ΑΖΟΡΕΣ 1 - ΦΛΟΡΕΣ, ΟΙ ΚΡΕΜΑΣΤΟΙ ΚΗΠΟΙ ΤΟΥ ΑΤΛΑΝΤΙΚΟΥ

Front Picture: 

Μυστικοί κρεμαστοί κήποι. Μια όαση κρυφή, που συχνά καλύπτεται πίσω από τα πέπλα της ομίχλης, ριγμένη σαν από θαύμα στην ωκεάνια έρημο του Ατλαντικού. Να τι είναι η Φλόρες!  Χίλια μύρια κύματα μακριά απ’ οπουδήποτε. Για την ακρίβεια, χίλια εννιακόσια χιλιόμετρα από την Ευρώπη και τρεις χιλιάδες τετρακόσια από την ανατολική ακτή των ΗΠΑ…

 

Κείμενο: Ισαβέλλα Μπερτράν

Φωτό: Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν


Το ταξίδι στις Αζόρες πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο Μάη-Ιούνη του 2017

 


 

Αμφιθυμία.

 

Είναι η λέξη που με κυνήγησε για βδομάδες.

 

Αυτή που καλύτερα απ' όλες συνοψίζει τη διάθεσή μου από τη  στιγμή όπου, χαζεύοντας τον χάρτη σε αναζήτηση επόμενου ταξιδιωτικού προορισμού, αυτό αναπάντεχα σκάλωσε καταμεσής του Ατλαντικού.

 

Αζόρες! Χμμμ… Για να δούμε … Αξίζει άραγε τον κόπο;

 

Στα υπέρ: η γεωγραφική τους θέση.

 

Ένα αρχιπέλαγος από εννιά ηφαιστιογενή νησιά, στο ένα τρίτο περίπου της απόστασης μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής - σαν να λέμε στο πουθενά - ε, όσο να’ναι, δεν είναι κάτι που μπορεί να περάσει απαρατήρητο και ν’ αφήσει ασυγκίνητο κάποιον σαν και μένα, αθεράπευτο θιασώτη του σπάνιου και του παράδοξου.

 

Στα κατά: και πάλι η γεωγραφική τους θέση. 

 

Έστω και άκρως απομονωμένες, οι Αζόρες δεν παύουν, τύποις τουλάχιστον, να ανήκουν στην Ευρώπη. Στην Πορτογαλία πιο συγκεκριμένα. Ήδη σαν να μου’ ρθε μια μυρουδιά τουριστίλας, με ορδές από γκρουπ  και προπληρωμένα all inclusive πακέτα διακοπών. Ή μήπως όχι;

 


 

Με περίπου εκατόν πενήντα χιλιάδες ξένους και διακόσιες χιλιάδες Πορτογάλους επισκέπτες ετησίως για το σύνολο του αρχιπελάγους, οι στατιστικές λένε ότι σχεδόν τέσσερις στους πέντε κατευθύνονται  στο μεγαλύτερο νησί του συμπλέγματος, το Σάο Μιγκέλ, και εξαντλούν την επίσκεψή τους εκεί.

 

Ήτοι, από έναν πρόχειρο υπολογισμό, προκύπτει ότι στις υπόλοιπες οκτώ Αζόρες πάνε δεν πάνε ογδόντα χιλιάδες άνθρωποι. Σαν καλό μου ακούγεται!

 

Για στάσου όμως, τι λέει εδώ;

 

Μόλις τέσσερις χιλιάδες περίεργοι ετησίως επιλέγουν να ταξιδέψουν στη πλέον απομακρυσμένη νήσο, την Φλόρες, ενώ μάλιστα έχει ανακηρυχτεί βιόσφαιρα από την ΟΥΝΕΣΚΟ και έχει περιληφθεί στο σχετικό δίκτυο προστατευόμενων περιοχών;  Μα είναι δυνατόν; Τέσσερις χιλιάδες μόνο;;;

 

Αμφιθυμία (ξανά).


Η καλή εκδοχή: Αν και ανήκει στην Ευρώπη, από κάποιο θαύμα το εν λόγω νησί έχει γλιτώσει (για την ώρα) την τουριστική επιδρομή, και άρα αποτελεί ταξιδιωτικό λαυράκι πρώτου μεγέθους για κάτι σαν και μας.

 

Η κακή εκδοχή: Αν και ανήκει στην Ευρώπη, σχεδόν κανείς δεν πατάει το πόδι του εκεί γιατί απλούστατα δεν αξίζει τον κόπο. Παραμένει παρθένο γιατί είναι αδιάφορο.

 

Ουφ! Και τώρα τι κάνουμε; Πάμε ή δεν πάμε;

 

Το ταξιδιωτικό αμλετικό δίλημμα λύνεται – ω του θαύματος! - με κινητήρια δύναμη τον Ζυρ, που αντί για τα συνήθη «πού θα με τρέχεις πάλι;» αγκαλιάζει παραδόξως την διστακτικά διατυπωμένη σκέψη μου μ’ έναν πρωτόγνωρο ενθουσιασμό.  

 

Εξαιρετική ιδέα, λέει, φύγαμε!

 

Υποψιάζομαι βέβαια ότι πρωτεύοντα ρόλο σ’ αυτήν την τόσο θερμή αντίδραση διαδραμάτισαν νεανικά απωθημένα άμεσα εκπορευόμενα από τον Μίκη, τον Μποστ και την «καταραμένη νήσο των Αζορών» που από κείνη τη στιγμή άρχισε να παίζει ολημερίς και αδιαλείπτως στον υπολογιστή του γραφείου του (δηλαδή τρία μέτρα από τ' αυτιά μου).

 

 

Αλλά δεν βαριέσαι, έτσι είναι αυτά!

 

Στο κάτω κάτω πόσοι και πόσοι προορισμοί δεν μου σφηνώθηκαν κι εμένα στο μυαλό εκκινώντας συχνά από κάτι φαινομενικά ασήμαντο: μια φωτογραφία, ένα άκουσμα, ακόμα κι από ένα άρωμα…

 

Μα ξέφυγα, τι λέγαμε;

 

Α, ναι, για το εκκρεμές του Φουκώ.

 

 

Ή μάλλον ακριβέστερα για την ταλάντωση της διάθεσής μου, από το ζενίθ της προσμονής μιας περιηγητικής ανακάλυψης, στο ναδίρ του φόβου μιας πρώτου μεγέθους ταξιδιωτικής πατάτας. Και τούμπαλιν.

 

Να όμως που όλα τα ερωτηματικά ετοιμάζονται να πάρουν απαντήσεις και το ψυχοφθόρο μπρος-πίσω-μπρος να λάβει επιτέλους τέλος αφού εντός ολίγου προσγειωνόμαστε.

 


 

Φλόρες, αεροδρόμιο Σάντα Κρουζ. Εδώ είμαστε!

 


 

Η ευλογημένη νήσος των Αζορών

 

Τα δεκαεφτά χιλιόμετρα οδήγησης που μεσολαβούν ανάμεσα στην μινιμαλιστική «πρωτεύουσα» Σαντα Κρουζ και την Φαζέντα ντας Λάζες, όπου και το κατάλυμά μας, αρκούν και με το παραπάνω για να βεβαιωθούμε ότι χτυπήσαμε φλέβα χρυσού.

 

 

 

Από τις πρώτες στροφές του δρόμου, οι όποιες αμφιβολίες μου έχουν ήδη σκορπίσει

 


 

στα δυο χιλιόμετρα έξω από την Σάντα Κρουζ σταματάμε για τις πρώτες φωτογραφίες

 


 

και στο Miradouro da Faja do Conde ουρλιάζουμε πλέον ελεύθερα τον ενθουσιασμό μας με μόνους μάρτυρες κάποιες αγελάδες που βόσκουν αμέριμνα καμμιά εκατοστή μέτρα κάτω από το ύψος του δρόμου.

 

Το σπίτι του Μάρκο λίγο έξω από το χωριό Φαζέντα ντας Λάζες είναι μια ευχάριστη έκπληξη.

 

Απλό, καλόγουστο, λειτουργικό, διαθέτει τέσσερις κρεβατοκάμαρες που μοιράζονται δυο κοινόχρηστα μπάνια, ένα άνετο καθιστικό και μια πλήρως εξοπλισμένη κουζίνα.

 

 


 

Επιπροσθέτως, για την ώρα τουλάχιστον, είναι όλο δικό μας καθώς, στα τέλη Μάη που διανύουμε, δεν υπάρχει ίχνος άλλου πελάτη. Με 25 ευρώ την διανυκτέρευση και για τους δυο μας το λες και λαχείο.

 


 

Κατά τα λοιπά, το χωριό διαθέτει πλατεία, εκκλησία, λίγα σπίτια - μερικά εκ των οποίων από μαύρη ηφαιστειακή πέτρα – άλογα, λουλούδια και ένα μπακαλοκαφεστιατόριο ανοιχτό από το πρωί ως το βράδυ αφού κάπου εκεί, στα πίσω δωμάτια, διαμένει η οικογένεια που το διαχειρίζεται. Τι άλλο χρειάζεται ένας ταξιδιώτης για να δηλώσει ευτυχισμένος;

 


 

Λίγη ιστορία

 

Είναι η τρίτη φορά στην ταξιδιωτική μας ζωή που πατάμε σε νησί με την ονομασία Φλόρες.

 

Η πρώτη φορά ήταν η νήσος Φλόρες του αρχιπελάγους των μικρών Σουνδαίων νησιών στην Ινδονησία (ΙΝΔΟΝΗΣΙΑ 1 - ΦΛΟΡΕΣ, ΤΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙ ΤΩΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν), και η δεύτερη το ομώνυμο νησάκι μέσα στη λίμνη Πετέν Ιτζά στη βόρεια Γουατεμάλα

(ΓΟΥΑΤΕΜΑΛΑ 5 - ΤΙΚΑΛ, ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΜΑΓΙΑ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν).

 

Εν προκειμένω, το όνομα Φλορες, που στα πορτογαλικά σημαίνει «λουλούδια», δόθηκε σ’ αυτό εδώ το ευλογημένο νησί των Αζορών σαν αναφορά στα χιλιάδες ανθάκια που κάλυπταν τα απότομα γκρεμνά του την εποχή της ανακάλυψής του περί τα 1452 από τον θαλασσοπόρο Ντιέγκο ντε Τέιβε και τον γιο του Ζοάο.

 


 

Χωρισμένες σε τρεις συστάδες (την ανατολική, απαρτιζόμενη από δυο νησιά, την κεντρική από πέντε, και την δυτική από άλλα δύο), οι Αζόρες της ανατολικής και κεντρικής συστάδας είχαν ήδη ανακαλυφθεί η μια μετά την άλλη κατά τις δυο προηγούμενες δεκαετίες.

 


 

Οι εγγύτερες προς την αμερικάνικη ήπειρο δυτικές Αζόρες, δηλαδή η νήσος Φλόρες και η γειτονική νησίδα Κόρβο, ήταν οι τελευταίες στη σειρά των ανακαλύψεων, οπότε και ολοκληρώθηκε ο χάρτης του αρχιπελάγους.

 

Και με την ευκαιρία, ας σημειώσουμε και τούτο: Με δεδομένο ότι το ρήγμα του Ατλαντικού περνάει μέσα από το αρχιπέλαγος των Αζορών, ελαφρώς δυτικά της κεντρικής συστάδας, η Φλόρες (και το Κόρβο) στην ουσία ανήκουν στην αμερικάνικη ήπειρο.

 

Τα παραπάνω ωστόσο αποτελούν μονάχα την επίσημη και επιβεβαιωμένη εκδοχή της ανακάλυψης των Αζορών.

 

Διότι, κατά τα λοιπά, διάφορα στοιχεία μαρτυρούν ότι η ύπαρξη των νησιών ήταν πιθανότατα ήδη γνωστή από τουλάχιστον έναν αιώνα πριν.


 

Πιο συγκεκριμένα, σε χάρτη του Medici-Laurentian Atlas του 1341 απεικονίζονται, βαθιά μέσα στον ωκεανό πέρα από την Ευρώπη, οκτώ νησιά χωρισμένα σε τρεις συστάδες (έστω και με λάθος άξονα βορρά-νότο  αντί του σωστού ΒΔ-ΝΑ).

 

Και το ίδιο επαναλαμβάνεται σε χάρτη του Catalan Atlas του 1375 όπου μάλιστα εμφανίζονται τοπωνύμια όπως Σάο Ζόρζε και Κόρβο, που ισχύουν και σήμερα στις Αζόρες.

 

Όποια και να’ναι η αλήθεια, ένα είναι σίγουρο: την εποχή της ανακάλυψής τους τα νησιά ήταν ακατοίκητα κι έτσι ο εποικισμός τους έγινε χωρίς σφαγές ιθαγενών και λοιπά ανδραγαθήματα  στα οποία διέπρεψαν οι διάφοροι κονκισταδόρες μισό αιώνα αργότερα  στην αμερικανική ήπειρο. Πάλι καλά!

 


 

Λόγω της ιδιαίτερης απομόνωσης της, και σε αντίθεση με τις υπόλοιπες Αζόρες που εποικίστηκαν σχεδόν αμέσως μετά την ανακάλυψή τους, η Φλόρες περίμενε κοντά εφτά δεκαετίες μέχρι ν’ αποκτήσει μόνιμους κάτοικους.

 

Μετά από μια πρώτη ημιτελή απόπειρα μετοίκησης κατά το τελευταίο τέταρτο του 15ου αιώνα υπό τον Φλαμανδό Van de Haegen (που έμεινε με τους άντρες του κάποια χρόνια στο νησί και τελικά αποχώρησε), το 1510 εγκαταστάθηκαν οριστικά Πορτογάλοι έποικοι προερχόμενοι από διάφορες περιοχές της ηπειρωτικής χώρας, κυρίως από τον βορρά.

 


 

Τότε μπήκαν οι πρώτες βάσεις για την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας και της γεωργικής παραγωγής που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

 

Σαν παραμύθι 

 

Μετά την «αμφιθυμία», αυτές είναι οι δυο λέξεις που θα καρφωθούν στο μυαλό μου τις επόμενες μέρες.

 

Όλη η διαδρομή που ακολουθεί την απόκρημνη ανατολική ακτή, από την Lajes στο νότο μέχρι την Ponta Delgada στον βορρά, είναι ένα μακρύ κομπολόι από μπελβεντέρε.

 


 

Μπαλκόνια με θέα για ερωτευμένους.

 

 

Βίγλες για φωτογράφους και ποιητές.

 


 

Κάθε τρεις και λίγο, στην άκρη της άψογα συντηρημένης ασφάλτου με την αψεγάδιαστη διαγράμμιση, μια προειδοποιητική πινακίδα επισημαίνει: Miradouro.

 

Αλλού πρόκειται για μια απλή διαπλάτυνση όπου μόλις μπορεί να σταθεί ένα αυτοκίνητο, κι αλλού, όταν το επιτρέπει ο χώρος, έχει γίνει ολόκληρη ειδική διαμόρφωση με ξύλινα παγκάκια, τραπεζάκια και λουλούδια.

 

Καλαισθησία και μεράκι.

 

Και όλα αυτά τα ωραία για ελάχιστους αποδέκτες.

 

Ζήτημα αν συναντήσαμε τρία αυτοκίνητα σε ολόκληρη τη διαδρομή.

 


 

Δίπλα μας, η μικροχλωρίδα καλύπτει τα πάντα συνθέτοντας πίνακες αφηρημένης τέχνης κατά μήκος του δρόμου

 


 

Ενώ από κάτω μας, χάσκουν γκρεμνά, απ’ όπου κρέμεται μια βλάστηση οργιαστικής πυκνότητας

 


 

η οποία βουτάει σε νερά πρασινογάλανα που, οπτικά τουλάχιστον, εύκολα θα μπορούσες να τοποθετήσεις στους τροπικούς.

 


 

Κι όμως βρισκόμαστε στην εύκρατη ζώνη, συγκεκριμένα στον 39ο παράλληλο για να μην ξεχνιόμαστε!

 

Μετά τα miradouros, η πιο συχνά επανερχόμενη πορτογαλική λέξη είναι η faja.

 

Ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα ιδιαίτερα εύφορα πλατώματα που έχουν προκύψει από παλιές υπερχειλίσεις λάβας και στέκουν στα ριζά των γκρεμών της ακτής, πάνω από το ύψος της παλίρροιας.

 


 

Ιδωμένες από το ύψος του δρόμου οι fajas θυμίζουν λιγάκι αεροφωτογραφίες.

 

Αν σκεφτείς ωστόσο ότι το βλέμμα βουτάει από διακόσια και βάλε μέτρα πάνω από τη θάλασσα, η εντύπωση αυτή δεν είναι και τόσο παραπλανητική.

 

Η Ponta Delgada είναι ο τρίτος σε μέγεθος οικισμός του νησιού με καμιά τριακοσαριά κατοίκους.

 

Με λιγότερους από δυο χιλιάδες στην Santa Cruz, χίλιους τριακόσιους στις Lajes, και άλλους τετρακόσιους διασκορπισμένους στους μικρότερους οικισμούς και τις φάρμες, ο συνολικός πληθυσμός του νησιού αριθμεί βαριά βαριά τέσσερις χιλιάδες ψυχές σε μια έκταση εκατόν σαράντα τριών τετραγωνικών χιλιομέτρων (αντίστοιχη με αυτήν της Τζιας).

 

 


Μετά από έναν δυνατό εσπρέσο (0,60 ευρώ) στο μοναδικό ανοιχτό καφενείο του χωριού, τραβάμε για τον φάρο Farol do Albarnaz στο βορειοδυτικό άκρο του νησιού.

 

Η παράδοξη γεύση από τροπικούς που δοκιμάσαμε πριν λίγο δίνει απότομα τη θέση της σε μια αίσθηση βορρά.

 

Χρώματα ψυχρά, ωκεανός αγριεμένος, τοπίο ομιχλώδες.

 

Κάτι σαν φλασιά από Ισλανδία.

 

Συνειρμός που θα επαναληφθεί πολλές φορές και με διάφορες αφορμές στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού.

 


 

Το μαύρο της λάβας, οι εκτάσεις από καταπράσινο χορτάρι, οι καταρράκτες, τα ξεσαλωμένα κύματα, η γκρίζα ασάφεια της ομίχλης, οι απότομες μεταβολές του καιρού, τόσα κι άλλα τόσα ψήγματα Ισλανδίας βρίσκονται σπαρμένα εδώ κι εκεί στις Αζόρες ….

 


 

… μείον το κρύο! Γιατί εδώ το κλίμα είναι υγρό υποτροπικό προς ωκεάνιο, επηρεαζόμενο άμεσα από το Ρεύμα του Κόλπου,  με αποτέλεσμα το μικρό εύρος διακύμανσης της θερμοκρασίας. Από 11οC μέση χαμηλή θερμοκρασία τον Φλεβάρη μέχρι 26οC μέση ψηλή θερμοκρασία τον Αυγούστου…

 


 

… αλλά και με διακόσιες σαράντα βροχερές μέρες το χρόνο. Αυτό το τελευταίο δεν το λες και πλεονέκτημα για την περιήγηση! Από την άλλη, δεν γίνεται να τα έχουμε όλα δικά μας. Χωρίς υγρό καιρό, πώς αλλιώς θα ξεπηδούσε αυτό το οργιαστικό φυτικό σύμπαν που έχει συνεπάρει το βλέμμα μας;

 


 

Τοπίο στην ομίχλη

 

Τι λέγαμε χθες για βροχή;

 

Νά λοιπόν που ο ουρανός ξεκίνησε να στάζει αδιαλείπτως από το πρωί.

 

Ευτυχώς δεν πρόκειται για κανονική βροχή αλλά περισσότερο για έναν συνεχή απαλό ψεκασμό σαν από ποτιστικό μηχάνημα.

 

Ασήμαντο ευτυχώς το εμπόδιο για να μας πτοήσει.

 

Αρχικά, το λιμάνι στην Lajes φτιάχτηκε κυρίως ως βάση εξυπηρέτησης φαλαινοθηρικών, ειδικότερα των αμερικάνικων που αλώνιζαν κατά δεκάδες τούτα δω τα νερά μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα.

 

Τώρα πια το λιμάνι έχει μετατραπεί σε αμιγώς εμπορικό, όπου,  αραιά και πού, σταθμεύουν κάποια καράβια για να ξεφορτώσουν κοντέινερ με εμπορεύματα για τις ανάγκες των κατοίκων και να φορτώσουν αντίστοιχα τις εξαγωγές του νησιού: κρέας, τυρί, γάλα σκόνη και ψάρια.

 



Πολυσύχναστο πάντως δεν το λες.

 


 

Όσο για πλεούμενα, τα μόνα που διακρίνω αυτή τη στιγμή είναι μερικά μικρά ιστιοφόρα, καθώς και το τρικάταρτο κομψοτέχνημα κάποιου υπερόπτη υπερατλαντικού φραγκάτου στον οποίο θα πρέπει ωστόσο να αναγνωριστεί το εξαιρετικά εκλεπτυσμένο γούστο του.

 


 

Κάπου στην ακτή, εντοπίζω κι ένα άλλο δείγμα υψηλής αισθητικής, ντόπιο αυτό: ένα λιτό σπίτι από μαύρη ηφαιστειακή πέτρα σοβατισμένη κατά τόπους, το πρώτο μιας μακριάς σειράς ανάλογων κατασκευών που θα συναντήσουμε στο ταξίδι μας και που θα βαφτίσω ποιητική αδεία «σπίτια δαλματίας» σε αναφορά στη γνωστή ράτσα σκυλιών με τις μαύρες βούλες.

 


 

Ο οδικός άξονας που οδηγεί στις δυτικές ακτές του νησιού περνάει από περιοχές πνιγμένες στα νερά και την βλάστηση που περισσότερο μαντεύουμε παρά βλέπουμε.

 

Κινούμαστε μέσα σε σύννεφο, περί τα τριακόσια μέτρα πάνω από το επίπεδο της θάλασσας και είναι αδύνατο να διακρίνουμε οτιδήποτε υπάρχει πέρα από τα τριάντα μέτρα μπροστά μας.

 

Τα miradouros διαδέχονται το ένα το άλλο χωρίς ν’ αποκαλύψουν τα μυστικά τους, βουτηγμένα καθώς είναι μέσα στην καταχνιά.

 

Κατηφορίζοντας την παράκαμψη για την Fajazinha, το νέφος σιγά σιγά αραιώνει για ν’ αποκαλύψει ξαφνικά ένα χαριτωμένο χωριουδάκι φυτεμένο εν μέσω καταπράσινων χωραφιών.

 

 


 

Λιγοστά σπίτια, περιποιημένα μποστάνια και … ουδείς.

 


Τραβάμε για κει που είθισται να χτυπάει η καρδιά της δημόσιας ζωής κάθε μικρής κοινότητας, δηλαδή την κεντρική πλατεία, χωρίς να συναντήσουμε άνθρωπο.

 

 

 

 

Το ίδιο έρημη και η εκκλησία, με την φθαρμένη από την υγρασία πρόσοψη, εξόχως φωτογενής πάντως μέσα στην αντάρα, τουλάχιστον για τα δικά μου γούστα.

 


 

Πολύ φοβάμαι ότι θα πρέπει να πάμε αλλού ν’ αναζητήσουμε τους επιούσιους καφέδες μας.

 

Ανεβαίνοντας από την Fajazinha για να επιστρέψουμε στην κεντρική διαδρομή,  χωνόμαστε και πάλι μέσα στο σύννεφο.

 

Το οποίο μάλιστα έχει στο μεταξύ πυκνώσει.

 

Μέχρι την Faja Grande οδηγούμε με ταχύτητα χελώνας, λόγω της ελάχιστης ορατότητας.

 

Μάλλον δεν θα μάθουμε ποτέ ποιες ομορφιές μας στέρησε η ομίχλη.

 

Μα ξέρω ότι θα θυμάμαι για πάντα την αίσθηση που μας χάρισε.

 

Κάθε τόπος έχει την αλήθεια του και μέρος αυτής είναι (και) οι κλιματολογικές του συνθήκες.

 

Μια μέρα ηλιόλουστη όπως η χθεσινή ασφαλώς θα προσφερόταν καλύτερα για εντυπωσιακές φωτογραφίσεις, με έντονα χρώματα και δυνατά κοντράστ σαν κι αυτά που τόσο αγαπάνε οι τουρίστες (και ενίοτε κι εγώ).

 

Μα η μονοδιάστατη απεικόνιση του νησιού αποκλειστικά ως χαρούμενου βουκολικού παράδεισου θα έτεινε να σβήσει και να ξεχαστεί το σημαντικότερο στοιχείο της ταυτότητάς του.

 

Που δεν είναι άλλο από την ασύλληπτη απομόνωση του.

 

Χίλια μύρια κύματα μακριά απ’ οπουδήποτε.

 

 

Για την ακρίβεια, χίλια εννιακόσια χιλιόμετρα από την Ευρώπη και τρεις χιλιάδες τετρακόσια από την ανατολική ακτή των ΗΠΑ…

 

 


 

Μυστικοί κρεμαστοί κήποι. Μια όαση κρυφή, που συχνά καλύπτεται πίσω από τα πέπλα της ομίχλης, ριγμένη σαν από θαύμα στην ωκεάνια έρημο του Ατλαντικού. Να τι είναι η Φλόρες! 

 

 


 

Ξεπροβάλλοντας στον κόλπο της Faja Grande, ακαριαία νοιώθω ότι μπροστά μου ξετυλίγεται αυτό ακριβώς που έχω έρθει ν’ αναζητήσω εδώ: Την επίγνωση αυτής της απομόνωσης στην οποία μόνο η γκρίζα μελαγχολία των ξεθωριασμένων χρωμάτων μπορεί να σε οδηγήσει.

 


 

Ο δρόμος τερματίζει στον λιλιπούτειο οικισμό της Ponta de Faja

 


 

… ο οποίος, όσο ασήμαντος είναι σε μέγεθος, τόσο γοητευτικός είναι στην όψη.

 


 

Μια συμφωνία σε άσπρο μαύρο

 


 

Που ξεπηδάει μέσα από την αντάρα

 

 


 

Και που διανθίζουν εξαίσια δείγματα αζοριανής αρχιτεκτονικής

 

Με το βλέμμα στην Δύση

 

 Επιτέλους άνθρωποι και επιτέλους καφές!

 

Στο καφεστιατόριο του Jonahs στο χωριό της Faja Grande πιάνουμε κουβέντα με τους θαμώνες.

 

Ένας απ’ αυτούς, ο Ζοζέ, που μιλάει επαρκή για την περίσταση αγγλικά, κάνει χρέη διερμηνέα.

 


 Έτσι μαθαίνουμε ότι το χωριό συγκεντρώνει περί τους εκατόν πενήντα κατοίκους, οι οποίοι, απ’ αυτά που ακούω τουλάχιστον, μοιάζουν σαν να ζουν αποκομμένοι όχι μόνο από τον υπόλοιπο κόσμο αλλά ακόμα κι από το υπόλοιπο νησί.

 

Ψαρεύουν, καλλιεργούν τα μποστάνια τους, εκτρέφουν αγελάδες και πρόβατα, και… ουδέν άλλο.

 

Όσο για προμήθειες, άμα χρειάζονται κάτι πάνε μέχρι την Lajes. Ελάχιστοι μπαίνουν στον κόπο να μετακινηθούν μέχρι την Santa Cruz.

 

- Εκτός βέβαια και υπάρχει ανάγκη. Όπως για μια επίσκεψη στο Κέντρο Υγείας για παράδειγμα.


- Κι αν κάποιος αρρωστήσει πιο σοβαρά;


- Ε τότε θα πρέπει να πετάξει για το Φαιάλ όπου βρίσκεται το πιο κοντινό νοσοκομείο. Ή για την Τερσέιρα και το Σαο Μιγκέλ αν χρειάζεται ακόμα πιο εξειδικευμένη περίθαλψη.


- Στην Λισαβώνα δηλαδή δεν πάτε ποτέ;


Η ερώτηση φαίνεται να προκαλεί την γενική θυμηδία των θαμώνων.

 

Όπως μου εξηγεί ο Ζοζέ, ελάχιστοι εκ των παρόντων έχουν βγει έστω και μια μέρα από το νησί.

 

Όσοι δε νησιώτες μεγάλης ηλικίας έχουν ταξιδέψει έξω από το αρχιπέλαγος έχουν πάει αποκλειστικά προς δυσμάς, και πάντα ως μετανάστες. Οι περισσότεροι παραμένουν ακόμα εκεί.

 


 

Το ίδιο εξάλλου ισχύει και για τα άλλα νησιά του συμπλέγματος. Πιο πολλούς Αζοριανούς θα βρεις στις ΗΠΑ και τον Καναδά, παρά στις Αζόρες, συμπληρώνουν.

 


 

Και οι νέοι; Οι νέοι, λέει,  φεύγουν για να πάνε στα πανεπιστήμια του Σάο Μιγκέλ και της Τερσέιρα αλλά δύσκολα επιστρέφουν. Τι να κάνουν εδώ; Έτσι και βρουν δουλειά, παραμένουν εκεί όπου σπουδάσανε. Τουλάχιστον συνεχίζουν να ζουν στις Αζόρες και σχετικά κοντά στον τόπο τους.

 


 

Αυτόνομη περιοχή στα πλαίσια της Πορτογαλίας, είναι φανερό ότι οι Αζόρες αποτελούν ένα δικό τους ξεχωριστό σύμπαν, με δεσμούς μεταξύ τους πιο ισχυρούς απ’ αυτούς που τις δένουν με την "μητέρα πατρίδα".

 

Όπως επίσης είναι εμφανές ότι δαπανούνται σημαντικά κονδύλια για την αναβάθμιση των υποδομών τους.

 

Το βράδυ στο σπίτι κάνω λόγο στον Μάρκο για την άψογη κατάσταση του οδικού δικτύου, απολύτως αναντίστοιχη με την ελάχιστη κυκλοφορία.

 

Πέφτουν πολλά λεφτά από την κεντρική κυβέρνηση, μου λέει, για να κρατήσουν τον κόσμο στα νησιά.

 


 

Ακόμα και το Κόρβο, για παράδειγμα, με τους τετρακόσιους κατοίκους, διαθέτει αεροδρόμιο με τακτικές πτήσεις.  Παρόλα αυτά, ο πληθυσμός εδώ στις δυτικές Αζόρες συνεχίζει να λιγοστεύει…

 

Στην ενδοχώρα

 

Αντάρα και σήμερα.

 

Ο Μάρκο είναι κατηγορηματικός. Με τέτοιον καιρό μάλλον απίθανο να γίνει το δρομολόγιο του πλοίου για το Κόρβο. Κι αν τελικά γίνει, οι πιθανότητες να μην επιστρέψει το απόγευμα και να μείνουμε αποκλεισμένοι εκεί είναι πολύ μεγάλες.

 

Έτσι κι αλλιώς, δεν θα μπορέσετε να δείτε τίποτε, συμπληρώνει. Ολόκληρο το νησάκι είναι τυλιγμένο στην ομίχλη.

 

Ας είναι.

 

Με τον καιρό δεν μπορείς να τα βάλεις.

 

Το μικροσκοπικό Κόρβο με την διπλή καλδέρα θα μείνει απωθημένο, αλλά και μια καλή αφορμή για να επιστρέψουμε ίσως κάποτε στις δυτικές Αζόρες.

 

Στο μεταξύ έχουμε ακόμα πολλά να δούμε στον εδώ μικρό μας παράδεισο.

 

Η Φλόρες είναι πριν και πάνω απ’ όλα ένα νησί για φυσιολάτρες και περιπατητές.

 

Αν υπάρχει όμως ένα τρεκ που χρωστάει να κάνει ακόμα κι ο πιο απαίδευτος, ε τότε είναι τούτο εδώ: Poco da Ribeira do Ferreiro!

 

Εξάλλου λες και φτιάχτηκε ειδικά για τεμπέληδες αφού διαρκεί μόλις είκοσι λεπτά.

 


 

Ένας μεθυστικός περίπατος με χαραγμένο μονοπάτι για να μην χαθείς μέσα στην ατλαντική ζούγκλα

 


 

κάτι εξαιρετικά εύκολο να συμβεί αν παρεκκλίνεις έστω και λίγο από την πεπατημένη

 


 

όπως παρ’ ολίγο να το πάθουμε παρασυρμένοι από τις σειρήνες της φωτογράφισης!

 


 

Και στο τέλος του μονοπατιού, έρχεται η αποκάλυψη ...

 


 

... για να μείνεις ενεός να αναρρωτιέσαι πώς μπόρεσε να χωρέσει τόση μαγεία σ’ έναν βράχο μια σταλιά που αναδύθηκε κάποτε από τα βάθη του ωκεανού;

 


 

Παίρνουμε στην τύχη διάφορους αγροτικούς δρόμους που οδηγούν στην ενδοχώρα.

 


 

Παντού γύρω μας καταπράσινα βοσκοτόπια

 


 

Αγελάδες και πρόβατα που παχαίνουν αμέριμνα

 


Κτηνοτρόφοι επί τω έργω

 


 

Και λόφοι με θέα όπου ήδη σκάνε μύτη οι πρώτες ορτανσίες που σ’ ένα μήνα θα έχουν κατακλύσει ολόκληρο το νησί.

 


 

Κάθε  τόσο η ανατολική πλευρά εμφανίζεται στιγμιαία λουσμένη στο φως, καθώς τα σύννεφα στέκουν ψηλά κι ο ήλιος καταφέρνει να τρυπώσει ανάμεσά τους έστω και για λίγο.

 


 

Όποτε όμως επιχειρούμε να διασχίσουμε το νησί εγκάρσια για να κατέβουμε από την άλλη πλευρά, να’ σου πάλι η ομίχλη…

 


 

Με τον άνεμο να φυσάει σταθερά από δυτική κατεύθυνση, τα νέφη σκαλώνουν στα υψίπεδα της Φλόρες, που φτάνουν τα εννιακόσια μέτρα υψόμετρο, και κολλάνε εκεί.

 


 

Οι περίφημες καλδερικές λίμνες του κέντρου θα μείνουν για μας απλά τοπωνύμια στον χάρτη. Αλλά και μια ακόμη αφορμή για επιστροφή σ’ αυτήν την τοσοδούλα κουκίδα του χάρτη που μας έκλεψε για πάντα την καρδιά.

 


 

Το οδοιπορικό στις Αζόρες θα συνεχιστεί στο μέλλον με άρθρα για τα νησιά Φαιάλ, Πίκο, Σάο Ζόρζε και Σάο Μιγκέλ

 

Για περισσότερες φωτογραφίες από τις Αζόρες Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν | Πάμε γι' άλλα...