμοι, ρυμοτόμοι, αρχιτέκτονες άποικοι και σκλάβοι ιθαγενείς έδωσαν ρέστα.

 

Η Αρεκίπα επανιδρύθηκε το 1540 κι έκτοτε, με όσες ανοικοδομήσεις κι αν έγιναν στο πέρασμα των αιώνων, εξακολουθεί να λάμπει ως ένα πολεοδομικό και αρχιτεκτονικό επίτευγμα.

 

Όλη η πόλη έχει μια ομοιόμορφη ελαφριά κλίση προς το ποτάμι της και είναι χαραγμένη σαν σκακιέρα όπου όμως δεν χάνεσαι. Κάθε κτήριο έχει τη δική του προσωπικότητα.

 

Όλοι οι δρόμοι, της παλιάς πόλης εννοείται, είναι πλακόστρωτοι και όλοι περιβάλλουν την καρδιά της, την Πλάθα ντε Αρμας.

 

Τα αντικάδικα, τα καφέ, τα ρουχάδικα, οι εκθέσεις, τα "δρώμενα", η άψογη τροχαία κίνηση, όλα αποπνέουν πολιτισμό. Ίσως και να 'χουν δίκιο οι κάτοικοί της όταν διεκδικούν από τη Λίμα τον τίτλο της πολιτιστικής πρωτεύουσας του Περού. Πολύ θα μ' άρεσε να ζω εδώ.

 

Πίνουμε τον καφέ μας στην Πλάθα ντε `Αρμας, στον πρώτο όροφο ενός από τα καλονιάλε μεγακτήρια με τις θολωτές καμάρες και χαζεύουμε τον απέναντι καθεδρικό ναό. Στο βάθος δεσπόζει η κορυφή του ενεργού ηφαιστείου Ελ Μίστι. `Υψος 5.822 μέτρα. Κάποιες από τις επόμενες μέρες θα το πλησιάσουμε περισσότερο πηγαίνοντας κατά το Κόλκα Βάλεϋ για να φωτογραφήσουμε κόνδορες. Αν, φυσικά, έχουν την καλοσύνη να ποζάρουν επί τούτου για μας.

 

 

ΚΟΛΚΑ ΒΑΛΕY 

 

Ο δρόμος για το φαράγγι του Κόλκα σκαρφαλώνει στην ανδική κορντιλλιέρα μέχρι τα 4.800 μέτρα. Ταξιδεύουμε μ' ένα νοικιασμένο βανάκι και με μια συγκυριακά διεθνή σύνθεση: Δυο Χιλιανοί, πατέρας και γιος, ένα ζευγάρι νεαρών Ιταλών από την Τζένοβα, ένα ζευγάρι ξενέρωτων Άγγλων που κάνουν (κι αυτοί) το μήνα του μέλιτός τους αλλά μοιάζουν σαν τσακωμένοι και μία ξέμπαρκη, επίσης Αγγλίδα, που δεν βάζει γλώσσα μέσα της.

 

Το υψόμετρο μάς έχει τσακίσει. Ζαλάδες, ατονίες, στομάχια, το μαύρο μας το χάλι. Οι μισοί ξερνοβολάνε.

 

Μόνο η ξέμπαρκη Αγγλίδα, η Τζίλιαν, δεν χαμπαριάζει. Αυτή πάσχει από λογόρροια που φαίνεται πως λειτουργεί ως αντίδοτο στις νοσογόνες κλιματολογικές συνθήκες, τι να πω;

 

Τοπίο σχεδόν ήμερο και εντελώς γυμνό από βλάστηση. Η, έστω, έχει τόση πρασινάδα όση χρειάζεται για να βόσκουν τα κοπάδια των αλπάκα και των λάμα που καμιά φορά την αράζουν πάνω στο δρόμο μας και τα θερμο-παρακαλούμε να κάνουν στην πάντα να περάσουμε. Στα 4.500 κάνουμε στάση σ' ένα είδος πέτρινου πανδοχείου στη μέση του πουθενά, το οποίο, εκτός των άλλων, σερβίρει κι ένα ρόφημα από βρασμένα φύλλα κόκας. Καλού κακού "κλέβω" μερικά ξερά απ’ αυτά για να τα μασάω όσο βρίσκομαι σε τέτοιο υψόμετρο. Σε ότι με αφορά, πάντως, ούτε στομάχι, ούτε ζαλάδα, ούτε εμετοί. Μόνο που αν περπατήσω πάνω από πενήντα μέτρα με κανονικό βηματισμό μου κόβονται και τα πόδια και η ανάσα. Και δεν πρέπει, λέει, να καπνίζω σε τέτοιο υψόμετρο. Αλλά, δεν υπάρχει περίπτωση. Αρκετά με ταλάνισε η Λουφτχάνσα με δεκαπέντε ώρες άκαπνη πτήση. Κι εξ άλλου έχω προ δεκαετιών παραιτηθεί από τη φιλοδοξία να γίνω ορειβάτης.  

 

Θα διανυκτερεύσουμε στα 3.600 μέτρα, στο Τσιβάϊ, ένα κεφαλοχώρι χαμένο κάπου στα ανδικά υψίπεδα, διαθέτον δυο τρία καταλύματα όλα κι όλα κι αυτά της συμφοράς. Αλλά κι έτσι, καλά είναι.

 

Για το βράδυ, μας έχουν οργανώσει μια φιέστα στο μοναδικό υποφερτό φαγάδικο του οικισμού όπου μια παρέα νεαρών με τα πόντσο τους θα με υποχρεώσει ν' ακούσω για εκατοστή φορά από το βραχνό περουβιάνικο πνευστό το "Ελ Κόντορ Πάσα". Κάτι σαν το "συρτακί" δηλαδή που έπαιζαν και χόρευαν για τους Αμερικάνους τουρίστες οι συμπατριώτες μου στις ταβέρνες της Πλάκας. Ε, όχι! 

 

Ο ποταμός Κόλκα μπαίνει στο φαράγγι από την περιοχή του Τσιβάϊ σε υψόμετρο 3.600 μέτρα και στο σημείο απ όπου βγαίνει έχει κατέβει στα 2.200. Το μέγιστο βάθος του φαραγγιού είναι τρία χιλιόμετρα και εκατόν ενενήντα ένα μέτρα. Δυο φορές πιο βαθύ από το Γκραν Κάνυον.

 

Η πρώτη αναγνώρισή του έγινε το 1929 από τον Αμερικανό Τζωρτζ Τζόνσον, από αέρος διότι η κοίτη του δεν είναι σχεδόν από πουθενά ορατή. Για πρώτη (γνωστή) φορά το διάπλευσε, στο τέλος της δεκαετίας του '70, και χωρίς απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, μια παρέα Πολωνών αβεντουριέρων με φουσκωτά. Εθεωρείτο το βαθύτερο φαράγγι της Γης μέχρις ότου ανακαλύφτηκε το Κοταχουάτσι: 3.354 μέτρα βάθος!

 

Δηλαδή, αν δεν κάνω πάλι λάθος, τα βάθη, τόσο του Κόλκα όσο και του Κοταχουάτσι, είναι μεγαλύτερα από το ύψος του δικού μας Ολύμπου. Κάτι μεγέθη, λοιπόν!

 

Το βανάκι μας στενάζει στον χωματόδρομο, ακροβατώντας συχνά στο χείλος του Κόλκα, για να μας φέρει τελικά στο σημείο όπου συχνάζουν οι κόνδορες. Και το σημείο αυτό βρίσκεται στα 4.000 μέτρα (πάνω) από την επιφάνεια του Ειρηνικού.

 

Ευτυχώς που ο οδηγός μας είναι Περουβιάνος και ο οργανισμός του δεν χαμπαριάζει από υψόμετρο.

 

Τώρα, στο ερώτημά μου: γιατί αυτά τα μεγαλοπρεπή αρπαχτικά συγκεντρώνονται σ' αυτό ακριβώς το σημείο, στις εννιά με εννιάμιση κάθε πρωί, και κάνουν αυτές τις θεαματικές κάθετες εφορμήσεις προς το βάθος του φαραγγιού;

 

Δεν βρέθηκε κανείς να μου απαντήσει.

 

Πλην της Τζίλιαν, η οποία διατείνεται, αυθαιρέτως υποψιάζομαι, πως αυτές οι πτήσεις δεν είναι παρά μια ερωτική χορογραφία που αποβλέπει στο ζευγάρωμα.

 

Μ' έχει εκνευρίσει τόσο που θέλω να της συστήσω να μάθει κι αυτή την περί ου ο λόγος χορογραφία μπας και βρει κάποιον να ζευγαρώσει και πάψει να μιλάει τόσο πολύ.  


 

ΤΙΤΙΚΑΚΑ 

 

Από την Αρεκίπα, πετάμε πάνω από τις Άνδεις μέχρι τη Χουλιάκα κι από κει, 45 χιλιόμετρα οδικώς με το λεωφορείο της γραμμής, φτάνουμε στο Πούνο.

 

Πούνο σημαίνει, έτσι όπως το αντικρίζουμε από το λόφο ψηλά καθώς το πλησιάζουμε, σπίτια χαμηλά στο χρώμα της πλίθρας, άβαφα και ασοβάντιστα δηλαδή τα περισσότερα, στέγη από λαμαρίνα, λασπόδρομοι και απλωμένες μπουγάδες. Χωρίς να λείπουν, φυσικά, και οι αναρίθμητες τηλεοπτικές κεραίες. Προσπαθώ να πω πως αυτή η ζωγραφιά μ' αρέσει. Μ' αρέσει πολύ. Μου θυμίζει (χωρίς τις κεραίες) τις γειτονιές της Αθήνας όπου μεγάλωνα στη δεκαετία του '50.

 

Το ιστορικό κέντρο του Πούνο είναι επίσης συμπαθέστατο. Μια, χλωμή έστω, εκδοχή της Αρεκίπα. Αποικιακή αρχιτεκτονική με κάποιους δρόμους - μαθήματα σκηνογραφίας.


Το Πούνο οφείλει την ύπαρξή του στη λίμνη Τιτικάκα. Είναι το λιμάνι της, και συνδέει το Περού με τη Βολιβία ακτοπλοϊκώς αφού τα σύνορα μεταξύ των δύο αυτών χωρών "κόβουν" τη λίμνη σχεδόν στη μέση.

 

Στο Πούνο η μέρα είναι σχεδόν ζεστή ενώ τη νύχτα ο υδράργυρος μπορεί να κατρακυλήσει μέχρι τους μείον 25 Κελσίου. Πάντως, η επιφάνεια της λίμνης δεν παγώνει ποτέ. Ευτυχώς.


Η στάθμη της Τιτικάκα βρίσκεται στα 3.812 μέτρα πάνω από την στάθμη της οποιαδήποτε θάλασσας και η επιφάνειά της μετριέται σε 8.300 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Είναι η ψηλότερη πλεύσιμη λίμνη της Γης.

 

Μέσα της χύνονται 25 ποτάμια από τα εδάφη του Περού και μόνο το πέντε τοις εκατό απ αυτόν τον υδάτινο όγκο βγαίνει από το ένα και μοναδικό ποτάμι προς τη Βολιβία. Το 95 τοις εκατό απορροφάται από τη γη ή εξατμίζεται.


Δυο μέρες αργότερα ταξιδεύουμε μ' ένα ναυλωμένο, καϊκι αυτή τη φορά, και με μια επίσης συγκυριακά διεθνή σύνθεση, για τα νησιά της Τιτικάκα. Για την ώρα οι πιο συμπαθείς από τους συνεπιβάτες μας είναι δυο φιλαράκια μεξικάνοι που μόλις τέλειωσαν το πανεπιστήμιο ως προϊστοριολόγοι κι ετοιμάζουν τη διατριβή τους, λένε. Ο Ραφαέλο κι ο Οκτάβιο. Εγώ όμως πιστεύω πως είναι δω γιατί απλώς γλεντάνε την απόκτηση του πτυχίου τους. Από τη στιγμή που τους έριξα ένα βίβα Ζαπάτα γίναμε κολλητάρια. Ε, λοιπόν, το 'χω παρατηρήσει: αυτοί που είναι να ταιριάξουν καταλαβαίνονται με την πρώτη ματιά.

  

Ούρος λέγονται οι πρώτες "νησίδες" που συναντάμε μέσα στην Τιτικάκα αλλά και η φυλή που τα κατοικεί. Μια πανάρχαια φυλή η οποία από ανέκαθεν απολάμβανε την περιφρόνηση των άλλων και κυρίως των Ίνκας οι οποίοι τους θεωρούσαν υπανθρώπους. Από τη στιγμή όμως που άρχισαν να ζευγαρώνουν με τη φυλή Αιμάρα και να "αποκαθάρονται" άρχισαν και να γίνονται κοινωνικώς αποδεκτοί.


Έβαλα τη λέξη νησίδες σε εισαγωγικά γιατί, βγαίνοντας απ το καΐκι, μόλις έριξα το βάρος μου στο "έδαφος", αυτό υποχώρησε αρκετά κάτω από τ' άρβυλά μου με αποτέλεσμα να χοροπηδάω για κάμποσο πανικόβλητος μην και πάθουν τίποτα τα φωτογραφικά.

 

Το θέαμα θα πρέπει να ήταν πολύ αστείο αφού, ο Ραφαέλο, ο Οκτάβιο, ο Ορέστης, η Ισαβέλλα, όλοι οι συνεπιβάτες του καϊκιού καθώς και οι ιθαγενείς που έσπευσαν να μου πουλήσουν τα μπιχλιμπίδια τους ξεράθηκαν στα γέλια. Ας είναι.


Τα νησιά Ούρος είναι πλωτά γιατί δημιουργούνται από μια πυκνότατη υδρόβια βλάστηση που ριζώνει κατά τόπους στο βυθό της λίμνης και ξεραίνεται στην επιφάνεια. Μ' αυτό το φυτό, που ξεραμένο θυμίζει λίγο ψάθα, οι Ούρος φτιάχνουν τις καλύβες, τις βάρκες και μια σειρά άλλα από τα χρειώδη τους. Μόνο Ουρητήρια δεν είδα να φτιάχνουν. Αυτά ακριβώς που έψαχνα απεγνωσμένα.


Το Αμαντανί πάντως είναι ένα κανονικό νησάκι από στέρεα υλικά, σαν κι αυτά του Αιγαίου: χώμα και πέτρα.

 

Διαθέτει και λόφους και πλαγιές και κλιμακωτές καλλιέργειες και υπέροχες ξερολιθιές για τα ποιμνιοστάσια των λάμα και των αλπάκα και ινκαϊκά ερείπια. Απ’ όλα τα καλά.


Στο λιμάνι του μας περιμένουν οι εκπρόσωποι των οικογενειών που θα μας φιλοξενήσουν (έναντι κατιτίς). Όλες ανεξαιρέτως οι γυναίκες είναι ντυμένες με τα ρούχα της πανάρχαιας παράδοσής τους. Το πλατύγυρο καπελάκι, το πλουμιστό γιλέκο και περίπου εφτά κοντές φούστες τη μία πάνω στην άλλη.

 

Μετά λύπης μου πρέπει να πω: ουδεμία καλλονή μεταξύ αυτών. Όλες καταταλαιπωρημένες από τη σκληρή γεωργική εργασία. Και χωρίς δόντια. Και χαμηλοβλεπούσες. Μόνο οι άντρες τους σε κοιτάνε στα μάτια όταν σου απευθύνουν το λόγο.

Εμάς μας έλαχε ο Φελίξ. Άξεστος και συνάμα συνεσταλμένος. Με κέρδισε αμέσως.

 

Παρ' όλο που καμιά κοινή γλώσσα δεν μπορεί να γεφυρώσει το επικοινωνιακό μας χάσμα, τα καταφέρνουμε μια χαρά με τα βλέμματα, τα χαμόγελα και τα νοήματα. Φελίξ!

 

Το σπίτι του, όπως και όλα σχεδόν τα σπίτια στο Αμαντανί, είναι δίπατο από πλίθρα, ξύλο, άχυρο και, για τη δική μας αντίληψη περί δομικής σταθερότητας, ετοιμόρροπο. Η "τουαλέτα" του βρίσκεται στο πέρα όριο του διπλανού χωραφιού. Είναι μια απλή τρύπα στο χώμα η οποία περιβάλλεται (όχι εντελώς) από ένα σανίδωμα. Αρκεί να μη μας χρειαστεί και να 'ναι νύχτα!


 

Μας βάζει στον πάνω όροφο. Ένα δωμάτιο τόσο επί τόσο που χωράει τρία ακριβώς χειροποίητα ξυλοκρέβατα και κάτι σαν τραπέζι. Και δυο τρία κεριά αφού το ηλεκτρικό ήρθε πολύ πρόσφατα στο νησί και ο Φελίξ δεν έχει προλάβει να τραβήξει καλώδιο. Σε λίγο (χτυπώντας την πόρτα, πάντα πολύ διακριτικά) μας φέρνει αφέψημα κόκας και κάτι σαν φαγητό. Μόνο το θενκ γιου ξέρει.

 

Όπως κι αν κινδυνεύω να χαρακτηριστώ, μαζοχιστής, φουκαρολάγνος ή κάτι τέτοιο, τολμώ να δηλώσω καταγοητευμένος. Και οι τρεις μας, πιστεύω.


Το υψόμετρο μας έχει τσακίσει πλην όμως είμαι αμετάκλητα αποφασισμένος να φτάσω στην κορυφή του νησιού με τα προϊνκαϊκά ερείπια.

 

Έστω και μόνος μου.

 

Κάτι μου λέει ότι θα πετύχω μια δύση του ήλιου ανεπανάληπτη.

 

Ανηφορίζοντας, και πριν καλά καλά βγω απ το χωριό, τα πόδια και τα πνευμόνια μου έχουν παραιτηθεί από τις βιολογικές τους υποχρεώσεις.

 

Οι ιδιότητες που υποτίθεται πως έχουν τα φύλλα της κόκας νομίζω πως είναι μύθος.

 

Στο μονοπάτι που ανηφορίζει μπροστά μου, στα πεντακόσια μέτρα, βλέπω να προπορεύονται ο Ραφαέλο κι ο Οκτάβιο.

 

Θα τους φτάσω.

 

Όση ώρα κι αν χρειαστεί.

 

Αυτοί μπορεί να έχουν πίσω τους τον Ζαπάτα αλλά κι εγώ έχω το Μακρυγιάννη. Τους έφτασα.

 

Κι όταν ξελαχάνιασα καθισμένος στη ρίζα των προϊνκαϊκών ερειπίων, απέναντί μου πόζαρε μια δύση με σύννεφα αριστούργημα.

 

ΕΛ ΚΟΝΤΟΡ ΠΑΣΑ


... το βράδυ να βρέχει καταρρακτωδώς. Κι όχι τίποτ' άλλο, μας έχουν οργανώσει μια γιορτή στο χώρο του δημοτικού σχολείου κι αν δεν πάμε θα προσβληθούν.

 

Το σχολείο δεν είναι παρά τέσσερις τοίχοι από ασοβάντιστο τσιμεντόλιθο, μια λαμαρινοσκεπή κι ένα χωμάτινο δάπεδο. Πουθενά θρανία ή κάποιο υποκατάστατό τους. Επίσης, μια λάμπα θυέλλης, διότι το ρεύμα έχει κοπεί λόγω... θυέλλης, κι ένα ψοφόκρυο του κερατά.

 

Τέσσερις νεαροί με τα πόντσο τους φυσάνε στο περουβιάνικο πνευστό τους το... Ελ Κόντορ Πάσα! Του οποίου η "βερσιόν" με τη συμμετοχή της βροχής στη λαμαρίνα είναι πολύ καλύτερη από όλες όσες προηγήθηκαν.

 

Σε λίγο όμως αρχίζουν τα παραδοσιακά. Εδώ είθισται οι χαμηλοβλεπούσες, με τα πλουμιστά γιλέκα και τις εφτά κοντές φούστες τη μία πάνω στην άλλη, να παίρνουν την πρωτοβουλία και ν' αρπάζουν με το ετσιθέλω τους καλεσμένους. Χορεύετε; Ατυχία! Είναι η γυναίκα του Φελίξ που απευθύνει σε μένα την πρόσκληση - πρόκληση. Ίσως και να δίνω την εντύπωση πατριάρχη αρχηγού της τριμπού των λευκών επισκεπτών. Ήταν ανάγκη, κυρά μου, σε τέτοιο υψόμετρο; Δεν θα ξεχάσω, πάντως, το δυνατό και τραχύ από τη γεωργική δουλειά χέρι της.


Την επομένη πλέουμε προς το Τακίλε, το δίδυμο του Αμαντάνι. Η Ιστορία του το θέλει να έχει πρωτοκατοικηθεί 6.000 χρόνια πριν από τη δική μας επίσκεψη. Επιφάνεια: έξι περίπου τετραγωνικά χιλιόμετρα. Τον δέκατο τρίτο αιώνα κατακτήθηκε από τους Ίνκας και το 1530 αγοράστηκε από τον Ισπανό άποικο Πέδρο Γκονθάλες ντε Τακίλε.

 

Στη δεκαετία του '30, του αιώνα μας, χρησιμοποιήθηκε ως τόπος φυλακής και εξορίας. Να γιατί όσο το πλησιάζουμε, τόσο μου θυμίζει Μακρόνησο.

 

Το 1937, οι κάτοικοί του, εμφανώς απόγονοι των παλιών ινδιάνων Κέτσουα, ένωσαν τις οικονομίες τους και το ξαναγόρασαν. Τώρα έχει μια ραγδαία τουριστική ανάπτυξη που, κατά τη γνώμη μου, το πληγώνει ανεπανόρθωτα. Γι αυτό και δεν θα γράψω τίποτ' άλλο επ αυτού. Για την ώρα.

 

ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ 

 

Το φανταζόμουν με μια μαύρη κυλινδρική ατμομηχανή, με ξύλινα βαγόνια, με φθαρμένους πάγκους, με στοιβαγμένους ιθαγενείς φέροντες καλάθια με ζωντανές όρνιθες να κακαρίζουν, με στάσεις στη μέση του γυμνού τοπίου για ανεφοδιασμό νερού από κείνες τις υπερυψωμένες δεξαμενές με το αιωρούμενο μπατζάκι - αγωγό...

 

Για το τι φανταζόμουν, η εξήγηση βρίσκεται βεβαίως στα πολλά γουέστερν που έχω δει. Στην πραγματικότητα είναι ένα σύγχρονο και άνετο τραίνο. Και, κυρίως, όταν ταξιδεύεις πρώτη θέση.

 

Πούνο - Κούσκο ίσον 387 χιλιόμετρα σιδηροτροχιών κατά μήκος της ραχοκοκαλιάς της ανδικής κορντιλλιέρας.

Δέκα ώρες και με πολλές στάσεις.

 

Στα μισά της διαδρομής μας πληροφορούν ότι βρισκόμαστε στο ψηλότερό της σημείο: 4.321 μέτρα. Κανένα άλλο τραίνο στη Γη δεν φτάνει τόσο ψηλά.

 

Κι όμως, η λιακάδα, το ήμερο τοπίο, τα χωριουδάκια, οι στρούγκες, οι κλιμακωτές καλλιέργειες, τα αναρίθμητα ποτάμια, τα κοπάδια... όλα αυτά σε ξεγελούν.

 

Πουθενά το άγριο χιονισμένο ορεινό τοπίο που φανταζόμουν. Μόνο κάπου μακριά, στο βάθος του ορίζοντα, κάποια κορυφή με λίγο χιόνι. Αλλιώς φανταζόμουν τις `Ανδεις.

 

 

Και μια γενική παρατήρηση: Τρεις εβδομάδες διασχίζουμε αυτή την, τετραπλάσια σε έκταση από την Ελλάδα, χώρα και σχεδόν παντού η γη της είναι καρπερή, σχεδόν παντού καλλιεργημένη και με συχνές- πυκνές βιομηχανικές περιοχές. Πώς γίνεται, λοιπόν, να είναι τόσο φτωχή; Γιατί το 40 τοις εκατό του πληθυσμού της έχει συγκεντρωθεί στη Λίμα; Κάτι δεν πάει καλά. Η περουβιάνικη Γη Τρέμει.

 

ΚΟΥΣΚΟ

 

Φαίνεται πως κάποτε, κάποιος Φρανκ και κάποιος Στάϊν αποφάσισαν να συνεταιριστούνε στον ξενοδοχειακό τομέα και το 'καναν.

 

Δεν βρίσκω άλλη εξήγηση γι αυτό το απωθητικό όνομα: "Οτέλ Φρανκεντστάϊν". Διότι, λίγο παρακμιακό μπορείς να το πεις αλλά τρομαχτικό, όχι.

 

Τέλος πάντων, κακό του κεφαλιού τους.

 

Για μας ήταν ότι καλύτερο μπορέσαμε να βρούμε φτάνοντας στο Κούσκο μέσα στη νύχτα. Είναι πεντακάθαρο και τα άτομα που απαρτίζουν το προσωπικό του δείχνουν αρκετά συμπαθή και ευχάριστα.


 

Την επομένη το πρωί συνειδητοποιούμε ότι βρισκόμαστε στην καρδιά του Κούσκο. Στην καρδιά της παλιάς πρωτεύουσας των `Ινκας. Δίπλα στην Πλάζα ντε `Αρμας με τους δύο καθεδρικούς ναούς.

 

Την επομένη το πρωί συνειδητοποιούμε ότι βρισκόμαστε στην ωραιότερη πόλη του Περού. Σε μία από τις ωραιότερες που έχουμε συναντήσει στις εκτός Ελλάδας αναζητήσεις μας. Δεν είναι πως ξεθώριασαν στη μνήμη μου η Λίμα και η Αρεκίπα, είναι πως το Κούσκο... είναι το Κάτι Άλλο!


Το Κούσκο ιδρύθηκε το 1100 από τους Κέτσουα, τους Ινδιάνους που δημιούργησαν την αυτοκρατορία των `Ινκας, και ήταν γι αυτούς κάτι παραπάνω από πρωτεύουσα. Ήταν τόπος ιερός. Η Μέκκα τους. Κάθε καθωσπρέπει Κέτσουα όφειλε να την επισκεφτεί, τουλάχιστον για μία φορά στη ζωή του.


Η αποικιοποίησή του από τους Ισπανούς δεν μείωσε τη λάμψη του.

 

Η νέα αποικιακή πόλη χτίστηκε, και συνεχίστηκε να χτίζεται πάνω στην παλιά, με την επίγνωση ότι το Κούσκο των Ισπανών αποίκων δεν πρέπει να υπολείπεται εκείνου των ιθαγενών.

 

Αναδύθηκε έτσι ένα αρμονικό μείγμα ινκοϊσπανικής αρχιτεκτονικής. Ακόμη και σήμερα βλέπεις διοικητικά κτήρια, καθολικές εκκλησίες και μοναστήρια, θολωτές στοές και απλές κατοικίες, να είναι κτισμένες πάνω σε εκτεταμένα και εμφανή προκολομβιανά υπολείμματα τειχών, σε μια αρμονική σύνθεση λες και πρόκειται για τη φυσική τους συνέχεια. Και είναι, θα 'λεγα. Γιατί όχι;

 

Ξεποδαριαστήκαμε. Πάνω κάτω και πλαγίως, δεξιά κι αριστερά.

 

Το Κούσκο δεν χορταίνεται. Μουσεία, μπαρ, μπιστρό, εστιατόρια, αντικάδικα, υφασματάδικα, αγορές για όλα τα γούστα και για όλα τα πορτοφόλια, εκθέσεις, εκθέσεις, εκθέσεις.

 

Και δρόμοι. Δρόμοι φαρδιοί δρόμοι στενοί, λιθόστρωτοι, με εξώστες, με καμάρες, και μια τροχαία κίνηση στα μέτρα του ανθρώπου. Για να μου θυμίζει ότι το κυκλοφοριακό αίσχος της γενέτειρας πόλης μου, της Αθήνας, δεν ήταν αναπόφευκτο. Ήταν απότοκο πολιτισμικού ελλείμματος και αχαλίνωτης αισχροκέρδειας.

 

Στα μακριά σουλάτσα μας ξανασυναντήσαμε την (ακόμα) ξέμπαρκη Τζίλιαν, τον Πιερ-Λούκα και την Αριάν από τη Τζένοβα, καθώς και τον Ραφαέλο, χωρίς όμως τον Οκτάβιο (κοιμόταν). Όλοι λίγο πολύ καταγοητευμένοι σκεφτόντουσαν να εξαντλήσουν τις υπόλοιπες μέρες των διακοπών τους εδώ, στο Κούσκο.

 

Πριν φύγουμε για το Μάτσου Πίτσου κάναμε την αναγκαία οργανωτική προεργασία για την εξόρμησή μας στη ζούγκλα του Ρίο Μάντρε ντε Ντίος, ενός από τους σημαντικότερους προπόταμους του Αμαζονίου.

 

 

ΜΑΤΣΟΥ ΠΙΤΣΟΥ 

 

Το τραίνο από το Κούσκο μας φέρνει, μέσα σε λίγες ώρες, στο Άγκουας Καλλιέντες όπου και καταλύουμε.

 

Το εν λόγω χωριό οφείλει την ανάπτυξή του στο γεγονός ότι αποτελεί τη μοναδική αφετηρία για την άνοδο στο Μάτσου Πίτσου.

 

Στο Μάτσου Πίτσου πηγαίνεις και με τα πόδια από το παλιό μονοπάτι των Ίνκας, ξεκινώντας από την κωμόπολη Ολλανταϊτάμπο.

 

Τέσσερις μέρες πορεία και τρεις νύχτες διανυκτέρευση σε αντίσκηνο πάνω στις ανδικές κορυφογραμμές.

 

Ελκυστική εκδοχή που όμως, αν την επιλέγαμε, θα ήταν, χρονικά, σε βάρος της παραμονής μας στη ζούγκλα που έπεται του Μάτσου Πίτσου.

 

Ότι κι αν είναι, όποιο και όσο ενδιαφέρον κι αν έχει ο καθ' εαυτού αρχαιολογικός χώρος, ένα πράγμα είναι σίγουρο: η καθηλωτική γοητεία του φυσικού περιβάλλοντος.

 

Απότομοι, σχεδόν κάθετοι ορεινοί όγκοι, μερικοί σε σχήμα κώνου, με την πλέον πυκνή βλάστηση που συναντήσαμε μέχρι σήμερα στο Περού.