ΠΑΚΙΣΤΑΝ 2 - ΣΚΑΡΝΤΟΥ, ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ

Front Picture: 

Οφείλω να το ομολογήσω: Δεν είχα προετοιμαστεί για τέτοιο υπερθέαμα ούτε για τέτοιας έντασης ψυχικό κραδασμό. Κι εδώ που τα λέμε, όσες περιγραφές κι αν  διαβάσεις πριν έρθεις, όσα σχετικά ντοκυμανταίρ κι αν παρακολουθήσεις, πώς θα μπορούσαν ποτέ να σου μεταδώσουν την αίσθηση του δέους που δοκιμάζεις όταν ζεις την εμπειρία σε πρώτο πρόσωπο;

 

Της ΙσαβέλλαςΜπερτράν

Φώτο: Κώστας Ζυρίνης – Ισαβέλλα Μπερτράν

 

Το ταξίδι στο Πακιστάν πραγματοποιήθηκε τον Μάη του 2016

 


 

Προηγείται: ΠΑΚΙΣΤΑΝ 1 - ΙΣΛΑΜΑΜΠΑΝΤ, ΔΑΜΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΦΟΒΟ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν 

 

Πετάμε πάνω από τις κορυφές των Ιμαλαϊων. Ή μάλλον όχι, λάθος, δεν πετάμε από πάνω, πετάμε ανάμεσά τους. Αν γινόταν να βγάλω το χέρι μου έξω από το παράθυρο του αεροπλάνου θα μπορούσα σχεδόν να τις ακουμπήσω. Πράγμα που σημαίνει ότι αρκεί ένα τόσο δα λαθάκι του πιλότου, ένα απειροελάχιστο λοξοδρόμισμα, για να ξύσει το φτερό μας πάνω σε κάποιον απ’ αυτούς τους οδοντωτούς ογκόλιθους και να συντριβούμε στις χιονισμένες πλαγιές τους.  

 


 

Τώρα καταλαβαίνω γιατί η πτήση αυτή πραγματοποιείται μόνο με ανέφελο καιρό. Πετάμε υποχρεωτικά a vista, ήτοι χωρίς όργανα, παρά μόνο με τα μάτια του κυβερνήτη που πρέπει να χαίρει τέλειας ορατότητας για να μην υποπέσει σε κάποιο μοιραίο σφάλμα.

 

Μα τέτοιες στιγμές δεν υπάρχει χώρος για φόβο, παρά μόνο για έκσταση και θαυμασμό.

 

Να και το Nanga Parbat, η ένατη από τις δεκατέσσερις κορφές του κόσμου πάνω από τα οκτώ χιλιάδες μέτρα, το βούνό που φέρει και το προσωνύμιο Φονιάς ή Ανθρωποφάγος, έχοντας καταπιεί διαχρονικά έναν στους πέντε ορειβάτες που επιχείρησαν να το κατακτήσουν, και σχεδόν τέσσερις στους πέντε πριν το 1990...

 

Η πορεία μας ακολουθεί την κοιλάδα του Ινδού. Έναν στενό διάδρομο ανάμεσα σε δυο οροσειρές.  Που στενεύει ακόμα περισσότερο τώρα που πήραμε στροφή ανατολικά πλησιάζοντας προς το Σκαρντού. Έτσι και προκύψει ανάγκη για κάποιον ελιγμό την βάψαμε!

 

Όλα πήγανε ρολόι. Προσγειωθήκαμε απαλά σαν πούπουλα και, παρά το υψόμετρο των δύο χιλιάδων διακοσίων μέτρων, το Σκαρντού μας υποδέχεται με θερμοκρασίες για κοντομάνικο.

 

Τσάι με θέα

 

Σε οποιαδήποτε χώρα της Δύσης, το προνόμιο του να διαμένεις σε κατάλυμα με θέα σαν κι αυτήν που απολαμβάνει το ξενοδοχείο του PTDC (πακιστανικού ΕΟΤ), θα κόστιζε σίγουρα κάποιες εκατοντάδες ευρώ και υποχρεωτική κράτηση κάμποσους μήνες πριν. Άσε που ανάλογη θέα δεν υφίσταται πουθενά αλλού στον κόσμο, αλλά λέμε τώρα…

 

Εμείς πάντως θα διανυκτερεύσουμε εδώ με εικοσιπέντε ευρώ το δίκλινο χάρη στον Ισάκ που τα κανόνισε όλα χωρίς να μας πει το παραμικρό και χωρίς, εννοείται, να πληρωθεί γι αυτές του τις υπηρεσίες. Κάτι σαν έκπληξη δηλαδή. Έστειλε μάλιστα τον Αμίρ, τον διευθυντή του ξενοδοχείου με τον οποίο είναι φίλοι από παλιά, να μας παραλάβει το πρωί στο αεροδρόμιο του Σκαρντού.

 

Κι έτσι βρεθήκαμε, χωρίς να κουνήσουμε το δακτυλάκι μας και πριν καν προλάβουμε έστω να το σκεφτούμε, να πίνουμε τσάι σαν Άγγλοι αποικιοκράτες καθισμένοι σε πολυθρόνες κήπου πάνω στο γκαζόν, με τον Ινδό να κυλάει νωχελικά στα πόδια μας και τα χιονισμένα Ιμαλάια να καθρεφτίζονται στα νερά του. 


 

Κι ενώ μέσα μου ευχαριστώ νοερά, αφενός τον Ισάκ για την πρωτοβουλία του, και αφετέρου την καλή μας τύχη που τον έφερε στο δρόμο μας, σε λίγο ο Αμίρ μας συστήνει εκείνον που θ’ αποδειχτεί το ακόμα μεγαλύτερο λαχείο αυτού του ταξιδιού.

 

 

Είναι ο άνθρωπος που, με μοναδική στωικότητα, χαμόγελο και καλοσύνη, θα μας περιφέρει επί δεκαπέντε μέρες με απόλυτη ασφάλεια σε κάποιους από τους πλέον κακοτράχαλους και επικίνδυνους δρόμους τους κόσμου.

 

 

Πρόκειται για τον οδηγό μας στο τιμόνι του 4χ4, ο καλύτερος οδηγός που είχαμε ποτέ σε ταξίδι (κατάφερε να εκτοπίσει ακόμα και τον Μάμυ από την Μαδαγασκάρη από την πρώτη θέση που κατείχε για δεκαπέντε χρόνια!), ο φίλος και φύλακας άγγελός μας στο Βόρειο Πακιστάν, ο αγαπημένος μας Κατζού. 

 

Ωστόσο την πρώτη μας μέρα στο Σκαρντού θα  την περάσουμε κυρίως ποδαράτοι, ήτοι με ελάχιστη χρήση αυτοκινήτου και περπάτημα στα πέριξ.



 


 

Αρχής γενομένης από έναν παρατεταμένο περίπατο κατά μήκος της κοίτης του Ινδού κάτω ακριβώς από το ξενοδοχείο μας.

 


 

Ανεβαίνοντας στο Karpocho 

 

Στον αντίποδα της προηγούμενης χαλαρωτικής βόλτας, η δεύτερη εξόρμηση της ημέρας απαιτεί αντίθετα μια όχι ευκαταφρόνητη κινητοποίηση δυνάμεων (για τα δικά μας τουλάχιστον δεδομένα που δεν είναι δα και σπουδαία) καθώς περιλαμβάνει μια απότομη ανάβαση για το κάστρο Karpocho που δεσπόζει τετρακόσια περίπου μέτρα ψηλά πάνω από την κοίτη του Ινδού.

 

Σωστή αετοφωλιά κουρνιασμένη σε μια προεξοχή σχεδόν κάθετων βράχων ιλιγγιώδους ύψους , η πορεία μας για εκεί είναι, κατά τον πετυχημένο νεολογισμό του φίλου μας του Παναγιώτη, «ανασοκοφτική» (κατά το αγγλικό breathtaking), και όχι μόνο ως αναφορά στην προσπάθεια που χρειάζεται να καταβάλουμε για να σκαρφαλώσουμε αλλά ακόμα περισσότερο για το θέαμα που αγκαλιάζει το βλέμμα μας.

 

Η πριονοκορδέλα των βουνών.

 

Ο Ινδός που φιδοσέρνεται.

 

Η καταπράσινη κοιλάδα του Σκαρντού με τις γεωμετρικές καλλιέργειες.

 

Ο εξηντατριά-χρονος Κατζού τρέχει μπροστά καβαλώντας τα βράχια σαν κατσίκι, ακολουθεί ο Ζυρ με σταθερό βηματισμό, και την πορεία κλείνουμε ασθμαίνοντας ο Παναγιώτης κι εγώ.

 

Ευτυχώς ο Κατζού κάθε τόσο κοντοστέκεται και μας περιμένει, με το χέρι βοηθείας προτεταμένο στα δύσκολα περάσματα, σαν πιστό σκυλί που έχει αναλάβει να οδηγήσει το κοπάδι με ασφάλεια.

 

Ρεζίλι γίναμε πάλι αλλά ας μην το κάνουμε θέμα!


 

Ουφ, φτάσαμε! Χτισμένο στα τέλη του 15ου αιώνα, συνδυάζοντας θιβετιανές ξυλοδεσιές και πέρσικα αρχιτεκτονικά στοιχεία, το κάστρο σήμερα παρακμάζει γλυκά, προσφέροντας το τέλειο φωτογραφικό σκηνικό με φόντο τα βουνά και τις βαθιές φωτοσκιάσεις του απογεύματος.

 


 

Μοναδική ανθρώπινη παρουσία, ένας τεχνίτης σε εργασίες συντήρησης του μνημείου και δυο ακόμα κάτοικοι της περιοχής που μάλλον συνηθίζουν ν’ ανεβαίνουν εδώ πάνω για να ρεμβάσουν λίγο πριν το δειλινό ανάμεσα στ’ αρχαία ερείπια.

 


 

Εξαιρώντας το λαχάνιασμα, η κατάβαση από το Karpocho δεν είναι απαραίτητα πιο εύκολη υπόθεση απ’ ό,τι η ανάβαση, ειδικά άμα έχεις γονατάκια σαν τα δικά μου.

 

Με την ψυχή στα ουράνια από την ομορφιά που έχω μόλις ρουφήξει,  αποφασίζω ωστόσο να κωφεύσω στις δίκαιες διαμαρτυρίες τους και να συνεχίσουμε τις βόλτες μας, στο ίσιωμα αυτή την φορά, μέσα από την πόλη του Σκαρντού.

 


 

Κάποια παλιά σπίτι, πολλά μαγαζάκια και κυρίως άνθρωποι που με τη συμπεριφορά τους επιβεβαιώνουν κι εδώ, στην μακρινή επαρχία, αυτό που ήδη εισπράξαμε στην Ισλαμαμπαντ: Είμαστε παντού ευπρόσδεκτοι.

 

 


 

Με χαμόγελο, με περιέργεια, κάποιες φορές και με έκπληξη ως οι μοναδικοί ξένοι που περιφερόμαστε στην πόλη, αλλά πάντως καλοδεχούμενοι. Τι ωραιότερο συναίσθημα απ’ αυτό, για να κλείσει γλυκά η πρώτη μέρα στη σκιά των Ιμαλαϊων;

 


 

Ο δρόμος για το Χαπλού

 

Αιώνες πριν από σήμερα, τότε που το σεργιάνι των ανθρώπων σε τούτα δω τα μέρη περιοριζόταν εκ των πραγμάτων από το περίπου απροσπέλαστο φράγμα των βουνών, στα Ιμαλάια άνθισαν δεκάδες απομονωμένα τοπικά βασίλεια.

 

Πώς λέμε κάθε λιμάνι και καημός; Ε, εδώ λοιπόν ισχύει όπου ηγεμόνας και το φέουδό του. Ή αλλιώς, κάθε κοιλάδα και το βασίλειό της.  Μια τέτοια κοιλάδα-πρώην βασίλειο είναι και το Χαπλού όπου εκδράμουμε σήμερα.

 

Μα ποιος να νοιαστεί τούτη την ώρα για τον τελικό προορισμό, όταν έξω από τα παράθυρά μας παρελαύνουν  τέτοιες συναρπαστικές εικόνες! Κι άντε τώρα να επιλέξεις πού να πρωτοσταθείς και πού να κάνεις την καρδιά σου πέτρα και να προσπεράσεις, μην και ξεφτιλιστείς (κι άλλο) ζητώντας από τον Κατζού να σταματήσει ξανά και ξανά για δωδέκατη φορά μέσα στο πρώτο ημίωρο της διαδρομής.

 

Ογκόλιθοι γυμνοί και ογκόλιθοι χιονισμένοι.

 

Τιτάνες και Γίγαντες.

 

Κι εμείς πιο ασήμαντοι κι από ένα σπυρί σιτάρι, έτοιμοι να συνθλιβούμε ανά πάσα στιγμή ανάμεσα στις δυο μυλόπετρες.

 

Δεν πρόκειται για σχήμα λόγου. Γεωλογικά μιλώντας, τα Ιμαλάια διανύουν ακόμα την εφηβεία τους πράγμα που σημαίνει ότι η διάπλασή τους συνεχίζεται (εξακολουθούν να ψηλώνουν κάτι πόντους κάθε χρόνο!), εξ’ου και η απερίγραπτα γοητευτική αγριάδα τους.

 

Μα αυτή ακριβώς η νεανικότητα, ταραχώδης και ορμητική όπως  συνήθως χαρακτηρίζεται, εκδηλώνεται ενίοτε και βίαια, με πλείστους όσους σεισμούς, πλημμύρες και κατολισθήσεις ως μέρος του φυσικού κύκλου.

 

Ουαί κι αλίμονο λοιπόν αν τύχει και βρεθείς στο λάθος μέρος την λάθος στιγμή.

 

Βέβαια, οι συνθήκες αυτές δεν αφορούν ειδικά το Πακιστάν αλλά γενικότερα όλη την περιοχή των Ιμαλαϊων, ήτοι Βόρεια Ινδία, Νεπάλ και Θιβέτ. Το Πακιστάν ωστόσο πλεονεκτεί στο εξής: Πουθενά αλλού όσο εδώ δεν είναι τόσο εύκολα προσβάσιμα τα Ιμαλάια για μη ορειβάτες.

 

Παρέα μας και σήμερα ο Ινδός ποταμός που αναπλέουμε ακολουθώντας τον δρόμο μέσα στην κοιλάδα του, με την πυξίδα να δείχνει αποφασιστικά ανατολικά.


 

Eκεί δηλαδή όπου φωλιάζει ο μέγας οχθρός του πακιστανικού έθνους, η μισητή Ινδία. 



 

Να οφείλεται άραγε στην εγγύτητα των συνόρων η αυξημένη παρουσία μπλόκων και ένστολων που παρατηρούμε στο δρόμο;

 

Ο Αμίρ, που με δική του πρωτοβουλία  μας συνοδεύει στη σημερινή βόλτα, εξηγεί διαφορετικά το φαινόμενο.

 

Η πακιστανική κυβέρνηση έχει, λέει, μεγάλη έγνοια για την ασφάλεια των λιγοστών ξένων που αποτολμούν να ταξιδέψουν ως εδώ.

 

Αν συμβεί το παραμικρό παρατράγουδο θα δινόταν αυτόματα νέα τροφή για μαύρη προπαγάνδα και το τελειωτικό ίσως χτύπημα στον έτσι κι αλλιώς αναιμικό τουρισμό.

 

Κι αυτό είναι κάτι που θέλει πάση θυσία ν’ αποφύγει.

 

Κι εμείς εδώ που τα λέμε το ίδιο ακριβώς επιθυμούμε!


 

Στοπ, στοπ, Κατζού, στοπ, πλιζ, ΣΤΟΠ! Ε αυτό δεν το χάνω με τίποτε! Το πρώτο μας πακιστανικό φορτηγό!

 

Δεν πρόλαβε καλά καλά να σταθεί το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου και τρεις αλλόφρονες Έλληνες έχουν ήδη πεταχτεί έξω πυροβολώντας κατά ριπάς τα κλικ πάνω στο όχημα που πλησιάζει αργά στολισμένο σαν λαντέρνα.

 

Ο Κατζού και ο Αμίρ έχουν λυθεί στα γέλια, και με το δίκιο τους. Δεν είναι μόνο που το θέαμα των φορτηγών-υπερπαραγωγή τους είναι εξαιρετικά οικείο, είναι και που γνωρίζουν ότι κατά τη διαδρομή μας τις προσεχείς ημέρες πρόκειται να  πήξει το μάτι μας στις πολύχρωμες νταλίκες που αυτή τη στιγμή νομίζουμε ως κάτι σπάνιο, αν όχι και μοναδικό.

 

Κοινώς, καταγραφτήκαμε ως νούμερα, μα δεν βαριέσαι... Μήπως και θα είναι η πρώτη φορά;


 

Δεν ξέρουμε τι να πρωτοθαυμάσουμε.

 

Ο Ινδός αλλού κυλάει ήρεμα ανάμεσα σε όχθες αμμουδερές και σχεδόν σε καλεί να μπεις να βουτήξεις στα γαλάζια νερά του …

 


 

… και αλλού χύνεται ορμητικός ανάμεσα σε κοτρώνια και κροκάλες, εκδοχή που προτιμούν οι γυναίκες για το πλύσιμο καθώς οι όχθες εδώ προσφέρονται και ως φυσικές απλώστρες για το στέγνωμα των ρούχων.

 


 

Στο μεταξύ μέσα στο αυτοκίνητο έχουμε στριμωχτεί για τα καλά. Στο τελευταίο μπλόκο μας κοτσάρανε έναν μπατσάκο για συνοδεία μέχρι το Χαπλού μετά από σχετική επιμονή του επικεφαλής.

 

Εντολές ανωτέρων, λέει. Για την ασφάλεια μας, λέει. Ε, άμα είναι γι αυτό, τι να κάνουμε, θα το υποστούμε.

 

Ευτυχώς σύντομα φτάνουμε στον προορισμό μας κι έτσι θα αραιώσουμε και πάλι.

 

Το παλατάκι του Χαπλού, τόπος διαμονής του τοπικού βασιλιά χτίστηκε στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα και είναι χάρμα οφθαλμών ούτως ή άλλως από μόνο του, πόσο μάλλον έτσι όπως φοντάρει στον καμβά των βουνών.

 


 

Ανακαινισμένο από το ίδρυμα Αγά Χαν για το οποίο θα μιλήσουμε εκτενέστερα σε άλλη ευκαιρία, συνδυάζει αρχιτεκτονικά στοιχεία από διάφορες περιοχές των Ιμαλαϊων, και ειδικότερα από το Θιβέτ, το Λαντάκ της Βόρειας Ινδίας αλλά και το πολύπαθο Κασμίρ.

 


 

Στο εσωτερικό του, την παράσταση κλέβει αναμφισβήτητα η αίθουσα αναψυχής, όχι μόνο για την πλούσια διακοσμημένη οροφή της και τα εκλεπτισμένα σκαλιστά παράθυρα μα πάνω απ’ όλα για την θέα που απολάμβαναν απ’ αυτά ο ιδιοκτήτης και οι εκάστοτε υψηλοί καλεσμένοι του. Καλά περνάνε οι πλούσιοι, δεν λέω, και μάλιστα ανεξαρτήτου εποχής και τόπου.

 


 

Το έτερο αξιοθέατο του Χαπλού, το ξύλινο τζαμί Τσακτσάν δεν είναι λέει επισκέψιμο από μη μουσουλμάνους. Καλά παιδιά, ο,τι πείτε. Κι απ’ έξω που το βλέπουμε, μια χαρά μας φτάνει. Δεν θα σκάσουμε κι όλας αν δεν το δούμε κι από μέσα.

 


 

Μα εκτός από το εσωτερικό του τζαμιού, εδώ μας κρύβονται και οι γυναίκες. Μόλις μας δούνε να πλησιάζουμε, και πριν καν σκεφτούμε να σηκώσουμε την φωτογραφική μηχανή στο μάτι, οι μαντίλες που σκεπάζουν τα κεφάλια  τραβιούνται με μια κίνηση έτσι που να καλύπτουν πλέον σχεδόν όλο το πρόσωπο.


 


 

Φτωχή λοιπόν από ανθρώπους η σημερινή φωτογραφική συγκομιδή. Ας ελπίσουμε ότι αύριο στο Σιγκάρ θα σταθούμε πιο τυχεροί.

 

Σιγκάρ

 

Θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε και δρόμο των ορειβατών, αφού απ’ αυτήν την κοιλάδα περνάνε υποχρεωτικά όσοι φιλοδοξούν να πατήσουν το άρβυλό τους πάνω στην δεύτερη ψηλότερη κορυφή του κόσμου, την φημισμένη Κ2.

 

Όσο για τις δικές μας φιλοδοξίες, αυτές είναι εξόχως πιο ταπεινές και περιορίζονται απλά στην διαδρομή μέχρι το χωριό Σιγκάρ με επιστροφή το βράδυ στο Σκαρντού.

 

 

Ακόμα κι έτσι πάντως,  εγώ δηλώνω ευτυχής έστω κι αν δεν αφήσω ποτέ το αποτύπωμά μου πάνω στην Κ2.

 

Τα τοπία και σήμερα εναλλάσσονται συνέχεια. Από κρεμαστές γέφυρες και ορεινές πλαγιές χαραγμένες με σχέδια αφηρημένης τέχνης

 


 

Μέχρι αμμόλοφους να φοντάρουν στην μαύρη πλάτη των βουνών

 


 

Χωρίς βεβαίως να ξεχνάμε τους γενναίους βοσκούς και τα κοπάδια τους που βαδίζουν αγέρωχα στη μέση του οδοστρώματος

 

 

Ώσπου, σε μια στροφή, μας αποκαλύπτεται ξαφνικά η καταπράσινη κοιλάδα του Σιγκάρ. Στοπ, στοπ, Κατζού, πλιζ στοπ!

 

 

Όπως στο Χαπλού, έτσι και στο Σιγκάρ η ξύλινη αρχιτεκτονική με τα έντονα θιβετιανά στοιχεία έχει την τιμητική της.

 

Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που αν ο Αμίρ δεν μας έλεγε «να το τζαμί Αμπουρίκ», αποκλείεται να αναγνώριζα από μόνη μου το μνημείο ως μουσουλμανικό. Από τι δηλαδή να το εντοπίσω ως τέτοιο;

 

Για δεύτερη φορά μετά το τζαμί Τσακτσάν, προσκρούουμε κι εδώ στην απαγόρευση εισόδου που ισχύει για τους άπιστους.

 

Και για μια ακόμη φορά ο περιορισμός αυτός ελάχιστα μας ενοχλεί δεδομένου ότι η αρχιτεκτονική ομορφιά και το ενδιαφέρον του κτίσματος εντοπίζεται κυρίως στο εξωτερικό του.

 


 

Λίγο πιο πέρα, το κάστρο του Σιγκάρ, χτισμένο κατά τον δέκατο έβδομο αιώνα ως έδρα του τοπικού ηγεμόνα, είναι επισκέψιμο μέσα κι έξω.

 

Όπως και το αντίστοιχο του Χαπλού, έχει αναστηλωθεί με χρηματοδότηση του ιδρύματος Αγά Χαν (ναι, το θυμάμαι ότι χρωστάω μια λεπτομερή εξήγηση περί του τι εστί Αγά Χαν), το οποίο μάλιστα έχει μετατρέψει μέρος του κάστρου σε (ακριβό) παραδοσιακό ξενώνα.  

 


 

Πρέπει πάντως να παραδεχτώ ότι αν το άντεχε η τσέπη μου καθόλου δεν θα με χάλαγε να περάσω ένα βράδυ εδώ.

 


 

Όσο δύσκολο είναι να βρεις έστω και μια γυναίκα πρόθυμη να σου κάτσει (φωτογραφικά εννοώ), τόσο εύκολα σου προσφέρονται οι άντρες.

 

 

 

Μ' αυτούς αντίθετα η μεγάλη δυσκολία είναι να μην ποζάρουν.

 

 

 

Εξ ου και η εφαρμογή ενίοτε φωτογραφικού αντάρτικου δια της μεθόδου του αιφνιδιασμού.

 

 

Κι όποιον πάρει ο χάρος (ο φακός εν προκειμένω)!


 

Όσο για πορτραίτο γένους θηλυκού, ούτε λόγους σε τούτα εδώ τα μέρη.

 


 


 

Στην καλύτερη περίπτωση να πιάσεις στο φτερό καμιά μαθητριούλα πριν προλάβει κι αυτή να κρύψει το πρόσωπό της.

 


 

Αλλιώς από γυναίκες, μόνο πλάτη.

 


 

Προς το μεσημέρι, παίρνουμε τον δρόμο της επιστροφής για το Σκαρντού.

 


 

Ευτυχώς η μέρα δεν τέλειωσε και υπάρχει ακόμα χρόνος για βόλτα. Αυτή τη φορά ο στόχος είναι κοντά, μόλις λίγα χιλιόμετρα στα νότια της πόλης.

 

Μια χωμάτινη διαδρομή οδηγεί στα δυο χιλιάδες εξακόσια μέτρα στην λίμνη Σαντπάρα που υδροδοτεί όλη την κοιλάδα.

 


 

Μια λέξη μονάχα: γαλήνη. Στις αποχρώσεις του τυρκουάζ.

 

Γαλήνη και οι Βούδες του όγδοου αιώνα, που διασώζονται σκαλιστοί πάνω στον βράχο Manthal Buddha, τρία χιλιόμετρα από τη λίμνη.

 

Εδώ η αξία δεν είναι τόσο σ’ αυτό που βλέπεις, όσο στην αίσθηση της ιστορικότητας που αποκομίζεις, με ρίζες που γυρίζουν πίσω στον χρόνο πολύ πριν την έλευση του Ισλάμ, τότε που σ’ αυτά τα βουνά ανθούσε ο Βουδισμός.

 

Αυτά τα βουνά θαυμάζω και πάλι, αδυνατώντας να ξεκολλήσω το βλέμμα μου από πάνω τους καθώς πίνουμε για τελευταία φορά το τσάι μας στον κήπο του ξενοδοχείου μας στο Σκαρντού.

 

Αύριο μας περιμένει ο δρόμος για το Γκιλγκιτ, σε μια διαδρομή πολιτογραφημένη ως μία από τις πλέον θεαματικές και επικίνδυνες του πλανήτη. Μα αυτή τη στιγμή, το αύριο φαντάζει πολύ μακριά μπροστά στην αιωνιότητα του τώρα.  

 


 

 

Για περισσότερες φωτογραφίες:

Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν | Πάμε γι' άλλα...

 

Διαβάστε επίσης:

ΠΑΚΙΣΤΑΝ 1 - ΙΣΛΑΜΑΜΠΑΝΤ, ΔΑΜΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΦΟΒΟ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν 

ΠΑΚΙΣΤΑΝ 2 - ΣΚΑΡΝΤΟΥ, ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν 

ΠΑΚΙΣΤΑΝ 3 – ΝΤΑΛΙΚΕΣ-ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΟΥΝΖΑ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

 

Δείτε το βίντεο του ταξιδιού:

ΠΑΚΙΣΤΑΝ, ON THE ROAD | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν 

 

Μελλοντικά θα ακολουθήσουν κι άλλες αναρτήσεις για το ταξίδι στο Πακιστάν. Για την Χούνζα, τα κάστρα της Καριμαμπάντ, την διαδρομή στα Καρακορούμ, την διάσχιση των Ιμαλαϊων μέχρι τον Ινδοκαύκασο και τα χωριά των Καλάς.