ΚΑΡΑΝΤΕΡΕ - ΦΡΑΚΤΟ - ΔΡΑΜΑ, ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΟΝΑΤΑ

Front Picture: 

ΣΤΟ ΚΑΦΕΚΙΤΡΙΝΟ ΤΗΣ ΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΡΥΣΟ ΤΗΣ ΣΗΜΥΔΑΣ "Απαγορεύεται το κυνήγι". Είναι η πρώτη πινακίδα που συναντώ αφού διέσχισα το Νέστο. Και τη φωτογραφίζω, βεβαίως, ως ένα στοιχειώδες δείγμα πολιτισμού. Κι ελπίζω να ζήσω αρκετά, όσο για να φωτογραφίσω και κείνη που θα γράφει "Επιτρέπεται το κυνήγι των κυνηγών". Διότι, το να βάζεις στην ακίδα του στόχαστρου μια πέρδικα ή ένα αγριογούρουνο και να του ρίχνεις στο δοξαπατρί, τι είναι αν όχι βαρβαρότητα; Και θρασύτητα επιπλέον, αφού μερικοί από δαύτους δηλώνουν και "οικολόγοι"!

 

Του Κώστα Ζυρίνη

Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, τεύχος 31 / 13.10.2000

 


Γυρίζοντας από τις Άνδεις βρήκα μια Αθήνα ακόμη πιο ανυπόφορη, γι αυτό και ξαναπήρα αμέσως τα βουνά: Ροδόπη! Κάθε άλλο παρά ως ταπεινό υποκατάστατο του περουβιάνικου ανάγλυφου. Καλές, πολύ καλές οι Κορντιλλιέρες αλλά, να, μερικά ελληνικά βουνά!..


Το τέσσερα επί τέσσερα τζιπάκι μου αφήνει πίσω του την άσφαλτο και τρέχει ξένοιαστο στο χωματόδρομο για να με αδειάσει στη δασική περιοχή της Ελατιάς. Μαζί με τη σκόνη που αφήνω πίσω μου, αναδεύονται θροΐζοντας και τα φθινοπωρινά φύλλα της οξιάς. Χαλί της φύσης για να δεχτεί τους αμετάκλητα ορκισμένους εραστές της. Οι υλοτομημένοι κορμοί της καλλίγραμμης ερυθρελάτης σημαδεμένοι και τοποθετημένοι ένθεν κακείθεν του δασικού δρόμου πυκνώνουν. Σημάδι ότι πλησιάζω στο Δασικό Χωριό. Που είναι και ο πρώτος εκ των στόχων μου.


ΤΟ ΚΑΡΑΝΤΕΡΕ


Πρώτα με υποδέχονται τα σκυλιά που μετά από μερικές τυπικές υλακές, ίσα για το καθήκον δηλαδή, μου κουνάν την ουρά τους. Τα σκυλιά ξέρουν.

 

Στη συνέχεια, ο φίλος μου ο Βασίλης Κιοσέογλου με φορτώνει κουβέρτες, σεντόνια, μαξιλάρια, και... ότι θες εδώ είμαι, μου λέει. Νά ‘σαι καλά, φίλε!

 

Μετά από λίγο καθόμαστε γύρω απ το τζάκι του εντευκτηρίου με τα κάστανα να ψήνονται στην πυρωμένη λαμαρίνα. Καλό το τζάκι, καλά τα κάστανα, δεν λέω, αλλά δεν κρατιέμαι, θέλω να ξαμοληθώ στο δάσος. Θά ‘ρθω μαζί σου γιατί αν μπλέξεις με τους τρακτερόδρομους θα χαθείς, με προειδοποιεί ο Βασίλης. Κι εγώ, αν δεν υπάρχει αντίρρηση, πετιέται ο Γιώργος Μιχαηλίδης, ο δασολόγος. Τι αντίρρηση; ο άνθρωπος είναι δασολογική εγκυκλοπαίδεια. Λαχείο, δηλαδή!


Κατεβαίνουμε στο Στραβόρεμα, αρχής γενομένης από το πλάτωμα που δέχεται τους καλοκαιρινούς επισκέπτες. Πέτρινα μονοπάτια, ξύλινα γεφύρια, πάγκοι, κιόσκια...

 

Εδώ οι τεχνίτες του Δασικού Χωριού δίνουν ρέστα. Μια αισθητική και μια λειτουργικότητα που θέλει πολύ ταλέντο και μεράκι για να την πετύχεις χωρίς να προσβάλλεις αυτό το ανεπανάληπτης γοητείας φυσικό περιβάλλον. Το μόνο πρόβλημα είναι πολλοί από τους συνέλληνες που φιλοξενούμε, λένε οι συνοδοιπόροι μου. Μαγκιά και ωχαδερφισμός ίσον ηχορύπανση και σκουπίδια. Και παρ’ ότι έχουμε τοποθετήσει παντού κάδους, αδερφέ, κάθε που φεύγουνε οι βάρβαροι κατεβαίνουμε για αποκομιδή προκειμένου να επαναφέρουμε το χώρο στην προτεραία. Και πολλοί απ' αυτούς, που λες, πλακώνουν με λουσάτα αυτοκίνητα, με πανάχρηστα εκδρομικά αξεσουάρ και με πολύ τουπέ. Και αξιώσεις. Θέλω αυτό και θέλω εκείνο. Τη στιγμή μάλιστα που δεν πληρώνουν δεκάρα.

 

- Ούτε για τα δωμάτια του ξενώνα;

- Ούτε! Όλα εδώ είναι φιλοξενία. Βλέπεις αυτό το ξύλινο; τουαλέτα είναι, κι αν μπεις μέσα θα δεις πως είναι πεντακάθαρη. Κι όμως, όταν φεύγουν αφήνουν τον ύπαιθρο χώρο γεμάτο σκατά. Τι να πεις! Καφρίλα, αδερφέ!


Καφεκίτρινες οξιές, λευκόκορμες σημύδες και βαθυκόκκινες κερασιές. Δρύες και καστανιές. Ερυθρελάτη. Δασική και μαύρη πεύκη. Κέδροι και λεύκες, γαύροι και σμέουρα, καρυδιές και φιλύρες. Ονόματα γνωστά κι ονόματα πρωτάκουστα. Μια πανδαισία μορφών και χρωμάτων.

 

Αφήνουμε το τζιπ και περπατάμε κατά μήκος του Στραβορέματος. Δεν το βλέπουμε. Η κοίτη του είναι βαθιά, στο φαράγγι με τα κατάφυτα πρανή που έχει σκάψει με τη ροή του ανά τους αιώνες. Τη μουσική του ακούμε μόνο.


Το δάσος της Ελατιάς, το Καράντερε δηλαδή, είναι σχετικά νέο, λένε οι συνοδοιπόροι μου. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 'σαράντα έδρευαν εδώ καμιά τριανταριά τσελιγκάτα Σαρακατσάνων. Τσομπαναραίοι οι άνθρωποι, είχαν ανάγκη από βοσκοτόπια για τα ζα τους κι ως εκ τούτου, συχνά πυκνά αποψίλωναν την περιοχή (διά της πυράς, φυσικά!) ώστε να φυτρώνει το πολύτιμο χορτάρι τους. Ακόμα και στις μέρες μας συγκεντρώνονται δω για το ετήσιο "αντάμωμά" τους. Σούβλες, κλαρίνα, χοροί και τα τοιαύτα. Με την οριστική αποχώρηση των τσελιγκάτων πάντως, το δάσος, ή μάλλον τα δάση της περιοχής φούντωσαν κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα, σήμερα το δασικό σύμπλεγμα της Ελατιάς να είναι το μεγαλύτερο και πλουσιότερο σε ποικιλία ειδών, στην Ελλάδα.


Το σημείο απ’ όπου αποφασίζουν (και για λογαριασμό μου) να κατέβουμε στο ρέμα είναι ένα απότομο (μα πολύ απότομο) πρανές από σάρες. Είστε σίγουροι; Μην ανησυχείς, παιχνιδάκι είναι. Ρε παιδιά, είμαι φορτωμένος με δυο μηχανές, ένα τριπόδι και μια βαλίτσα με τα συμπαρομαρτούντα! Ντάξει, μωρέ, θα τα καταφέρεις, εσύ ‘σαι παπαράτσι. Τι να πω; για ένα φιλότιμο ζούμε!

 

Κι αρχίζω ν’ ακροβατώ ζωσμένος με το πολύτιμο φορτίο μου και την ψυχή στα δόντια. Κι οι σάρες να υποχωρούν κάθε τόσο κάτω απ τ’ άρβυλά μου, να κατεβαίνουν με ορμή το πρανές, να περνούν ξυστά και με δολοφονικές διαθέσεις δίπλα απ τον Γιώργο και τον Βασίλη που προηγούνται, για να καταλήξουν μ’ ένα μπλαφ κάτω, στο Στραβόρεμα. Φτάνω κάτω αποφασισμένος να μην ξανανέβω ποτέ. Αλλά η γόησσα Φύση σε κάνει να τα ξεχνάς όλ’ αυτά ατάκα κι επιτοπίως. Κι ο μικρός καταρράκτης με τις κρυστάλλινες βάθρες του μας καθηλώνει. Κι ο ζουρλός Βασίλης θέλει καλά και σώνει να φωτογραφηθεί από κάτω του. Μπρρ, και μόνο που τον βλέπω κρυώνω!


Η ανεβασιά είναι χειρότερη. Κάτι σαν θρίλερ. Αλλά όχι αραχτός μπροστά στην οθόνη. Στην πραγματικότητα. Τα εκφραστικά μου μέσα είναι φτωχά για να την περιγράψω. Πάντως, φτάνω κάποτε πάνω στο δρόμο (τελευταίος, φυσικά) χωρίς να χρειαστούν ελικόπτερα και σωστικά συνεργεία. (Αλλά, η γόησσα Φύση, που λέγαμε, σε κάνει να τα ξεχνάς όλ’ αυτά...)


Δηλαδή, εκείνο που ξεχνάς δεν είναι η εμπειρία καθεαυτή. Απλώς, η αδρεναλίνη σου επανέρχεται στα ίσα της και σου μένει η γλυκιά ανάμνηση της περιπέτειας.

 

Ο Βασίλης μου συστήνει τον επικεφαλής του εργοταξίου, τον υπεύθυνο, και, κατά κάποιο τρόπο, δημιουργό του Δασικού Χωριού. Κώστας Κοβλακάς, δασολόγος. Χαίρω πολύ.

 

Μου φάνηκε δύσκολος στην αρχή και ολίγον απρόσιτος. Μέχρι που του είπα ότι δεν είμαι δημοσιογράφος, ότι είμαι απλώς ένα σύνηθες ψώνιο σε σχέση με ότι καταπιάνομαι αρκεί να είναι δική μου επιλογή. Φαίνεται πως μίλησα με τους κώδικές του και γι αυτό με πήρε με καλό μάτι. Έβγαλα το μαγνητοφωνάκι από την τσέπη. Λαλίστατος και παθιασμένος με τη δουλειά του. Η Ελατιά είναι η ζωή του. Το δάσος είναι το σπίτι και το έργο του. Τίποτα πάνω του δε θυμίζει δημόσιο υπάλληλο. Αναπαλλοτρίωτος. Τον πάω.


Κατ’ αρχάς θά ‘θελα ν’ ακούσω για την ερυθρελάτη για την οποία τρέφω μια ιδιαίτερη αδυναμία, του λέω.

 

"... Είναι από τα πιο σημαντικά δασοπονικά είδη της Μεσευρώπης και της βόρειας Ευρώπης", μου απαντά, "είναι ταχυανθέστατη κι επομένως δίνει σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα μεγάλες ποσότητες προϊόντων. Στην Ελλάδα, και μάλιστα εδώ, στην περιοχή της Δράμας, είναι το νοτιότερο σημείο της εξάπλωσής της. Δημιουργεί συγκροτημένα δάση και μάλιστα πολύ παραγωγικά. Είναι καλλίκορμη κι ευθυτενής, και συνεπώς δεν έχει περιττό όγκο. Γι αυτό και ως ξυλεία είναι όλη χρήσιμη. Και κάνει για όλες τις εφαρμογές".

 

Όπως για τις κολώνες της Δεή, ας πούμε.

 

"Μιας και αναφέρεσαι στους στύλους της ΔΕΗ, έχουμε δω τη δασική πεύκη που είναι ακόμα πιο κατάλληλη γι αυτή τη χρήση. Στην ευρύτερη περιοχή της Δράμας, και συγκεκριμένα σ’ αυτό το δασικό σύμπλεγμα της Ελατιάς, υπάρχει μεγάλη παραγωγή δασικής πεύκης που, όπως και η ερυθρελάτη, είναι ψυχρόβιο κωνοφόρο δέντρο. Το ένα τρίτο από τις κολώνες της ΔΕΗ και του ΟΤΕ, για παράδειγμα, παράγονται εδώ και προέρχονται από τη δασική πεύκη".


Ο Βασίλης μας πληροφορεί ότι η φασολάδα είναι έτοιμη και δεν είναι πρέπον να την καταβροχθίσουμε κρύα, πλην όμως, παρά την πείνα μου, προτιμώ να εξαντλήσω τον ανεξάντλητο κύριο Κοβλακά των Δασών. Και η σημύδα;


"Η σημύδα", λέει, "είναι ένα ασυνήθιστο, εντυπωσιακό είδος και μας ενδιαφέρει ως τέτοιο και όχι ως παραγωγή. Τα προϊόντα της είναι δευτερεύουσας σημασίας. Οι σπόροι της μεταφέρονται μακριά κι έχει την ιδιότητα να φύεται εύκολα και σε άγονα ακόμη μέρη, κι έτσι να καλύπτει εκτάσεις που αλλιώς θα έμεναν κενές. Τη βλέπουμε στα πρανή. Τη βλέπουμε και στους δρόμους δεξιά κι αριστερά, οπότε, καταλαβαίνεις, η παρουσία της δημιουργεί μια άλλη αισθητική αξία. Εδώ στην Ελατιά η ιδιογεωμορφολογία του εδάφους δίνει μεγάλη δυνατότητα παρουσίας πολλών ειδών. Εδώ πάνω, και μόνο σ' αυτήν την περιοχή που βρισκόμαστε, υπάρχουν χίλια επτακόσια δώδεκα φυτικά είδη χλωρίδας, πολλά απ τα οποία είναι πάρα πολύ σπάνια..."


Μιλήσαμε και για την πανίδα, μιλήσαμε και για το Δασικό Χωριό, μιλήσαμε για όλα. Γι αυτό και φάγαμε τη φασολάδα κρύα.


Το Δασικό χωριό είναι ιδιοκτησία της Δασικής Υπηρεσίας. Εδώ είναι η έδρα και οι εγκαταστάσεις της διοίκησης και της διαχείρισης των δασών της Ελατιάς. Αποτελείται από καμιά δεκαριά, ίσως και παραπάνω, καλόγουστα πέτρινα κτήρια: διοικητικά γραφεία, εντευκτήριο και μαγειρείο, αποθήκες, εργαστήρια, κοιτώνες του προσωπικού, φαρμακείο... Ως και ξενώνα για φιλοξενία διαθέτει.

 

Σχεδιάστηκε γύρω στο 1975 και άρχισε να λειτουργεί, πλήρως επανδρωμένο και εξοπλισμένο, το 1991. Απασχολεί δασολόγους, δασοπόνους, δασοφύλακες, τεχνίτες υλοτομίας, μαστοράντζα για τις μηχανολογικές επισκευές και για τη διαμόρφωση και συντήρηση του χώρου, οδηγούς, διοικητικούς υπάλληλους και βοηθητικό προσωπικό. Μια αυτάρκης δημιουργική μικροκοινωνία που αποβλέπει στην ορθολογική διαχείριση των δασικών προϊόντων και, συγχρόνως, στη διατήρηση και διαρκή αναβάθμιση του οικοσυστήματος.


Νύχτα. Κοντεύει δύο η ώρα. Βρίσκομαι στον ξενώνα της Ελατιάς, σ’ ένα τεράστιο δωμάτιο μόνος μου. Ανησυχώ γι αύριο, για το Φρακτό. Οι πληροφορίες σχετικά με τη διαδρομή και το χρόνο που χρειάζεται να πάω και να γυρίσω είναι αντιφατικές. Αύριο το πρωί φτάνει κι ο Χαμάλης απ τη Θεσσαλονίκη για να πάμε μαζί. Πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια θα βρεθούμε οι δυο μας, χωρίς τις γυναίκες μας.

 

Χαμάλης και Λούστρος. Επίθετα που τα εναλλάσσουμε ο ένας υπέρ του άλλου εδώ και τρεισήμισι δεκαετίες. Απ’ όταν κάναμε φαντάροι στα βουνά της Βροντούς. Προσοχή! Ανάπαυση! Χτυπώ, επαναχτυπώ, σπαθίζω, ντο! Εν δυο κάτωωω, εν δυο κάτωωω! Και τώρα στραβάδια ψιλό τροχαδάκι, ξύπνα ρε! Τα ονόματα Κώστας και Πάρις μας φαίνονται ξένα. Χαμάλης και Λούστρος. Λούστρος και Χαμάλης. Τελεία και παύλα. Κοντεύει τρεις η ώρα κι ακόμα να κοιμηθώ. Αφουγκράζομαι και τον παραμικρό θόρυβο της νύχτας. Οι άνθρωποι της πόλης έχουμε εκφυλιστεί. Η νύχτα στο δάσος μας τρομάζει.


Γειάσου ρε Χαμάλη! Γειάσου ρε Λούστρο! Έφτασε μ’ ένα τέσσερα επί τέσσερα φορτωμένο με ότι εκδρομικό περιείχε εδώ και αιώνες η αποθήκη του. Τι θα τα κάνεις όλ’ αυτά, ρε, εκστρατεία θα κάνουμε; Όχι. Είναι γιατί θέλω να νοιώθω όσο γίνεται πιο μακριά από τον πολιτισμό της τηλεόρασης.

 

Μαζί μας στο Φρακτό έρχεται και ο Γιώργος, ο δασολόγος του Δασικού, που ξέρει τα κατατόπια. Και όχι μόνο. Ξέρει τα πάντα περί το δάσος. Αυτό το ανθάκι είναι Κενταυρέα. Κι αυτό Δακτυλιόριζα. Το τρίτο, το κίτρινο, Λείριο της Ροδόπης. Τι είσαι συ, ρε παιδάκι μου!


Οδηγούμε με το Λούστρο εναλλάξ, ένα τέταρτο εσύ, ένα τέταρτο εγώ. Διότι το να οδηγείς το τέσσερα επί τέσσερα σ’ έναν τέτοιο δασικό χωματόδρομο είναι ο υπέρτατος ευδαιμονισμός για παιδιά μισού (και) αιώνα σαν το Λούστρο και το Χαμάλη. Σταματούμε κάθε τόσο, φωτογραφίζουμε, κατουράμε μεγαλοπρεπώς ατενίζοντας αφ υψηλού την απέραντη δασική κουρελού με τα ιμπρεσσιονιστικά χρώματα και αναπνέουμε Ελευθερία. Μετά από δύο περίπου ώρες φρενάρω μπροστά στην κατεβασμένη μπάρα. Έχετε άδεια; Έχουμε, νάτη. Διότι, το να μπεις στο Φρακτό χρειάζεται άδεια. Δεν είναι μπάτε σκύλοι κι αλέστε.


 

ΤΟ ΦΡΑΚΤΟ


Λέγεται Φρακτό γιατί είναι από τη φύση του απομονωμένο. Το ανάγλυφό του σημαδεύεται από απότομα πρανή και φαράγγια ενώ στα βόρειά του υψώνονται τα θεόρατα κατακόρυφα βράχια που αποτελούν την ψηλότερη κορφή του. 1953 μέτρα. Από κει και βορειότερα είναι Βουλγαρία.

 

Και γιατί το λέμε παρθένο; Γιατί η εξέλιξή του, εδώ και πεντακόσια χρόνια, ακολούθησε τους κανόνες της Φύσης και το δασικό οικοσύστημά του, αν εξαιρέσουμε ορισμένες ήπιες επεμβάσεις διαχειριστικού χαρακτήρα, δεν διαταράχτηκε σχεδόν καθόλου από τον άνθρωπο.

 

Ως παρθένο καταγράφηκε το 1979 ενώ το 1980, λόγω της μεγάλης φυτογεωγραφικής, οικολογικής και ιστορικής του αξίας, κηρύχτηκε διατηρητέο μνημείο της Φύσης. Σήμερα τελεί υπό καθεστώς απόλυτης προστασίας. Δεν επιτρέπεται καμιά άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα παρεκτός η επιστημονική έρευνα. Κοντολογίς το Φρακτό είναι ένα επιστημονικό εργαστήρι.

 

Τι λες, ρε μεγάλε, είμαστε μέσα σ’ έναν εθνικό θησαυρό, δηλαδή! Ακριβώς. Είναι το μοναδικό της χώρας και, στο είδος του, το σπουδαιότερο στην Ευρώπη. Για φαντάσου!


Προσπερνάμε τη μπάρα καθ’ όλα νόμιμοι και φτάνουμε στο πλάτωμα του υψώματος όπου και ο καταυλισμός του προσωπικού. Τέσσερα - πέντε καλαίσθητα κτίσματα εκ των οποίων το ένα είναι το εντευκτήριο. Το καψιμί, με διορθώνει ο Λούστρος.

 

Η ευτραφής και συμπαθεστάτη μαγείρισσα δε μας αντιλαμβάνεται αμέσως διότι ανταγωνίζεται, με όλη τη δύναμη των πνευμόνων της, την αοιδό που κάνει το τρανζιστοράκι της να τρίζει. Κι όταν κάποτε της γίνεται αισθητή η παρουσία μας, τα ροδομάγουλά της ερυθριάζουν έτι περισσότερο, σκουπίζει τις παλάμες στην ποδιά της και, τι θα πάρετε; γλυκάκι; καφεδάκι; πώς τον πίνετε;

 

Από πού είσαι; τη ρωτώ. Απ τη Δράμα. Και κάθε πότε πας; Α, σχεδόν ποτέ, μ’ αρέσει εδώ. Δεν σ’ ενοχλεί η ερημιά; Τι ερημιά; εδώ έχει πουλιά, έχει λουλούδια, έχει ζώα, τι ερημιά; μια χαρά είμαι!


Βασίλης Αντωνιάδης, δασολόγος. Υπεύθυνος για το Φρακτό. Μας βάζει τις φωνές γιατί δεν τον ειδοποιήσαμε έγκαιρα ώστε να ετοιμάσει τη φιλοξενία μας κατά πως αρμόζει στις αρχές του. Για φαντάσου! υπάρχουν ακόμη άνθρωποι με αρχές! Κι εγώ που νόμιζα ότι με το προτσές της παγκοσμιοποίησης των τζι εφτά όλες οι ανθρώπινες αξίες έχουν ευτελιστεί σε ιστορική σκουριά!

 

Απ ότι φαίνεται, η άγρια, παρθένα φύση και το οικοσύστημά της, συμβάλλουν τα μάλα στη διατήρηση, αν όχι και στην καλλιέργεια κάποιων τέτοιων αξιών που άλλως χάνονται στον αμοραλιστικό πολτό των αστικών κέντρων. Παρασύρθηκα πάλι. Για άλλα ξεκίνησα να γράφω.


Έναν ναι και όχι, λέω στη ροδομάγουλη και καθόμαστε απαξάπαντες στους πάγκους του ξύλινου τραπεζιού έξω απ το καψιμί.

 

Το Παρθένο Δάσος εκτείνεται σε 11.000 στρέμματα, μας πληροφορεί ο αναπαλλοτρίωτος Αντωνιάδης του Φρακτού. Έχει την ίδια χλωρίδα και την ίδια πανίδα με την Ελατιά μόνο που εδώ το μέρος ήταν απομονωμένο από ανέκαθεν και δεν ήταν δυνατή η εκμετάλλευσή του. Δεν υπήρχε πρόσβαση στο χώρο και γι αυτό ουσιαστικά αποτελεί σήμερα έναν παράδεισο για τους ερευνητές δασολόγους και γεωπόνους. Είναι ένα εργαστήρι της Φύσης. Και κοίταξε να γράψεις ότι εδώ η πρόσβαση ελέγχεται. Δεν κάνουμε πικ νίκ εδώ, έτσι; Καλά ντε, μην αρπάζεσαι, θα το γράψω.


Μας έφτιαξε ένα σκαρίφημα για το πού θα πάμε μέσα στο παρθένο χωρίς να χαθούμε. Το τέσσερα επί τέσσερα μας πήγε μέχρις ενός σημείου απ’ όπου και πήραμε την ατραπό. Ιδού, λοιπόν, ο πρώτος καταρράκτης! Έξοχα! Αργότερα η ίδια ατραπός θα μας βγάλει στα ερείπια κάποιου χωριού. Λιγότερο έξοχα (με τόσο φορτίο πάνω μου). Και πάλι στην ατραπό και, ιδού και ο δεύτερος καταρράκτης. Ουφ! Σε λίγο, κι άλλα ερείπια χωριού, κι ο ήλιος να γέρνει προς τη δύση του. Όπου, και διχάζεται το μονοπάτι. Ίσα πάει στον τρίτο καταρράκτη και δεξιά διατρέχει τη βουνοπλαγιά περιφερειακώς για να καταλήξει (θεωρητικά) στον δασικό, δύο χιλιάδες μέτρα, υπολογίζω, από κει που αφήσαμε το αυτοκίνητο.


Λοιπόν, σύντροφοι εν όπλοις, λέω να ανακρούσουμε πρύμνα ολοταχώς διότι ο ήλιος μας εγκαταλείπει στην τύχη μας (την οποία και προκαλούμε). Ο Γιώργος εξομολογείται την ακατανίκητη έλξη που ασκούν πάνω του οι καταρράκτες (το ξέρω απ το Στραβόρεμα) και, ως εκ τούτου... Ο Χαμάλης διχάζεται αλλά τελικά ακολουθεί τον δασολόγο. (Προδότη!). Ο Λούστρος, δηλαδή ο γράφων, παίρνει την δεξιά ατραπό. Πιο ασήμαντη και λιγότερο διακριτή από την προηγούμενη.

 

Λίγο γιατί έχω κάνει πρόσκοπος, λίγο γιατί έχω κάνει πεζικάριος, λίγο γιατί δεν συνάντησα στο (υποθετικό) μονοπάτι το συμπαθές τετράποδο ονόματι "Ροδόπη" για να πάθω συγκοπή, και λίγο γιατί διαθέτω μια γερή αίσθηση προσανατολισμού, κατάφερα να βγω στον πολυπόθητο δασικό. Κι από κει να περπατήσω μέχρι το παρκαρισμένο όχημα. Έχει κι ο τεχνολογικός πολιτισμός τα καλά του, δε λέω.


Άρχισε να σκοτεινιάζει κι ακόμα να φανούν. Αρχίζω να φωνάζω κι η φωνή μου να γυρίζει πίσω άγονη. Αρχίζω να κορνάρω και να τρομάζω τα πουλιά και τ’ άλλα κρυμμένα ζώα που δε μου φταιν’ σε τίποτα. Αρχίζω να τρομάζω κι εγώ. Ώσπου, λίγο πριν απ την απελπισία, νομίζω πως άκουσα ένα "Χαμάληηη". Αντιγύρισα ένα "Λούστροοο". Και ηρέμησα.


Πιείτε ένα ποτήρι, ρε παιδιά, πάρτε έναν μεζέ, επιμένει ο Αντωνιάδης. Αδύνατον, πρέπει να οδηγήσουμε μεσ' τη νύχτα ένα δίωρο και βάλε, μέχρι την Ελατιά. Αλλά κάθε τόσο, όλο και κάτι μας φέρνει η ροδομάγουλη. Μέχρι και κόκκινο κρασί. Η κουβέντα έχει φτάσει στην δασοπυρόσβεση. Ο Αντωνιάδης μας εξηγεί με στέρεα λογικά επιχειρήματα τα, αυτονόητα εν τέλει, πλεονεκτήματα της δασοπυρόσβεσης από το ίδιο το προσωπικό της δασικής υπηρεσίας (σε σχέση με τις αντλίες που, λογικό είναι, να έχουν σχεδιαστεί για κει που υπάρχουν δρόμοι). Φεύγοντας ήμουν πεισμένος πως οι άνθρωποι των δασών φροντίζουν, αφανώς και αγόγγυστα, για την ίδια την ύπαρξή μας. Χωρίς να το ξέρουμε και, συνεπώς, χωρίς να το εκτιμούμε δεόντως.


Η "ΡΟΔΟΠΗ"


Η Μετεό μας τό ‘πε τηλεφωνικώς από χτες: καιρός άστατος, ομίχλη και πιθανές βροχοπτώσεις. Και μπορεί οι πλόες να μην απαγορεύτηκαν, απαγορεύτηκε όμως ντε φάκτο η φωτογράφηση.

 

Είμαστε λοιπόν στο καψιμί και κάνουμε κουβέντα περί την "Ροδόπη". Έχω απέναντί μου τον ακτιβίστα δασολόγο Γιάννη Ισαάκ που, μαζί με τον συνακτιβίστα του δασοπόνο Θάνο Τράγο, έχουν θέσει υπό έλεγχο τις κινήσεις της. Μέλη και οι δύο του "Αρκτούρου".


Και πώς την εντοπίσατε, δηλαδή; Κατ ‘αρχάς εκτιμήσαμε πως το φυσικό περιβάλλον εδώ είναι ιδεώδες ως ένας ζωτικός χώρος που θα της επέτρεπε ν' αναπτυχτεί. Τα θηράματα θέλουν νερό, τροφή και καταφύγιο, κι εδώ τα βρίσκουν ολ' αυτά.

 

Επίσης, από τα ίχνη που αφήνει: περιττώματα, πατημασιές, σημεία ανάπαυσης, τέτοια πράγματα. Τοποθετήσαμε, λοιπόν, ειδικές κάμερες με φωτοκύτταρα στα πιθανά περάσματά της κι έτσι την εντοπίσαμε, κι αυτήν και τα δυο μικρά της που την ακολουθούν παντού. Αυτό βέβαια δεν έγινε από τη μια στιγμή στην άλλη. Χρειάστηκε πολύς χρόνος, υπομονή κι επιμονή.


Κι αφού βεβαιώθηκαν για τα περάσματά της, δημιούργησαν έναν γαστριμαργικά ελκυστικό για τη Ροδόπη χώρο (με λαχταριστά φρούτα και λαχανικά) πάνω από μια παγίδα με παραλλαγή εδάφους. Η παγίδα διέθετε κι έναν πομπό που θα τους ειδοποιούσε στην περίπτωση που το (ανώδυνο και αβλαβές) συρματόσκοινο θα είχε τυλιχτεί γύρω από το πόδι της. Έτσι κι έγινε.

 

Μόλις πήραν το σήμα έτρεξαν με το σκληροτράχηλο Νίβα τους, συνοδευόμενοι και από την εξεπιτούτου προετοιμασμένη κτηνίατρο. Κι όταν έφτασαν, γύρω από την απορημένη Ροδόπη περιφέρονταν, απορημένα κι αυτά, τα δυο μικρά της. Η κτηνίατρος εκτόξευσε τη νάρκωση με φυσοκάλαμο από μια απόσταση πεντ’ έξι μέτρων. Μέσα σε λιγότερο από ένα λεπτό το ζώο βρισκόταν σε κατάσταση ελαφριάς νάρκης ενώ τα μωρά της πήγαν και κρύφτηκαν κάπου εκεί γύρω. Ο Γιάννης και ο Θάνος της πέρασαν το ειδικό κολάρο με τον πομπό, την αποδέσμευσαν από το συρματόσκοινο και η κτηνίατρος της έμπηξε τη βελόνα της απονάρκωσης για ν’ αναλάβει σε χρόνο τόσο, όσο χρειάζονταν για ν’ απομακρυνθούν. Από τότε παρακολουθούν και καταγράφουν νυχθημερόν τις κινήσεις της εξ αποστάσεως.


Απ αυτές τις καταγραφές συγκεντρώνουμε πάρα πολλά στοιχεία για τη ζωή της αρκούδας στη χώρα μας, λέει. Ο "Αρκτούρος" έχει συμβάλλει πολύ στη διατήρησή της ως είδος. Ενώ πριν από μερικά χρόνια ήταν υπό εξαφάνιση, σήμερα ο πληθυσμός της έχει σχεδόν διπλασιαστεί. Εδώ, στην περιοχή της ελληνικής Ροδόπης, για παράδειγμα, τις υπολογίζουμε σε καμιά τριανταριά άτομα ενώ σ ‘όλο τον ελλαδικό χώρο υπολογίζονται γύρω στα εκατόν πενήντα. Συνεχώς εξαπλώνεται.

 

Είναι επικίνδυνη για τον άνθρωπο; Όχι. Αυτή είναι μια προκατάληψη που καλλιέργησε ο άνθρωπος, ο μόνος εχθρός της αρκούδας. Η αρκούδα φοβάται τον άνθρωπο και γι αυτό κρύβεται μόλις αντιληφθεί την παρουσία του. `Έχει παρατηρηθεί πως μπορεί να τον αντιληφθεί από δυόμισι χιλιόμετρα απόσταση. Μα δεν κάνει ζημιά στην κτηνοτροφία;


Κοίταξε, η αρκούδα τρέφεται κυρίως με φρούτα, λαχανικά, μέλι και μυρμήγκια. Κι όταν το απόθεμα πρωτεϊνών στον οργανισμό της δεν είναι επαρκές για τη χειμέρια νάρκη της, τότε και μόνο τότε, τρώει και μικρά θηλαστικά. Έχει παρατηρηθεί και η σπάνια περίπτωση επίθεσης και σε μεγαλύτερα ζώα, αλλά αυτό συμβαίνει περισσότερο για την προστασία των μικρών της.

 

Γεννά δύο κάθε πέντε χρόνια τα οποία και ανεξαρτητοποιούνται όταν πρόκειται να ξαναζευγαρώσει. Συμφωνώ, οι αγρότες κι οι κτηνοτρόφοι έχουν τα δίκια τους που διαμαρτύρονται για τις όποιες φθορές τους προκαλεί η αρκούδα. Αν όμως η πολιτεία τους αποζημίωνε ικανοποιητικά, άνθρωποι και ζώα θα συνυπήρχαμε αρμονικά.


Και γιατί μόνο για την αρκούδα..; Όχι μόνο για την αρκούδα. Αυτή είναι μια εσφαλμένη εντύπωση. Μας ενδιαφέρει και η προστασία των λύκων, των αλεπούδων, των αγριοκάτσικων, των...

... Των ζαρκαδιών, των ελαφιών, των αγριόχοιρων, των ασβών, των αγριόγατων, προσθέτω τώρα εγώ (προ-κειμένου και εκ των υστέρων) για να συμπληρώσω το χάρτη της πανίδας του όρους Ροδόπη... του χρυσαετού, της αγριόκοτας, του μπούφου, της πέρδικας, του αγρόκυκνου, της σταχτόχηνας...


Υ-ΔΡΑΜΑ


Ο Χαμάλης πάει μπροστά κι εγώ πίσω γιατί η βελόνα του ρεζερβουάρ μου έχει χτυπήσει κόκκινο. Μπορεί να τό ‘χα φουλάρει στη Δράμα πριν ξεκινήσω το οδοιπορικό αλλά κανείς δε μού ‘πε ότι στα 70 χιλιόμετρα που τη χωρίζει απ την Ελατιά δεν υπάρχει ούτε δείγμα βενζινάδικου. Και τώρα γυρίζω με τη δική μου βελόνα, της αδρεναλίνης, νά ‘χει χτυπήσει πλαφόν.


Τού ‘χω μιλήσει τόσες φορές και με τόσο έρωτα για τη Δράμα που, δεν καταλαβαίνω τι της βρίσκεις, μου λέει, πέρα από το φεστιβάλ ελληνικών ταινιών μικρού μήκους... Άκου, φίλε, το φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους είναι ένα αξεπέραστο πολιτιστικό επίτευγμα των λίγων ρομαντικών που διαθέτει αυτή η χώρα. Όμοιό του στην Ελλάδα δεν υπάρχει. Ανάδελφο, σου λέω!


Μα η Θεσσαλονίκη...; Τώρα πια το φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης είναι ένα ετήσιο "δρώμενο" (!) που θέλει να είναι διεθνές και γκλαμουριάρικο. Μου θυμίζει, σε μεγαλογραφία, τον νεοέλληνα που απόχτησε κινητό και φλυαρεί μεγαλοφώνως όπου κι αν βρίσκεται για το κοιτάχτε με. Τώρα, πού κολλάει αυτό; Δεν ξέρω, απλώς ήθελα να το εξωτερικεύσω.

 

Για το φεστιβάλ, τώρα. Θα σου πω μόνο αυτό: Στη Δράμα μπουμπουκιάζει ο ελληνικός κινηματογράφος. Στη Θεσσαλονίκη μαραίνεται.


Ιδού, λοιπόν, τα Νερά της Αγίας Βαρβάρας, ιδού το Ύδραμα που σού ‘λεγα. Μένει κάγκελο ο Λούστρος. Τέτοιο πράγμα στη Δράμα, ρε Χαμάλη, αν δεν τό ‘βλεπα δε θα το πίστευα! Εξ όσων είμαι σε θέση να γνωρίζω, είναι το ωραιότερο πάρκο στη χώρα μας και το ακριβότερο, ίσως, στολίδι της Δράμας, του λέω. Κάπου, μάλιστα, έχω ακούσει ότι στο Ύδραμα χρωστά και τ’ όνομά της. Ύδραμα - Δράμα.


Πάντως, χωρίς αυτά τα νερά η Δράμα θα ήταν λιγότερο πλούσια σε κάλλος. Αναβλύζουν σ’ αυτό ακριβώς το σημείο και σχηματίζουν όλες αυτές τις λίμνες και τους μικρούς καταρράκτες που βλέπεις. Εξήντα, περίπου, στρέμματα επίγειος Παράδεισος (λες και υπάρχει και υπέργειος).


Μια ορισμένη φθινοπωρινή εβδομάδα κάθε χρόνου, η κάθε μέρα μου ξεκινά από δω με απανωτούς γλυκούς φραπέδες και τους εμβόλιμους ναι και όχι τούρκικους. Μιλώ με τους κύκνους, μιλώ μ’ αυτά τα αιωνόβια δέντρα, μιλώ με τις πολυώροφες καπναποθήκες του μεσοπολέμου που καθρεφτίζονται στα πάντα κρυστάλλινα νερά της λίμνης, μιλώ με μια γωνιά ελληνικής γης όπου η λέξη πατρίδα αποχτά νόημα. Αυτά μέχρι το μεσημέρι. Για να συνεχίσει η μέρα μου στη σκοτεινή αίθουσα προβολής του φεστιβάλ και να τελειώσει αργά τη νύχτα στο Μύλο, τον υπέροχο μουσουλμανικής αρχιτεκτονικής και εξόχως διατηρημένο με όλα του τα μηχανήματα νερόμυλο, όπου και θα καταναλώσω τα ολίγα οινοπνευματώδη μου.


Τον περιέφερα στην παλιά πόλη για να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι πως πολλές φορές διατρέχουμε σβουριχτοί τις μικρές πόλεις, από τις κεντρικές τους λεωφόρους, χωρίς καν να υποψιαζόμαστε τους αρχιτεκτονικούς θησαυρούς που κρύβουν. Παλιά αρχοντικά αλλά και απλά μονώροφα δίπλα στα ερείπια του βυζαντινού τείχους, λιθόστρωτα δρομάκια και λουλούδια παντού... Φυσικά κι έχω πολλά να πω και να γράψω για τη Δράμα, μόνο που για να χωρέσουν πρέπει να έχουν το δικό τους αυτόνομο χώρο.

 


Πεινάσαμε, και το φρέσκο ψάρι, οι ψητές γαρίδες, τα τηγανητά μύδια και οι ψητές πατάτες στην ταβέρνα του Γιώργου, πάνω στα Νερά, μας περιμένουν. Ίσως και να μας περιμένει ήδη και η Ρίτσα, η ειδική γραμματέας και ψυχή του φεστιβάλ για να πάμε μετά όλοι μαζί στους Φιλίππους.

Ελλάδα ανεξάντλητη! Και ανεξίτηλη στα έσω ορισμένων από μας.


Για περισσότερες φωτογραφίες:

Φωτογραφίες Ταξιδιών | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν