ΜΑΥΡΙΤΑΝΙΑ 2 – ΟΥΑΝΤΑΝ, ΟΜΟΡΦΗ ΣΑΝ ΟΠΤΑΣΙΑ

Front Picture: 

 

Πρέπει να έχεις πρώτα βουλιάξει στον αέναο κυματισμό της αμμοθάλασσας, λιώσει βαδίζοντας σε φλεγόμενες εκτάσεις σκασμένης γης, τυφλωθεί από τη λευκή αντανάκλαση των αλατοπεδίων,  διασχίσει ασάλευτα καρβουνιασμένα χιλιόμετρα, για να μπορέσεις να καταλάβεις, ή μάλλον να νοιώσεις μέχρι το μεδούλι, τι μπορεί να σημαίνει για τον νομάδα η θέα της όασης και η υπόσχεση του νερού. Ουαντάν, όμορφη σαν οπτασία.

 

Της ΙσαβέλλαςΜπερτράν

Φώτο: Κώστας Ζυρίνης – Ισαβέλλα Μπερτράν

 

Το ταξίδι στη Μαυριτανία πραγματοποιήθηκε τον Φλεβάρη του 2014

 

Προηγείται: ΜΑΥΡΙΤΑΝΙΑ 1 – ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν 

 

Ένα απειροστό pixel μέσα στο «Μάτι της Αφρικής». Έτσι θα μας κατέγραψε ο δορυφόρος  αν έτυχε να σαρώνει την περιοχή όπου έχουμε στήσει το τσαρδί μας από χθες. Μια μη ανιχνεύσιμη ψηφίδα, χαμένη κάπου ανάμεσα σε εκατομμύρια πανομοιότυπες άλλες. Κάτι λιγότερο κι από αμοιβάδα στο μικροσκόπιο του σύμπαντος, να τι είμαστε!

 

Δεν ξέρω τι ονειρεύτηκα τη νύχτα, πάντως αυτή είναι η πρώτη μου σκέψη ξυπνώντας το πρωί: Η ολοκάθαρη επίγνωση της ασημαντότητας. Μια διαπίστωση που κάποια άλλη στιγμή, σε άλλες συνθήκες, πιθανότατα να προκαλούσε έναν ίλιγγο συντριβής και ματαιότητας, εδώ αντίθετα συνοδεύεται από ένα ωκεάνιο αίσθημα γαλήνης, παράδοσης και πληρότητας. Dust in the wind… All we are is dust in the wind!

 

Ναι, σκόνη στον άνεμο, αυτό και τίποτε άλλο. Μα πόσο υπέροχο αλήθεια να είσαι ακριβώς αυτό!

 

Ένας ασήμαντος κόκκος που παρέσυραν τα ρεύματα της τυχαιότητας και τον ακούμπησαν για λίγο εδώ, στα ριζά αυτού του αμμόλοφου.  Για να γίνεις, μια έστω τόσο δα στιγμούλα,  κομμάτι αυτής της τέλειας αρμονίας.

 

Κι εγώ η τυχερή που το’χω ζήσει! Για σκέψου…

 

Διατρέχουμε ένα ισόπεδο αμμώδες πεδίο, διάσπαρτο από σκούρα γκρίζα, σχεδόν μαύρα, πετρώματα που γυαλίζουν σαν μέταλλο στον ήλιο. «Κομμάτια από μετεωρίτη» ισχυρίζεται ο Ζιντ, που σταματάει το τζιπ για να μας τα δείξει.

 

Δεν είμαι σε θέση να διασταυρώσω την πληροφορία. Μ’ αρέσει όμως να σκέφτομαι ότι το ασήμαντο θραύσμα που κρατάω τώρα στην παλάμη μου έχει γεννηθεί κάπου στο άπειρο του διαστήματος, κι εγώ το μάζεψα ακριβώς εδώ, περιπλανώμενη μέσα στο Μάτι της Αφρικής καθ’ οδόν για τη μυθική Ουαντάν.

 

 

Βαθιά υπόκλιση στον Τεοντόρ Μονό

 

Παρά τα διαβάσματά μου, δεν ήμουν έτοιμη γι αυτό που αντικρίζουν τα μάτια μου.

 

«Ένας μαύρος γκρεμός όπου σκαρφαλώνει ένας ιλιγγιώδης σωρός ερειπίων, λες και αναδύθηκε μέσα από το πράσινο ποτάμι των χουρμαδιών. Κολλημένη πάνω στον βράχο, η ιστορική πολιτεία της Ουαντάν μοιάζει σαν να του επιστρέφει τα πετρώματα που άλλοτε δανείστηκε απ’ αυτόν για να χτιστεί. Το αρχαίο κάστρο των ιστοριογράφων σκάει στον ήλιο σαν υπερώριμο φρούτο, σε μια γιγάντια έκρηξη από κοτρόνια.

 

Υπολείμματα από ντουβάρια που στέκουν ακόμα όρθια, σε μια παράλογη όσο και μάταιη επίδειξη δόξας και στιβαρότητας χωρίς αντικείμενο.

 

Διαλυμένες στέγες, ξεχαρβαλωμένες ταράτσες, ένας πραγματικός λαβύρινθος από σκάλες, διαδρόμους, περάσματα κι αδιέξοδα.

 

Μια εγκαταλειμμένη κυψέλη με χιλιάδες κηρήθρες μισοβουλωμένες από συντρίμμια και απορρίμματα αιώνων: οστά, κουρέλια, ρηγματωμένα δερμάτινα υπολείμματα και, κυρίως, … κοπριά».

 

Έτσι περιγράφει την Ουαντάν - σε ελεύθερη μετάφραση δική μου – ο πλέον εμβληματικός εξερευνητής της Σαχάρας στον εικοστό αιώνα, ο σπουδαίος Γάλλος φυσιοδίφης, ανθρωπιστής στοχαστής Τεοντόρ Μονό, τα βιβλία του οποίου αποτελούν για μένα διαχρονική και αστείρευτη πηγή έμπνευσης, ταξιδιωτικής και όχι μόνο.

 

Κάτοχος διδακτορικού στις φυσικές επιστήμες, με πτυχία γεωλογίας, ζωολογίας και βοτανικής, και με περισσότερες από εκατόν είκοσι επιστημονικές αποστολές στο ενεργητικό του, ο Μονό πέρασε τη ζωή του οργώνοντας τη Σαχάρα και ειδικότερα το μαυριτάνικο τμήμα της (πρώτος εκείνος εξερεύνησε το Μάτι της Αφρικής το 1934), μετακινούμενος όπως οι νομάδες, είτε πάνω στην καμπούρα κάποιας δρομάδας είτε βαδίζοντας με τις ώρες στο πλάι του καραβανιού.  

 

Ήταν ενενήντα ενός ετών όταν ξεπέζεψε οριστικά από την καμήλα του – κι αυτό συνέβη ακριβώς εδώ, στην Ουαντάν - ενώ συνέχισε να ταξιδεύει αδιάλειπτα με πιο συμβατικά μέσα σχεδόν μέχρι τον θάνατό του το 2000 στα ενενήντα οκτώ του χρόνια.

 

Πώς να μην υποκλιθείς μπροστά σ’ έναν τέτοιο εξερευνητή;

 

Ιδού και δυο φωτό, που αλίευσα στο διαδίκτυο  © Getty / Jean-Luc MANAUD/Gamma-Rapho

 


 

Στον Μονό χρωστάμε πάνω από είκοσι χιλιάδες δειγματοληψίες πετρωμάτων, φυτών και ζωντανών οργανισμών, ανακαλύψεις νέων ειδών κι έναν αμέτρητο αριθμό επιστημονικών δημοσιεύσεων περί τη φύση και τη Σαχάρα.

 

Του χρωστάμε επίσης πάνω από είκοσι λογοτεχνικά έργα, πλήρη ανθρωπισμού, στοχαστικού βάθους και αγάπης για την φύση, δυστυχώς αμετάφραστα στα ελληνικά.

 

Tα αγαπημένα μου:

Méharées, exploration au vrai Sahara (Ταξίδια με την καμήλα, εξερεύνηση στην πραγματική Σαχάρα), LHippopotame et le Philosophe  (Ο Ιπποπόταμος και ο Φιλόσοφος),  Et si laventure humaine devait échouer (Κι αν η ανθρώπινη περιπέτεια εν τέλει αποτύχει)

 

Μα η προσφορά του κάθε άλλο παρά εξαντλείται στο επιστημονικό και συγγραφικό πεδίο.

 

Γιος πάστορα, ο Μονό συνήθιζε να αυτοσυστήνεται ως χριστιανός αναρχικός. Πρώιμος οικολόγος και χορτοφάγος, στρατεύεται από νωρίς και παραμένει προσηλωμένος μέχρι τον θάνατό του σε καμπάνιες κατά του κυνηγιού, των ταυρομαχιών και των πειραμάτων σε βάρος των ζώων, συμμετέχει ενεργά σε όλα τα αντιπολεμικά κινήματα της εποχής του, στέκεται στην πρώτη γραμμή του κινήματος κατά των πυρηνικών, κατά του απαρτχάιντ, υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων των ζώων.

 

Το 1960, σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη για τη Γαλλία πολιτική εποχή, δεν διστάζει να συνυπογράψει μαζί με τον Ζαν Πολ Σαρτρ, τη Σιμόν ντε Μποβουάρ, τον Αντρέ Μπρετόν κ.α. το περίφημο «Μανιφέστο των 121», το κείμενο υπεράσπισης των Γάλλων αρνητών στράτευσης στον πόλεμο της Αλγερίας και υποστήριξης της ανεξαρτησίας της χώρας διακηρύσσοντας ευθαρσώς: «Αν και δημόσιος υπάλληλος, επιμένω να θεωρώ τον εαυτό μου ελεύθερο άνθρωπο. Στο κάτω κάτω όταν συμφώνησα να πουλήσω στο κράτος ένα μέρος από την εγκεφαλική μου δραστηριότητα, δεν του παρέδωσα ούτε την καρδιά ούτε την ψυχή μου. Άσε που το να κοιτάει κάποιος πότε πότε τον Καίσαρα κατάματα και να του λέει «όχι», του προσφέρει ύψιστη υπηρεσία. Γιατί αυτό ίσως τον οδηγήσει να σκεφτεί, αφού κι ο Καίσαρας έχει ψυχή».

Πάνω απ’ όλα Άνθρωπος ο Τεοντόρ Μονό, με την πιο πλήρη και ουσιαστική έννοια της λέξης.

 

Όμορφη σαν οπτασία

 

Πρέπει να έχεις πρώτα βουλιάξει στον αέναο κυματισμό της αμμοθάλασσας, λιώσει βαδίζοντας σε φλεγόμενες εκτάσεις σκασμένης γης, τυφλωθεί από τη λευκή αντανάκλαση των αλατοπεδίων,  διασχίσει ασάλευτα καρβουνιασμένα χιλιόμετρα, για να μπορέσεις να καταλάβεις, ή μάλλον να νοιώσεις μέχρι το μεδούλι, τι μπορεί να σημαίνει για τον νομάδα η θέα της όασης και η υπόσχεση του νερού. Οι έρημοι όπου γης είναι βασίλεια του ορυκτού, μα αυτό που καθιστά την Σαχάρα τόσο ξεχωριστή και κορυφαία όλων δεν είναι μόνο η αξεπέραστη ποικιλία των τοπίων της, δεν είναι καν τα ασυναγώνιστα μεγέθη της,  μα πάνω απ’ όλα η απαράμιλλη ομορφιά των οάσεων.

 


 

Μια πράσινη κοιλάδα όπου σμίγουν δύο «ουέντ» (εποχιακοί χείμαρροι στα αραβικά), ο Ιφενουάρ (ουέντ της Γνώσης) και ο Φουρνίρ (ουέντ των Χουρμαδιών) στους οποίους και χρωστάει την ονομασία της η Ουαντάν (η πολιτεία των δύο χειμάρρων).

 

Προσπαθώ να φανταστώ την αρχαία πολιτεία στα χρόνια της δόξας της, από την ίδρυσή της το 1141 μέχρι τα τέλη του δέκατου έβδομου αιώνα, οπότε και οι επαναλαμβανόμενες επιδρομές κυρίως από την πλευρά των σουλτάνων του Μαρόκου οδήγησαν στη σταδιακή παρακμή της.

 

Μα πόση λάμψη στο μεταξύ! Κόμβος στις διαδρομές του σαχαριανού εμπορίου, αδιάσπαστος κρίκος στη μακριά αλυσίδα των πόλεων της κεντρικής και δυτικής Σαχάρας: Μπίλμα, Αγκαντέζ, Γκάο, Τιμπουκτού, Ουαλατά, Τσινγκέτι, Ουαντάν …

 

Ονόματα σαν μελωδία. Νησιά σπαρμένα στον ωκεανό της άμμου. Πέτρες του Κοντορεβυθούλη στο δρόμο των καραβανιών. Νότες χαραγμένες στην παρτιτούρα της μεγάλης Συμφωνίας της ερήμου…

 

Με τον Ζυρ να προπορεύεται βιαστικά έχοντας μυριστεί φωτογραφικό θήραμα, (αφού βεβαίως πρώτα γκρίνιαξε ως συνήθως ότι δεν υπολογίζω την ηλικία του και «πού με τρέχετε γέρο άνθρωπο μέσα στα κατσάβραχα»), ακολουθούμε ασθμαίνοντας μαζί με τον Παναγιώτη, ανηφορίζοντας τον λόφο με τα πυρακτωμένα ερείπια.

 

Στα έρημα ξεκοιλιασμένα σοκάκια όπου στοιβάζονται κατά τόπους σωροί από πεσμένα ντουβάρια, εγώ προσθέτω με το νου καραβάνια από νωχελικές δρομάδες να βαδίζουν με το γνωστό λικνιστό βηματισμό τους, φορτωμένες με πλάκες αλατιού από τα ορυχεία του Ιντζίλ.

 

Πίσω από κάθε πόρτα που συναντάμε στο διάβα μας, φαντασιώνομαι γυναίκες τυλιγμένες στα πολύχρωμα πέπλα τους να κρυφοκοιτάζουν.

 


 

Συναντάμε τρεις άντρες καθισμένους σε μια σκιά έξω από το παλιό τζαμί, κι αμέσως φτιάχνω εικόνες από πλήθη ντυμένα με γαλάζιες και ολόλευκες κελεμπίες που φουσκώνει ο άνεμος σαν πανιά ιστιοφόρων.

 

Και γεμίζω βεβαίως τα στενά με παιδιά που συρρέουν από παντού για να υποδεχτούν τα κομβόι με φωνές και τραγούδια.

 

Κάθε άφιξη καραβανιού, κι από μια αφορμή για γιορτή.

 

Με μουσικές και χορούς στις πλατείες, προσευχές ευχαριστίας στον Αλλάχ για το ασφαλές ταξίδι, και ατελείωτες σειρές από πρόχειρα παζάρια στημένα κατά μήκος των δρόμων.

 

Ένα απαλό σκούντημα του Ζυρ βάζει τέλος στο ονειροπόλημα.


- Τα είδες;

- Ποια να δω;


Πρόκειται για κανονικές ορδές. Είναι δεκάδες και είναι παντού. Χωμένα ανάμεσα στις πέτρες και στο ίδιο περίπου χρώμα μ’ αυτές, δύσκολα τα διακρίνεις παρά μόνο όταν κινηθούν. Τρωκτικά σε μέγεθος γάτας! Μάλλον πρόκειται για κάποια ράτσα αρουραίων, δεν είμαι όμως και σίγουρη. Όπως και να’χει,  να πω ότι ενθουσιάστηκα από την παρουσία τους, ψέματα θα είναι…Τι λέτε παιδιά, την κάνουμε σιγά σιγά;

 


 

Ένα λάσπινο αντίσκηνο

 

Βόλτες στα περίχωρα. Σκόρπιοι μικροί οικισμοί μέχρι το όριο εκείνο όπου το πράσινο της όασης παραδίνεται οριστικά στον κίτρινο ωκεανό της άμμου.

 

Που λες και χτίστηκαν για να φυλάξουν σκοπιά, περιφρουρώντας τα παράλια του «νησιού» από την εισβολή της ερήμου.

 

Απόψε δεν θα στήσουμε αντίσκηνο. Δίπλα από την ερειπωμένη πολιτεία-φάντασμα, εκτείνεται η «νέα Ουαντάν», με κτίσματα φτιαγμένα κατά βάση με τα ίδια υλικά της παράδοσης: Πέτρες, πλίνθοι και λάσπη. Ανάμεσα τους και κάποια ενοικιαζόμενα δωμάτια.


Καλά, όταν λέμε «δωμάτιο», μην δημιουργηθεί καμιά λάθος εντύπωση. Μιλάμε απλά για έναν χώρο οριοθετημένο από τέσσερις τοίχους, με μερικές ψάθες και λεπτά στρώματα στο πάτωμα και επιστέγασμα μια κωνική σκεπή. Ο ορισμός «λάσπινο αντίσκηνο» θα περιέγραφε με αρκετή ακρίβεια το όλο σκηνικό.

 

Κι ένα αληθινό ντους!

 

Άμα έχεις επίγνωση του πού βρίσκεσαι και τι σε περιβάλλει, το λες και υπερπολυτέλεια!

 

Με αυστηρή οικονομία στην κατανάλωση του πλέον πολύτιμου αγαθού της ζωής, ξεπλένουμε από πάνω μας τη σκόνη τριών ημερών.

 

Φρεσκολουσμένοι και καθαροί, περνάμε στο «καθιστικό» για να απολαύσουμε καταχαμέ το δείπνο που μαγείρεψε για μας η σπιτονοικοκυρά του καταλύματος.

 

Επόμενο επεισόδιο: Τσινγκέτι, οι βιβλιοθήκες της άμμου 

 

Για περισσότερες φωτογραφίες από την Μαυριτανία: Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν | Πάμε γι' άλλα...

 

Δείτε το βίντεο από το ταξίδι: ΣΕΝΕΓΑΛΗ-ΜΑΥΡΙΤΑΝΙΑ, ON THE ROAD | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

 

Διαβάστε επίσης: ΜΑΥΡΙΤΑΝΙΑ 1 – ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν