ΙΤΑΛΙΑ - ΣΑΡΔΗΝΙΑ, ΚΑΛΙΑΡΙ ΑΜΟΡΕ ΜΙΟ

Front Picture: 

Kάλιαρι ονομάστηκε υπό την κυριαρχία των Πιζάνων, αυτών που στράβωσε ο πύργος τους. Κι έτσι έμεινε. Και το όνομα και ο πύργος.Το 455 πλάκωσαν οι Βάνδαλοι.Το τι μπορεί να σου κάνει κάποιος με τέτοιο όνομα το αντιλαμβάνεσαι με ταχύτητα εξαρτημένου αντανακλαστικού. Η βάρδια της επικυριαρχίας άλλαξε το 534 υπέρ των Βυζαντινών. Το τι μπορεί να σου κάνει κάποιος με τέτοιο όνομα δεν το αντιλαμβάνεσαι σχεδόν καθόλου διότι σε έπεισαν απ τα μικράτα σου πως οι Βυζαντινοί, ως ελληνογενείς, ήσαν και εκπολιτιστές.

 

Του Κώστας Ζυρίνη

Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, τεύχος αρ. 170/12.07.2003


Map of Italy


Ρώμη - Κάλιαρι. Ήταν η πρώτη πτήση της ζωής μου. Καλά, μιλάμε για τρεισήμισι δεκαετίες πριν. Τότε μου 'χε φανεί σαν σε λούνα παρκ. Έτσι είναι στις πρώτες πτήσεις. Μετά αρχίζεις ν' ακούς και να διαβάζεις για πτήσεις που έγιναν πτώσεις και λες, άσε καλύτερα, θα πάω με το καράβι! Αλλά δεν πας με καράβι διότι θεωρείς ότι το καράβι σου ροκανίζει το χρόνο. Λάθος βέβαια αφού το καράβι δεν είναι μόνο μέσο μεταφοράς. Είναι μέρος του ίδιου του ταξιδιού.

Τώρα έχω γίνει σχεδόν αναίσθητος στις αναταράξεις. Σχεδόν, όχι τελείως. Λέω, ε, και τι έγινε, ούτε που θα το καταλάβω. Κανείς δεν το 'μαθε ποτέ ότι σκοτώθηκε.


Προσπαθώ να θυμηθώ το Κάλιαρι αλλά... τίποτα. Ελάχιστα πράγματα. Κάτι στενά δρομάκια με πανύψηλα κτήρια, κάτι τρατορίες με καρό τραπεζομάντιλα, κάτι γενναίες καρμπονάρες άπαξ του εικοσιτετραώρου διότι εκείνα τα χρόνια οι τσέπες μου ήταν σχεδόν πάντα άδειες, κάτι σαν κάστρο ψηλά στο λόφο με θέα στο λιμάνι, κάτι ψαροκάικα... Διότι πήγαινα από τη Ρώμη απλώς για να συναντήσω την τότε αγαπημένη μου. Ο έρωτας! Η κινητήρια δύναμη! Σιγά μην έχανα τον καιρό μου χαζεύοντας και φωτογραφίζοντας την πόλη!

Τρελαίνομαι να βλέπω πόλεις από ψηλά. Χάνουμε ύψος, λέω στην τωρινή αγαπημένη που κάθεται δίπλα μου. Πάντα έτσι της λέω όταν το αεροσκάφος μπαίνει στη διαδικασία της προσγείωσης. Για να τη νευριάσω. Μη λες χάνουμε ύψος, προσγειωνόμαστε να λες. Καλά ρε παιδάκι μου το ίδιο κάνει. Όχι, δεν κάνει το ίδιο!

Σε λίγα λεπτά πατάμε σε στέρεο έδαφος. Ουφ, πάει κι αυτό.


ΤΟ ΜΑΝΙΚΙΟΥΡΑΤΟ ΔΑΧΤΥΛΟ


Το καλύτερο ξενοδοχείο! Δεν είναι αυθάδικο, δεν είναι κακόγουστο, δεν είναι πολύβουο, δεν είναι πιασογλουτάδικο, βρίσκεται επί της Λουνγκομάρε Κριστόφορο Κολόμπο, εκατό μόνο μέτρα από το χειμέριο κύμα και, το σημαντικότερο, έχει μια βεράντα στο χώρο του μπρέκφαστ όπου μπορείς να καπνίσεις σαν τσιμινιέρα εργοστασίου των αρχών της βιομηχανικής επανάστασης εντελώς απρόσβλητος από την όψιμη αντικαπνιστική υστερία. 

 


Έχει κι έναν τσίφτη ρεσεψιονίστα. Πιάνει ένα φωτοαντίγραφο του χάρτη της πόλης, βάζει το μανικιουράτο δάκτυλο πάνω του και... Από δω θ' ανεβείτε στο Κάστρο. Εδώ, εδώ κι εδώ έχετε ελπίδες να παρκάρετε νόμιμα. Εδώ είναι η παλιά πόλη. Εδώ, σ' αυτά τα στενάκια βρίσκονται οι καλύτερες τρατορίες... Με καρό τραπεζομάντιλα; Βεβαίως, με καρό τραπεζομάντιλα! Και με σπέσιαλ καρμπονάρα; Σι σινιόρε!

Πίσω και ψηλότερα απ το κεφάλι του απλώνεται, ως ντεκόρ της ρεσεψιόν, μια τεράστια μαυρόασπρη φωτογραφία που απεικονίζει το λιμάνι του Κάλιαρι σε άλλες εποχές τραβηγμένη απ τη μεριά της θάλασσας. Ορίστε που μόλις πάτησα το πόδι μου έβαλα και στόχους.


ΓΙΑ ΜΙΑ ΤΣΟΥΡΟΥΤΙΚΗ ΠΟΖΑ

 

Περιμένουμε ν' ανάψει το πράσινο για να περάσουμε απέναντι. Όλοι οι Ιταλοί πεζοί περνάνε, εμείς όχι. Νομιμόφρονες. Οι σταματημένοι οδηγοί μας κοιτάζουν με κάποια απορία. Τι τρέχει, ρε παιδιά; Και τότε θυμάμαι. Από τότε που ξέρω την Ιταλία ο πεζός είχε πάντα προτεραιότητα έναντι των τροχοφόρων. Ακόμη κι αν δεν βρίσκεται σε διαγραμμισμένη διάβαση. Ακόμη κι αν στο φανάρι απεικονίζεται το κόκκινο ανθρωπάκι σε στάση προσοχής. Κι ούτε που συναντάς στις κολώνες με τους φανούς σηματοδότησης εκείνα τα πλήκτρα με την τεχνητά παραφθαρμένη υπόδειξη "πατάτε το κουμπί για να γεράσετε".


Η προβλήτα είναι κατειλημμένη από κάτι υπερωκεάνια σαν πολυκατοικίες. Κρίμα! Κανείς και ποτέ πια δεν θα 'χει τη δυνατότητα να φωτογραφίσει την πρόσοψη του Κάλιαρι απ τη μεριά της θάλασσας. Μια κάποια τσουρούτικη πόζα απ το κατάστρωμα του πλεούμενου τέρατος, ίσως... Κάποιος που βλέπω να φτύνει εντολές προς στους ναύτες της μπουκαπόρτας θα πρέπει να είναι ο λοστρόμος.

Ο οποίος, όχι μόνο μας επέτρεψε ν' ανεβούμε στο κατάστρωμα αλλά και ήρθε μαζί μας για να μου κάνει υποδείξεις περί του πώς θα κάνω τη δουλειά μου, τράβα και τούτο το κοντινό, τράβα και κείνο το γενικό, ξέρεις τώρα... Του 'πα ναι έχεις δίκιο μεγάλε, και ζήσαμε 'μεις καλά κι αυτός καλύτερα.


ΣΤΗ ΣΤΟΑ ΤΗΣ ΒΙΑ ΡΟΜΑ


Το κομμωτήριο όπου δούλευε η τότε αγαπημένη μου βρισκόταν στη μεγάλη στοά που διατρέχει τις προσόψεις των υπερήφανων παλάτσι της παραλιακής Βία Ρόμα. Σ' αυτή τη στοά την περίμενα να σχολάσει πίνοντας τον εσπρέσο μου σ' ένα από τα εν σειρά καφέ. Το κομμωτήριο δεν υπάρχει πια. Έχει γίνει κατάστημα εμπορίας ηλεκτρονικών. Με όλα αυτά τα μαραφέτια που αντί να μας κάνουν τη ζωή καλύτερη, όπως μας υποσχέθηκαν, αφυδατώνουν την ατομικότητά μας. Μας καθιστούν μαζάνθρωπους. Φενακισμένα ενεργούμενα. Έχεις δει πόσοι βαδίζουν και παραμιλούν στο κινητό σαν ηλίθιοι; Και πού είσαι ακόμα!


Τα εν σειρά καφέ όμως υπάρχουν. Με τον ίδιο πάντα βέρο εσπρέσο. Τα κτήρια είναι τα ίδια. Μόνο ο πηγαινέλα κόσμος έχει αλλάξει. Παρακολουθώ μια μούρη. Η πλάτη του ακουμπισμένη στην κολώνα. Το μάτι του παίζει. Ή νταβατζής, ή χασισέμπορος, ή αρχηγός πορτοφολάδων. Ή, απλώς, η αχαλίνωτη σκηνοθετική φαντασία μου.

Ινδοί, Κινέζοι και, κυρίως, νέγροι. Η πραμάτεια στο έδαφος και οι τσιλιαδόροι στην τσίτα. Οι Ινδοί πουλάνε πάντα σανταλόξυλο, μαντήλια, σκουλαρίκια και βραχιόλια. Οι Κινέζοι λουράκια ρολογιών, αλοιφές, βότανα, προφυλακτικά και πολυεργαλεία. Οι μαύροι γυαλιά, σιντί, ρόλεξ σε εισαγωγικά, και ξυλόγλυπτα. Τι είναι αυτό που ψυχαναγκάζει τους ανθρώπους να ειδικεύονται ανάλογα με το χρώμα του δέρματός τους; Ίσως οι εθνοφυλετικές κουλτούρες να είναι τόσο βαθιά ριζωμένες ώστε να επηρεάζουν ακόμη και την εξειδίκευση στο μικρεμπόριο.  Λέω, ίσως.


Αν με πάρουν χαμπάρι ότι τους φωτογραφίζω δεν με σώζει ούτε μια διμοιρία καραμπινιέρων. Άκρως ανθυγιεινό επάγγελμα αυτό του φωτογράφου.


ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΞΕΦΛΟΥΔΙΣΜΕΝΟΥΣ ΣΟΒΑΔΕΣ


Διαβάζω επί τροχάδην και διαγωνίως τον οδηγό... Εκατόν εξήντα εφτά χιλιάδες κάτοικοι... Αρχαίο τοπωνύμιο Κάραλις... Καθιστός σ' ένα πεζούλι για να ξεϊδρώσω από τον ανήφορο... Κατά το Μεσαίωνα αναγραμματίστηκε σε Κάλαρις κι αργότερα, υπό την κυριαρχία των Πιζάνων, αυτών που στράβωσε ο πύργος τους, έγινε Κάλιαρι. Κι έτσι έμεινε μέχρι τις μέρες μας. Και το όνομα και ο πύργος.

Ζέστη και, περιέργως, μηδενική κυκλοφορία ανθρώπων και οχημάτων στη συνοικία του Κάστρου... Οι Φοίνικες άφησαν τα ίχνη τους εδώ, οχτώ αιώνες πριν ο θεός γίνει πατέρας θεανθρώπου. Μετά πέρασαν οι Καρχηδόνιοι σαν το λίβα που καίει  τα σπαρτά... Καλύτερα να κάτσουμε σ' ένα καφέ γιατί ο οδηγός έχει ενδιαφέρον.... Μέχρι που το Διακόσια Τριάντα Οχτώ, προ Χριστού εννοείται, τους πήραν φαλάγγι οι ανερχόμενοι Ρωμαίοι... Δεν υπάρχει κανένα καφέ ανοιχτό, ρε γαμώτο! Τι διάολο, δεν ανοίγουν τις Παρασκευές;...



Το Τετρακόσια Πενήντα Πέντε πλακώνουν οι Βάνδαλοι. Το τι μπορεί να σου κάνει κάποιος με τέτοιο όνομα το αντιλαμβάνεσαι με ταχύτητα εξαρτημένου αντανακλαστικού.


Η βάρδια της επικυριαρχίας άλλαξε το Πεντακόσια Τριάντα Τέσσερα υπέρ των Βυζαντινών. Το τι μπορεί να σου κάνει κάποιος με τέτοιο όνομα δεν το αντιλαμβάνεσαι σχεδόν καθόλου διότι σε έπεισαν απ τα μικράτα σου πως οι Βυζαντινοί, ως ελληνογενείς, ήσαν και εκπολιτιστές.

Από την Πόλη (το Πόλη με κεφαλαίο κύριε διορθωτά) έρχομαι και στην κορφή κανέλλα, που λένε.

 

Ανάσταση! Είναι και καφέ, και ταμπακάιο, και ανοιχτό. Ουν εσπρέσο ντόπιο, περ φαβόρε, εσύ τι θα πάρεις;... Και μια πορτοκαλάδα παγωμένη. Γκράτσιε! Όντως, Ανάσταση, αφού σήμερα οι δικοί μας στην πατρίδα γιορτάζουν την ορθόδοξη Μεγάλη Παρασκευή τους. Ενώ εδώ, οι καθολικοί, γιόρτασαν την ανορθόδοξη Ανάστασή τους πριν από πέντε μέρες. Έτσι εξηγείται και η τόση ανυπαρξία κίνησης. Οι καθολικοί χωνεύουν ακόμα τα κοψίδια και τα σπληνάντερά τους... Οι Άραβες, η τότε ανερχόμενη υπερδύναμη, με το πρόσχημα ότι οι Βυζαντινοί δικτάτορες κατασκευάζουν πυρηνικές κεφαλές στο νησί επέδραμαν για να σώσουν τους καημένους Καλιαρινούς... Τώρα, τι σημασία έχει το μια βδομάδα πριν, μια βδομάδα μετά, στη Σταύρωση αναφέρομαι, και το γιατί η επιστήμη της Ιστορίας δεν απαντά σ' ένα τόσο απλό ζήτημα τη στιγμή που ξέρει το πότε ακριβώς ο Αλέξανδρος έκαψε την Περσέπολη, είμαι ανίκανος να το καταλάβω. Θου κύριε, θα κάνω  σκέψεις αμαρτωλές πάλι!...



Πανύψηλα κτήρια που στενάζουν το ένα σφιχταγκαλιασμένο με το άλλο. Με ξεφλουδισμένους σοβάδες. Με σκουριασμένα κιγκλιδώματα μπαλκονιών. Με ρημαγμένες περσίδες παραθυρόφυλλων. Αλλά και με ολάνθιστες γλάστρες στα παράθυρα. Κι ένα κορίτσι να σου χαμογελά απ το περβάζι. Και τα βήματά σου στα σανπιετρίνι να επιστρέφουν με την ηχώ του άδειου δρόμου. Κάλιαρι με μεθάς!.. Μετά τους Άραβες, από τον Δέκατο Τρίτο και 'δώθε αρχίζει ένα άλλο γαϊτανάκι επικυριαρχίας. Γενοβέζοι, Πιζάνοι, Αραγονέζοι, Ισπανοί, Αυστριακοί, Πιεμοντέζοι, Τορινέζοι και δε συμμαζεύεται.



Παρ’ ολ’ αυτά, ή μάλλον εξαιτίας όλων αυτών, ένα από τα βασικά εθνικά χαρακτηριστικά των Σάρδων είναι ο έντονος εθνικός τοπικισμός τους. Ένας τραχύς και υπερήφανος τοπικισμός. Δε λένε είμαι Ιταλός. Λένε είμαι Σάρδος. Κι αυτή είναι η χάρη τους εξ άλλου.


ΠΑΤΣΕ


Ναι, ενίοτε περνά και κάποιο αυτοκίνητο. Ίσα που χωρά, και συ κολλάς τη ράχη σου στον τοίχο. Τσίμα, τσίμα! Αν είσαι χοντρός ή αν φοράς μεγάλο νούμερο παπούτσια την έβαψες. Μια ηλικιωμένη κυριούλα ταΐζει τις γάτες της γειτονιάς. Μποντζιόρνο, σινιόρα! Μποντζιόρνο σινιόρε, κόμε βα; Μπένε, λέι; Δε χρειάζεται να σου μεταφράσω. Το πιάνεις το κλίμα. Μια κορασίδα με μια όαση από πράσινες τρίχες στο ξυρισμένο της κρανίο δεν μου αντιγυρίζει το μποντζιόρνο. Τουναντίον, μου ρίχνει ένα βλέμμα λεπίδα σα να μου λέει "βα α φαν κούλο..." (αυτολογοκρισία). Όπερ σημαίνει ότι έχω πέραση μόνο στις γριές (πλέον). Κρίμα!


Ευτυχώς, όμως, δεν κυκλοφορούν ούτε τουρίστες. Ούτε καν εκείνοι οι ευτραφείς Γερμανοί με τα κοντοβράκια και τα πέδιλα με κάλτσες, χειμώνα καλοκαίρι, που κατεδαφίζουν μονίμως τον ποιητικό μου οίστρο. Θα μου πεις, φταίνε οι άνθρωποι που είναι τόσο χοντροί; Δε λέω αλλά, να, αυτά τα πέδιλα με τις κάλτσες, ρε παιδάκι μου, πολύ μου τη δίνουν! Θέμα αισθητικής.

Εκείνο πάντως που με τρελαίνει πιο πολύ είναι οι απλωμένες μπουγάδες. Ευτυχώς που αρέσουν και στον Δημήτρη και μου τις δημοσιεύει με ιδιαίτερη στοργή. Να και σε κάτι που συμφωνούμε! Απλωμένες από μπαλκόνι σε μπαλκόνι κι από το ένα παράθυρο στο απέναντι. Σεντόνια, σώβρακα, κυλόττες, κάλτσες, πετσέτες... τα πάντα. Διότι προφανώς δεν υπάρχουν στην περιοχή του Κάστρου ούτε εσωτερικές αυλές, ούτε ταράτσες.


Α, ναι, και οι "πάτσε"! Οι σημαίες της ειρήνης και της αντιπαγκοσμιοποίησης. Ων ουκ έστι αριθμός! Στην Αθήνα δεν είχα δει παρά μερικές στις πορείες. Εδώ έχει σημαιοστολιστεί όλη η περιοχή του Κάστρου. Πάντα πρώτοι οι Ιταλοί. Και στο αντάρτικο πόλης αλλά και στο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης. Δεν το σχολιάζω περισσότερο. Καίει.

Είναι και μια πλατεία, μπαλκόνι πάνω απ το Κάλιαρι. Ως Μπαστιόνε Ρέμυ την αναφέρει ο έντυπος οδηγός. Έγχρωμοι και λιγότερο έγχρωμοι έχουν απλώσει τις κουρελούδες και τα πλαστικά τους για να εκθέσουν την πραμάτεια τους. Ραδιόφωνα, σιντί, ρόλλεξ μαϊμού, κινητά, αφρικανικά ξυλόγλυπτα (που κατασκευάζονται στο Κάλιαρι) και δε συμμαζεύεται.  Πάντως ταμειακή δεν σου κόβουν . Είναι και κάνα δυο ιθαγενή μαστούρια που δεν ξέρουν πού πατάν και πού βρίσκονται. Τι να πεις; Μια πίκρα!


Και κάτω απ τη Μπαστιόνε Ρέμυ η Πιάτσα ντε λα Κοστιτουτσιόνε. Πρόδωσαν την ύπαρξή της οι ιαχές του συγκεντρωμένου πλήθους. Και το ελικόπτερο της πολιτσία που στριφογυρίζει σαν ενοχλητική σφήκα πάνω απ τα κεφάλια μας. Κάποια επέτειος υποθέτω. Της Εθνικής Αντίστασης, αν κρίνω από τους παρασημοφορημένους ενενηντάρηδες στο κορυφαίο σκαλοπάτι, όπου και το μικρόφωνο. Αυτή τη στιγμή μια δεκαοκτάχρονη εκφωνεί με πάθος τα δικά της. Με εμφανές τρακ. Παιδί ακόμα, τι περιμένεις; Νεολαία της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης. Νεολαία Ελπίδας. Ναι, υπάρχει και νεολαία ελπίδας, σε βεβαιώνω. Παντού υπάρχει. Όπου υπάρχει νεολαία. 


ΣΑΛΟΥΤΕ!


Είναι κάτι σαν κατακόμβη που χτίστηκε στη βάση του παλάτσο για να χρησιμεύσει ως αρσενάλε, στάβλος, κελάρι ή, απλώς, αποθήκη. Θόλοι που συναντιούνται σταυρωτά και ντουβάρια απροσδιόριστου πάχους. Δόμοι από οπτόπλινθο του Μεσαίωνα. Η είσοδός μας μοιάζει με άλμα στο Χτες. Και βέβαια θα κάτσουμε, σινιόρε, έστω και μόνο για το ότι γιατί διαθέτεις κόκκινα καρό τραπεζομάντιλα. Αλλά και για τη σκηνογραφία σου εν γένει. Και για την εύθυμη χορογραφία των κινήσεών σου. Και για την αυθεντική ευγένεια της προσέγγισής σου. Και για το υπέροχο αντιπάστο, το πρίμο, το κυρίως, άσε τα φρούτα, θα σκάσουμε. Βίνο; Απαραιτήτως! Ρόσο από την κάβα σου. Σαλούτε!


Για περισσότερες φωτογραφίες: 


Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν | Πάμε γι' άλλα... 

 

Στο μέλλον θα ακολουθήσουν και άλλα άρθρα για την Ιταλία:

Ιταλια 2 – Σαρδηνία-Οργκόζολο, Και οι τοίχοι μιλάνε

Ιταλία 3 – Ρώμη, Στη σιωπή των αγαλμάτων