ΚΙΝΑ 3 - ΚΑΣΓΚΑΡ, ΚΑΤΕΔΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Front Picture: 

Δυο χιλιάδες χρόνια τώρα, Ουιγούροι, Κινέζοι, Τατζίκοι, Κιργίζιοι, Ουζμπέκοι, Καζάκοι, Παστούν, Μογγόλοι και μύριες άλλες μικρότερες εθνότητες της Κεντρασίας διασταυρώνονται, σμίγουν, συναλλάσσονται, χωρίζουν και ξανασυναντιούνται  στο κυριακάτικο παζάρι του Κάσγκαρ.  Και όμως, ακόμα κι αυτή, η πλέον μυθική πόλη του Σινγιανγκ στο Δρόμο του Μεταξιού, δεν κατάφερε να γλιτώσει από τις κινέζικες μπουλντόζες του "εκσυγχρονισμού"...

 

Κείμενο: Ισαβέλλα Μπερτράν

Φωτό: Κώστας Ζυρίνης

 


 

Το ταξίδι στο Σινγιανγκ της Δυτικής Κίνας πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο Απρίλη-Μάη του 2012


Προηγούνται:  

ΚΙΝΑ 1 - ΠΕΚΙΝΟ, Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟ ΜΑΥΣΩΛΕΙΟ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν 

ΚΙΝΑ 2 - ΣΙΝ ΓΙΑΝΓΚ, ΣΤΗ ΓΗ ΤΩΝ ΟΥΙΓΟΥΡΩΝ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν 

 

Δεν νομίζω να έχει υπάρξει στην Ιστορία άλλο έθνος με τέτοιον αμύθητο ιστορικό και πολιτισμικό θησαυρό που να εγκληματεί τόσο συστηματικά και σε τέτοια κλίμακα κατά της ίδιας του της κληρονομιάς.

 

Αυτή είναι η σκέψη που μηρυκάζω για πολλοστή φορά, καθήμενη με τον Ζυρ στο μπαλκονάκι πρώτου ορόφου της τελευταίας εναπομείνασας παραδοσιακής «τσαϊκάνα», ή αλλιώς τεϊοποτείου, της πόλης του Κάσγκαρ.

 

 


 

Από κάτω μας ακριβώς, η ζωή στο δρόμο μοιάζει - φαινομενικά τουλάχιστον - να συνεχίζεται αδιατάρακτη, στους ίδιους πάντα προαιώνιους ρυθμούς, με εικόνες μιας καθημερινότητας ελάχιστα διαφορετικής από εκείνη που κατέγραφαν οι ταξιδευτές ακόμα και αρκετές δεκάδες χρόνια πριν από σήμερα.

 

Όπως και τότε, έτσι και τώρα.

 

 


 

Μπαρμπέρηδες ξυρίζουν τους πελάτες τους με θέα τα τσιγκέλια των χασάπηδων.

 

 


 

Παπούτσια επισκευάζονται εν μέσω της τσίκνας των πολυάριθμων ψησταριών

 

 


 

Αγοράζεις φρεσκοψημένες πίτες έξω από την πόρτα του οδοντοιατρείου, κι αμέσως βγαίνοντας μετά το σφράγισμα μπορείς με την ευκαιρία να ψωνίσεις και μερικά εργαλεία από τον παραδίπλα πάγκο.

 

 


 

Όλα σχεδόν τα επαγγέλματα υπαίθρια ή σε κοινή θέα.

 

 


 

Ανάμεσα σε λαϊκά πλινθόκτιστα σπίτια και αρχοντικές περίτεχνες προσόψεις και σφυρήλατες πόρτες.

 

 


 

Σε δροσερά σκεπαστά σοκάκια, παρέα με το γέλιο των παιδιών και το κουβεντολόι των γυναικών. 

 

Και όμως, όλη αυτή η αυλή των θαυμάτων έχει επικηρυχτεί προς εξαφάνιση. Για την ακρίβεια, τώρα δα που γράφω ίσως ήδη να μην υπάρχει πια. Κατά το πέρασμα μας εκεί, ήταν θέμα χρόνου, λέει, με βάση τον προγραμματισμό των κινεζικών αρχών, η πλήρης «αναμόρφωση» του Κάσγκαρ. Κι όταν οι Κινέζοι θέτουν χρονοδιαγράμματα, δεν νομίζω να αμφιβάλει κανείς ότι θα τηρηθούν. Όσο για το πώς εννοούν την «αναμόρφωση»… θου Κύριε!

 

Κι άντε τώρα εγώ να περιγράψω την οδύνη που συνεπάγεται η επίγνωση του ν’ αποχαιρετάς μια μυθική πόλη την ίδια ακριβώς στιγμή που επιτέλους την γνωρίζεις…

 

«Εκσυγχρονισμός και ανάπτυξη», αυτή η λαίλαπα

 

Το πρώτο ράπισμα μας βρήκε στο δόξα πατρί με το καλημέρα. Με το μυαλό ακόμα στοιχειωμένο από τον φυτεμένο με ουρανοξύστες ουρανό του (επίσης άλλοτε θρυλικού) Ουρούμτσι, προσγειωθήκαμε στο Κάσγκαρ με την τρελή προσδοκία ότι τουλάχιστον εδώ, στην απώτατη κινεζική Δύση, δεν θα είχε φτάσει ακόμα το μακρύ εκσυγχρονιστικό χέρι του Πεκίνου. Αμ δε…

 


 

Η διαδρομή από το αεροδρόμιο μέχρι το κατάλυμά μας, στις παρυφές της παλιάς πόλης, ήταν αρκετή για να μας αποκαλυφθεί η θλιβερή πραγματικότητα. Το παλιό Κάσγκαρ, ή μάλλον ορθότερα ο,τι ακόμα επιβιώνει απ’ αυτό, τελεί υπό κατάσταση πολιορκίας από έναν ασφυκτικό κλοιό οικοδομικών τερατουργημάτων. Λες και συνασπίστηκαν επί τούτου οι πιο για τα μπάζα αρχιτέκτονες της επικράτειας για να πνίξουν μια δυο φορές χιλιόχρονη πόλη σε μια θηλειά κραυγαλέου κιτς.

 

Στρατηγικά χτισμένο στη δυτική απόληξη της λεκάνης του Ταρίμ και της ερήμου Τακλαμακάν, το Κάσγκαρ αποτέλεσε, από την γέννηση του κι όλας, τον φυσικό τόπο συνάντησης των καραβανιών που, εκκινώντας από το Σιαν, την πρωτεύουσα του μεταξιού, διασχίζανε την Κίνα ζαλωμένα με το πολύτιμο φορτίου τους.

 

 

 

Είτε κυκλώνανε την Τακλαμακάν από τα βόρεια μέσω Τουρπάν, Κόρλα, Κούτσε, Ακτσού, είτε ακολουθούσανε τη νότια διαδρομή μέσω Τσαρκιλίκ, Χοτάν, Γιαρκάντ, όλα αναπόφευκτα περνούσανε από το Κάσγκαρ.

 


Από κει και πέρα, οι δρόμοι του μεταξιού ανοίγανε σαν βεντάλια, οδηγώντας προς την Κεντρική Ασία και την Περσία, τον Ινδοκαύκασο και το Αφγανιστάν, τα Καρακόρουμ και το Πακιστάν κι από κει στην Ινδία.


 

Από τις ίδιες εξάλλου αντίστροφες διαδρομές συρρέανε προς το Κάσγκαρ έμποροι και γυρολόγοι, τυχοδιώκτες και κάθε λογής περίεργοι από κάθε γωνιά της Κεντρασίας, με κεντρικό σημείο αναφοράς το περίφημο κυριακάτικο παζάρι της πόλης.

 

 

Από τότε μέχρι σήμερα, αδιαλείπτως και για δυο χιλιάδες χρόνια, Ουιγούροι, Κινέζοι, Τατζίκοι, Κιργίζιοι, Ουζμπέκοι, Καζάκοι, Παστούν, Μογγόλοι και μύριες άλλες μικρότερες εθνότητες της ευρύτερης περιοχής διασταυρώνονται, σμίγουν, συναλλάσσονται, χωρίζουν και ξανασυναντιούνται  στο Κάσγκαρ.

 


Ποιο Κάσγκαρ όμως τώρα πια;

 

 

Περισφιγμένη στο θανατηφόρο αγκάλιασμα της πέριξ εκσυγχρονιστικής ασκήμιας, η παλιά πόλη στο μεγαλύτερο τμήμα της παρακμάζει και καταρρέει αργά, ή και σωριάζεται απότομα με κρότο, το τελευταίο ως αποτέλεσμα της δράσης που έχουν αναλάβει μπουλντόζες και γερανοί.

 

 


Απέναντι στην αναπόφευκτη φθορά του χρόνου, η κινέζικη «λύση» είναι η εξής μία: αντί για πόρους για την στήριξη και αναστήλωση των αρχαίων κτισμάτων, προκρίθηκε το ξύρισμα ολόκληρων γειτονιών και η ανοικοδόμηση εκ θεμελίων με νέα υλικά, διατηρώντας κάποια στοιχεία από το παλιό αρχιτεκτονικό ύφος, και επαναχαράσσοντας με την ευκαιρία την πόλη από την αρχή.

 


 

Έτσι, εκεί που άλλοτε χανόσουν πεζή σ’ ένα γοητευτικό λαβυρινθώδες πλέγμα από χαμηλά πλίνθινα κτίρια, σκιερά σοκάκια, στοές με ξύλινα υποστυλώματα και μυστικά περάσματα, η νέα εκδοχή της «παλιάς πόλης» εμφανίζεται με λεωφόρους και δρόμους για τα οχήματα

 


 

μερικά εκ των οποίων παρουσιάζουν ενίοτε μια κάπως ιδιόρρυθμη άποψη περί την οδική ασφάλεια,

 


 

καθώς και πλατείες και ειδικούς χώρους για τουριστικά «δρώμενα»,

 

 


 

όλα αυτά πλαισιωμένα από κτίρια που εμπνέονται, υποτίθεται, από την αρχιτεκτονική παράδοση του τόπου, πλην όμως φωνάζουν από μακριά ότι πρόκειται για απομιμήσεις.

 


 

Όταν το σχέδιο ολοκληρωθεί, το μόνο αυθεντικό που θα ’χει απομείνει είναι ένα ασήμαντο σε έκταση τμήμα της αρχαίας πολιτείας το οποίο αναστυλώνεται προσεκτικά,

 

 

 

για τον συνήθη ιερό σκοπό. Ήτοι ως τουριστική ατραξιόν, με εισιτήριο φυσικά, προς τέρψιν των κινέζικων γκρουπ τα οποία έχουν ήδη κάνει την οχληρή εμφάνισή τους στην περιοχή και αναμένεται να την πλημμυρίσουν κατά τα επόμενα χρόνια.

 

Μια Κίνα πολλαπλών ταχυτήτων

 

Ο αχταρμάς του ξενοδοχείου μας είναι ευθέως ανάλογος εκείνου που παρουσιάζει η πόλη. Διανύει κι αυτό φάση ανακαίνισης. Γεγονός που μεταφράζεται σ’ ένα απαστράπτον λόμπι, σκονισμένους διάδρομους με μπάζα και σιδερόβεργες, και δωμάτια με μεγαλοπρεπείς βελούδινες κουρτίνες, τηλεόραση πλάσμα, αλλά χωρίς ρύση στο μπάνιο με αποτέλεσμα να λιμνάζουν τα νερά στα φθαρμένα σιελ πλακάκια. Αλλά ας μην γκρινιάζουμε καλύτερα. Τι θα είχαμε να θυμόμαστε στο κάτω κάτω αν ήταν όλα ταιριαστά, λειτουργικά και άχρωμα;

 

Με το που κάναμε τσεκ ιν χθες το απόγευμα, στην ρεσεψιόν μας ζητήθηκε να προπληρώσουμε τη διαμονή μας. Κι όχι μόνο την αξία των διανυκτερεύσεων, αλλά να καταθέσουμε επιπροσθέτως και μια «εγγύηση» της τάξης των είκοσι ευρώ που θα μας επιστραφεί, λέει, κατά την αναχώρησή μας. Θα μπορούσαμε και να πάρουμε το θέμα προσωπικά αν δεν είχαμε μάθει στο μεταξύ πως ο κανόνας αυτός είναι γενικός και εφαρμόζεται σε όλα τα ξενοδοχεία της χώρας. Σαν να λέμε δηλαδή ότι παντού στην Κίνα οι πελάτες αντιμετωπίζονται ως α πριόρι εν δυνάμει κλέφτες μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Τι να πείς; Απόψεις είναι αυτές, και μάλιστα κινέζικες.

 

Όσο για τώρα, ένα ντουζάκι, λίγη ξεκούραση κι έξω πάλι στους δρόμους.

 

Το κεντρικό τζαμί Ιντ Καχ χρονολογείται από τον 15ο αιώνα και είναι το μεγαλύτερο της Κίνας. Η δε πλατεία μπροστά είναι από τα πιο δημοφιλή σημεία της πόλης για σουλάτσο αλλά και στέκι συνάντησης, κυρίως των αντρών, που κουβεντιάζουν με τις ώρες καθισμένοι στα πεζούλια. Σχεδόν όλοι με το χαρακτηριστικό μουσουλμανικό κάλυμμα κεφαλής, και ούτε ένα Κινέζος Χαν ανάμεσα τους.

 


 

To ωραιότερο ωστόσο δείγμα ισλαμικής αρχιτεκτονικής της πόλης βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα έξω από το κέντρο, στις ανατολικές παρυφές της. Πρόκειται για το Απάκ (ή Αμπάκ ή Αφάκ) Χότζα Μαζάρ, ένα σύμπλεγμα θρησκευτικών οικοδομημάτων του 1640 με επίκεντρο το μαυσωλείο που χτίστηκε προς τιμή του ομώνυμου άρχοντα της πόλης για να στεγάσει τον τάφο του καθώς κι εκείνους των απογόνων και λοιπόν μελών της οικογενείας του.

 

Αναγνωρισμένος ως προφήτης και άγιος ο Απάκ Χότζα από τους συμπατριώτες του, το μνήμα του αποτελεί σημαντικό τόπο προσκυνήματος για τους ευσεβείς μουσουλμάνους Ουιγούρους και χαρά οφθαλμών για όλους τους υπόλοιπους.

 


 

Δεν θα έλεγα το ίδιο για το φαραωνικών διαστάσεων και μνημειώδους ασχήμιας άγαλμα του Μεγάλου Τιμονιέρη που δεσπόζει μπροστά στο «Πάρκο του Λαού» με προτεταμένο το χέρι να δείχνει εσαεί το δρόμο ... για πού άραγε;

 

Μια Κίνα πολλών ταχυτήτων. Ο φτωχός γέροντας που κάθεται στο ρείθρο του πεζοδρομίου απέναντι σε κάποιο νεοανεγειρόμενο εμπορικό κέντρο. Ο γραβατωμένος Κινέζος γιάπις με την δερμάτινη σαμσονάιτ που περνάει βιαστικά, μέσα από μια πλημμυρίδα Ουιγούρων με τριμμένα πανωφόρια και μουσουλμανικά σκουφάκια. Ένα Κάσγκαρ στο μεταίχμιο, λίγο πριν το καταπιεί κι αυτό τελειωτικά η εκσυγχρονιστική βουλιμία που σαρώνει όλη της Κίνα κατεδαφίζοντας την ιστορία της με καταιγιστικούς ρυθμούς.

 


 

Έχει βραδιάσει και η πόλη ζωηρεύει ακόμα περισσότερο. Σαν να ετοιμάζεται για μια δεύτερη ζωή. Που περιλαμβάνει από νυχτερινό εμπόριο και γιγαντοοθόνες με τηλεοπτικές σειρές προς τέρψιν των πληβείων, μέχρι φαγητό.

 


 

Την μεγαλύτερη κίνηση συγκεντρώνουν τα υπαίθρια μαγέρικα και οι ψησταριές, όπου μπορείς να φας στα γρήγορα με πενταροδεκάρες. Μα δεν είναι λίγα και τα κλασσικά εστιατόρια με τραπέζια, καθίσματα και κατάλογο. Έχουμε κάτσει σε ένα απ’ αυτά και ετοιμαζόμαστε για την μεγάλη δοκιμασία της ημέρας: την συνεννόηση για το τι θα φάμε. Η εισαγωγή είναι δεδομένη: Θα φέρουν χωρίς να το ζητήσουμε μια τσαγιέρα με ένα τσάι τόσο ελαφρύ που απλά δεν πίνεται (όχι πάντως από μας) και, εν είδη φλιτζανιών, δυο μπολάκια απ’ αυτά όπου εμείς στην Ελλάδα σερβίρουμε ξηροκάρπια.  Από κει και πέρα, αρχίζουν τα δύσκολα της παραγγελίας.

 


 

Σήμερα ωστόσο είμαστε τυχεροί. Ο κατάλογος συνοδεύεται με φωτογραφίες των εδεσμάτων και η παραγγελία αποδείχτηκε σχετικά απλή υπόθεση. Εμφιαλωμένο νερό πάντως δεν διαθέτει το κατάστημα. Ούτε έστω αναψυκτικά. Καλά, για μπύρα ή κρασί δεν το συζητάω, τέτοια σκευάσματα του διαόλου δεν κυκλοφορούν πουθενά στο αλλαχοσεβούμενο Σινγιανγκ. Αν προσθέσεις τις γεύσεις της κουζίνας, τις κεντρασιατικές φυσιογνωμίες και τις επιγραφές στα ουιγούρικα με την αραβική γραφή, χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να χωνέψεις ότι βρίσκεσαι στην Κίνα. Μοναδική κινέζικη πινελιά, ο εφιάλτης του Ζυρ: σε αντίθεση με την υπόλοιπη Κεντρική Ασία, το φαγητό εδώ τρώγεται με ξυλάκια!  

 


 

Ιδεογραμμάτων το ανάγνωσμα

 

Ημέρα Κυριακή. Με το Λόνλυ Πλάνετ ανά χείρας, ανοικτό στο κεφάλαιο «Κάσγκαρ», όπου οι λέξεις «Animal Market» φιγουράρουν μεταφρασμένες στα αντίστοιχα κινέζικα ιδεογράμματα, αναζητούμε το όχημα  που θα μας οδηγήσει στο κορυφαίο εβδομαδιαίο γεγονός της πόλης: την θρυλική ζωοπανήγυρη.

 

Έχουμε ήδη σταματήσει τρία ταξί των οποίων οι οδηγοί, αφού ρίξανε μια γρήγορη ματιά στο βιβλίο, κουνήσανε αρνητικά το κεφάλι και γκαζώσανε επί τόπου αφήνοντάς μας σύξυλους στο πεζοδρόμιο χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. Τι διάολο κάνουμε λάθος;

 



Η τύχη μας χαμογελάει με τον τέταρτο ταξιτζή που αφού εξετάζει εμβριθώς τα ιδεογράμματα, μας κάνει νόημα να μπούμε μέσα. Τα καταφέραμε!

 

Με ζώνουν όμως ξανά τα φίδια όταν, μετά από μια σχετικά σύντομη κούρσα, σταματάει το όχημά του πλάι σ’ ένα ψηλό τείχος σε μια ήσυχη γειτονιά της πόλης, συνθήκη μάλλον αταίριαστη με τον αναμενόμενο χαμό μιας ζωοπανήγυρης.  

 

H αντίδραση του νεαρού Κινέζου φύλακα της πύλης, στον οποίο δείχνουμε και πάλι τα περίφημα ιδεογράμματα, θα φωτίσει την κατάσταση. Αφού τα διαβάζει, βάζει τα γέλια και ξεστομίζει την φράση-κλειδί «here zoo, no market». Ναι, ναι, ναι, στ’ αγγλικά! Συνέβη το αδιανόητο! Πέσαμε σ’ ένα από τα πιο σπάνια είδη του ανθρώπινου βασιλείου: Κινέζο ομιλούντα ψήγματα έστω αγγλικής στο Φαρ Γουεστ της χώρας του!

 



Το μυστήριο λύθηκε. Προφανώς ο Ουιγούρος ταξιτζής μας γνώριζε ελάχιστη κινέζικη ανάγνωση, τόση ώστε μεταξύ των ιδεογραμμάτων που συνθέτουν την έννοια «ζωοπανήγυρη» αποκρυπτογρά-φησε μονάχα το συνθετικό «ζώο», συμπεραίνοντας εξ αυτού ότι θέλαμε να μας πάει στον ζωολογικό κήπο. Έτσι εξηγείται επίσης γιατί οι τρεις προηγούμενοι ταξιτζήδες αρνήθηκαν να μας πάρουν. Αυτοί μάλλον δεν διαβάζανε καθόλου κινέζικα.

 

Μετά από σχετικές οδηγίες του νεαρού Κινέζου προς τον ταξιτζή μας, παίρνουμε ξανά το δρόμο για τον στόχο μας, αυτή τη φορά χωρίς άλλα παρατράγουδα.

 


 

Στο παζάρι

 

Μια τεράστια περιφραγμένη αλάνα καμιά δεκαριά χιλιόμετρα έξω από το Κάσγκαρ.  Γύρω γύρω, ένα κυκλοφοριακό κομφούζιο από κάθε λογής οχήματα, και μέσα ένα άλλο χάος, έμψυχο αυτό, από ανθρώπους και ζώα. Όλες οι φυλές της Κεντρασίας ανακατεμένες σαν τραπουλόχαρτα.

 

 


 

Κι ανάμεσά τους, γελάδια, πρόβατα και κατσίκια, ατάκτως ερριμμένα.

 


 

Άλλα στοιβαγμένα σε καρότσες φορτηγών,

 

 


 

άλλα χύμα, δεμένα σε στύλους ή περιορισμένα πίσω από κάποιο πρόχειρο πλέγμα

 

 


 

και άλλα – τα τραγικότερα όλων – δεμένα με θηλειά από το λαιμό και στοιχισμένα σαν αντικείμενα

 


 

προορισμένα για μεταβίβαση σε νέο ιδιοκτήτη

 


εν αναμονή κουρέματος

 


 

ή ήδη ξυρισμένα και έτοιμα για το μαχαίρι του χασάπη.

 

 


 

Μόνο τα γαϊδούρια δείχνουν να χαίρουν προσωρινά έστω, μιας κάποιας ελευθερίας.

 


 

Πέριξ της αλάνας αγοραπωλησιών, το τσιμπούσι έχει στηθεί από πρωίας. Πολύωρες διαπραγματεύσεις, επισφράγιση συμφωνιών ή απλά … πείνα, όλα είναι μια καλή αφορμή για επί τόπου κατανάλωση των «προϊόντων» που πωλούνται λίγα μέτρα πιο πέρα.

 

 


 


Κι εγώ τώρα με ποιον να μοιραστώ αυτό το ασφυκτικό σφίξιμο στο λαιμό πέρα από τον Ζυρ δίπλα μου που ξέρω ότι διακατέχεται από τα ίδια με μένα συναισθήματα για την μοίρα όλων αυτών των ζώων;


Κουλτούρες και συνήθειες … Διατροφικές, και όχι μόνο. 

 


 

Εντάξει, το φωτογραφήσαμε, το εμπεδώσαμε. το καταγράψαμε, πάμε τώρα να φύγουμε.

 

Πίσω στο Κάσγκαρ λοιπόν όπου, με εξαίρεση την ζωοπανήγυρη που έχει μεταφρεθεί στα περίχωρα, το υπόλοιπο «Σάντει Μάρκετ» διεξάγεται μέσα στην πόλη, εκτεινόμενο για εκατοντάδες μέτρα με τα πιο ποικίλα εμπορεύματα.

 


Από τα συνήθη βρώσιμα,

 


τα πολύχρωμα υφάσματα απ’ όλο το φάσμα του ουράνιου τόξου,

 


 

μέχρι και ορισμένα μάλλον σπάνια «είδη», τουλάχιστον με βάση τις δικές μας συνήθειες,

 

 

καθώς και κάποιες μάλλον ανοίκειες ενδυματολογικές επιλογές.

 

Βράδυ Κυριακής.

 

Τα αυτοσχέδια μαγέρικα της πόλης έχουν και πάλι την τιμητική τους.

 

Με πρώτες και καλύτερες τις υπαίθριες ψησταριές.

 

Αυτή η πόλη πνίγεται στην χοληστερίνη, πάει και τέλειωσε!

 

 


 

Τελευταίες βόλτες. Αύριο οδεύουμε προς τα Παμίρ, στα σύνορα με τον Τατζικιστάν, ακολουθώντας το τελευταίο εντός Κίνας τμήμα του Δρόμου του Μεταξιού. Αποχαιρετούμε το Κάσγκαρ. Για πάντα. Ακόμα κι αν επιστρέψουμε σε λίγα χρόνια, όσα γνωρίσαμε δεν θα υπάρχουν πια...

 

Για περισσότερες φωτογραφίες: Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν | Πάμε γι' άλλα... 

Διαβάστε επίσης: ΚΙΝΑ 1 - ΠΕΚΙΝΟ, Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟ ΜΑΥΣΩΛΕΙΟ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν 

ΚΙΝΑ 2 - ΣΙΝ ΓΙΑΝΓΚ, ΣΤΗ ΓΗ ΤΩΝ ΟΥΙΓΟΥΡΩΝ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν 

 

Στο μέλλον θ’ ακολουθήσουν κι άλλα άρθρα για το Δρόμο του Μεταξιού στην Κίνα:

- Παμίρ, το έσχατο σύνορο

- Γιαρκάντ, Χοτάν, διασχίζοντας την Τακλαμακάν ως το Κούτσε.  

- Ντουνχουάνγκ και Τζαγιουγκουάν.  

- Η θιβετιανή μειονότητα στο Σιαχέ.