ΓΕΡΜΑΝΙΑ - ΒΕΡΟΛΙΝΟ, ΕΝΤΟΣ ΤΩΝ ΤΕΙΧΩΝ

Front Picture: 

ΕΝΤΟΣ ΤΩΝ ΤΕΙΧΩΝ     Οι δρόμοι κόπηκαν και το μετρό σταμάτησε να συνδέει τα δυο τμήματα της πόλης. Οικογένειες και παρέες έγιναν σμπαράλια κι εκείνοι που κατοικούσαν στον ένα τομέα έχασαν τις δουλειές τους που έδρευαν στον άλλο. Το μακάβριο Τείχος υψώθηκε, ως σύμβολο Ψυχρού Πολέμου και, δικαίως, απέκτησε το προσωνύμιο «του αίσχους». Δεν δίχασε απλώς μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα αλλά, συμβολικά, ολόκληρο τον κόσμο, για εικοσιοχτώ χρόνια.

 

 

Του Κώστα Ζυρίνη

Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, τεύχος 505/19.12.2009

  

 http://www.berlin-germany-fanclub.com/images/Berlin-Wall-Map-450.jpg

 

Νύχτα. Αεροδρόμιο Βερολίνου.

 

Ο ταξιτζής είναι Τούρκος. Τη διεύθυνση που του ζητάμε την ξέρει, λέει, σαν τις τσέπες του. Πώς αλλιώς αφού το Κρόισμπεργκ είναι η γειτονιά του; 

 

Και τα παιδιά του εδώ γεννήθηκαν. Μια φορά όλη κι όλη τα πήγε στην Ισταμπούλ κι αυτή τζουρούτικη. Καλή η Ισταμπούλ, η αλήθεια να λέγεται, αλλά το ψωμί είναι δω, υπογραμμίζει με έμφαση.

 

Είχα κι εγώ δυο θείους μετανάστες στη Γερμανία, του λέω, έτσι για να πω κάτι, φάμπρικες, και τέτοια, και μάλιστα έγραφα τα γράμματα που τους έστελνε η γιαγιά μου που ήταν μισότυφλη και αγράμματη. Α, τώρα είναι αλλιώς, λέει, τηλέφωνα, μέιλ… Η ζωή δεν είναι σαν τότε, τώρα ζούμε σαν άνθρωποι! Ε, για να το λέει…

 

Δεν υπάρχει ανελκυστήρας. Τέσσερις όροφοι από τις σκάλες. Μου βγήκε ο ώμος, μου κόπηκαν τα πόδια αλλά δεν είπα κιχ για να μη χαλάσω το ίματζ μου στα μάτια της Καίτης και του Βαγγέλη μιας και απολαμβάνω την αβάσιμη φήμη ότι είμαι «σκληρό καρύδι» και πρέπει πάση θυσία να τη διατηρήσω. Τέσσερις ψηλοτάβανοι όροφοι με τέτοιο φορτίο στην πλάτη… Κι επιπλέον ο φωτογραφικός εξοπλισμός!


Το δωμάτιό μας στο χόστελ είναι στενάχωρο, και καταθλιπτικό  αλλά, δεν βαριέσαι, για έναν ύπνο! Η «ρεσεψιόν» είναι μια τεράστια σάλα μ’ έναν άρρωστο κίτρινο φωτισμό. Και καλά ατμοσφαιρικό! Οι τοίχοι είναι γεμάτοι από ενδιαφέροντα σκίτσα φτιαγμένα από κάποιον θεοπάλαβο μαρκαδόρο. Μια τύπισσα κι ένας τύπος παίζουν μπιλιάρδο, κι ένας ξεϊγκλωτος  «ρεσεψιονίστ» με υπόπτου καθαριότητας φανελάκι βάζει σε δοκιμασία το νευρικό μου σύστημα, αφού ως προς τους ρυθμούς του την έχει δει πολύ «κουλ». Μια αντιπαθής πινακίδα με πληροφορεί πως απαγορεύεται το κάπνισμα. Πάλι θα βγω έξω στο δρόμο για να καπνίσω! Μην απομακρυνθείς, μου λέει η Ισαβέλλα, που στα ταξίδια, και όχι μόνο, διεγείρεται το μητρικό της.


Στα τραπεζάκια-έξω, στο σουβλατζίδικο κάποιου Μουσταφά, δίπλα στο σταθμό του αστικού σιδηρόδρομου. Η περιοχή είναι μια σύμμειξη Ισλάμ και άρειου ευρωπαϊκού πολιτισμού. Τα κεμπάπ πάσχουν από γιγαντισμό, σε λίγο καταφθάνουν και δυο τεράστια ποτήρια μπύρα.  Ο συνολικός λογαριασμός είναι  σχεδόν ο μισός απ’ ότι θα ‘ταν στην Αθήνα. Και, υπ όψη, είμαστε σε μια από τις κεντρικές περιοχές του Βερολίνου.

 

 


Το Τείχος


Εννοείται πως αν επρόκειτο να δούμε ένα και μοναδικό σημείο του Βερολίνου αυτό θα ήταν το διάσημο «Τείχος του Αίσχους».


Παρά την φωτο-κινηματογραφική και τηλεοπτική μου ενημέρωση επέμενα να φαντάζομαι, μη με ρωτάς το γιατί, πως το Τείχος του Βερολίνου ήταν, αν όχι βέβαια σαν το Σινικό αλλά, έστω, ένα μέτρο πάχος και καμιά δεκαριά ύψος. Τ’ απομεινάρια του που βλέπω τώρα δεν είναι παρά μια φλοίδα από οπλισμένο σκυρόδεμα της οποίας το πάχος δεν υπερβαίνει  τα δεκαπέντε, άιντε είκοσι, εκατοστά. Μα τούτο δω θα το ‘ριχνε μια οποιαδήποτε μπουλντόζα, λέω στην Ισαβέλλα. Δεν είναι όμως έτσι και οφείλω εν τω άμα να εμπεδώσω την πραγματική εικόνα ενός τόσο σημαντικού συμβόλου που έκοψε μια χώρα, μια κοινωνία κι έναν πολιτισμό στα δυο.


Η ανόρθωσή του ξεκίνησε λίγο μετά τα μεσάνυχτα της δεκάτης τρίτης του Αυγούστου, του Χίλια εννιακόσια εξήντα ένα, ενώ, δυο μήνες πριν απλωθούν τα πρώτα συρματοπλέγματα, ο Ανατολικογερμανός ηγέτης Βάλτερ Ούλμπριχτ  διαρρήγνυε τα ιμάτιά του διακηρύσσοντας ότι «ουδείς σκοπεύει να χτίσει τείχος». Τι λέτε! Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα!

 

Πρώτα τοποθετήθηκε ένα απλό συρματόπλεγμα και συνάμα οι ένοπλοι φρουροί.

 

Στη συνέχεια το συρματόπλεγμα ενισχύθηκε και, μερικά χρόνια αργότερα πλάκωσαν οι καλουπατζήδες και οι μπετονιέρες. Οι δρόμοι κόπηκαν στα δυο, το μετρό σταμάτησε να συνδέει τα δυο τμήματα της πόλης και απαγορεύτηκε στους Ανατολικογερμανούς να μπαίνουν στον δυτικό τομέα. Οικογένειες και παρέες έγιναν σμπαράλια κι εκείνοι που κατοικούσαν στον ανατολικό τομέα έχασαν τις δουλειές τους που έδρευαν στον δυτικό.

 

Το Τείχος, ως σύμβολο του Ψυχρού Πολέμου απέκτησε το προσωνύμιο «του αίσχους». Δεν δίχασε απλώς μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα αλλά, συμβολικά, ολόκληρο τον κόσμο, για εικοσιοχτώ χρόνια. 


Αυτό το τερατώδες φράγμα «αντιφασιστικής προστασίας» εκτεινόταν εκατόν πενήντα πέντε χιλιόμετρα περιμετρικά του Δυτικού Βερολίνου καθιστώντας-το περιφραγμένη καπιταλιστική νησίδα εν μέσω «σοσιαλιστικού» ωκεανού.

 

Από τη δυτική πλευρά μετατράπηκε σε μια απέραντη παλέτα όπου εκατοντάδες καλλιτέχνες έβγαζαν τα απωθημένα τους φιλοτεχνώντας το με συνθήματα και «μουράλες» όλο νόημα και οργή. Μερικά απ αυτά υψηλής αισθητικής αξίας.

 

Από την ανατολική πλευρά διέπρεψαν οι εγκαταστάτες συρματοπλεγμάτων εδάφους-εδάφους και εξέτισαν τη θητεία τους φαντάροι με σκυλιά εκπαιδευμένα στο να αποθαρρύνουν τους υποψήφιους φυγάδες. Τότε, ή, μάλλον, λίγα χρόνια αργότερα, ανατολικά από τα μπετά του διαχωρισμού, θάφτηκαν οριστικά και πολλές ελπίδες για τη δυνατότητα της «ανοικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα». Ή, έστω, σε μια μόνο περιοχή της Γης, αυτής του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Έπεσε, σα να λέμε, η ταφόπλακα του ωραιότερου ονείρου που έπλασε ο χόμο σάπιενς στην πολυτάραχη Ιστορία του.


Η «βιτρίνα» του Τείχους που έσχιζε στα δυο το Βερολίνο είχε μήκος σαράντα τρία χιλιόμετρα. Την τελική του μορφή αποτελούσαν σαράντα πέντε χιλιάδες πλάκες μπετόν αρμέ , ύψους 3,6 μέτρα και φάρδους 1,2. Χτίστηκε από το 1975 μέχρι το 1980, διέθετε ενισχυμένη περίφραξη, 116 πυργίσκους, 20 μπούνκερς, και κόστισε περί τα 3,5 εκατομμύρια δολάρια. Διέθετε, επίσης, οχτώ τσεκ πόιντ. Το διασημότερο απ αυτά ήταν το «Τσάρλυ», το οποίο διατηρείται ακόμη και σήμερα (εικονικά) για ιστορικούς (και τουριστικούς) λόγους.



Οι Βερολινέζοι της δυτικής πλευράς, καθώς και οι αλλοδαποί ταξιδευτές μπορούσαν να περάσουν νομίμως στην ανατολική. Για να περάσει όμως ένας ανατολικός στην «κόλαση του καπιταλισμού» έπρεπε να είναι δοκιμασμένο κομματόσκυλο με ειδική άδεια και ν’ αφήνει πίσω του ομήρους τους συγγενείς του ώστε οι κρατούντες να τον έχουν στο χέρι.  Πέντε, περίπου, χιλιάδες Ανατολικογερμανοί πολίτες κατάφεραν να περάσουν το Τείχος παράνομα, πολύ  περισσότεροι συνελήφθησαν πάνω στην προσπάθειά τους και εκατόν τριάντα έξι, τουλάχιστον, σκοτώθηκαν επί τόπου από τους φρουρούς .

 


Στις 9 του Νοέμβρη 1989, ο Ανατολικογερμανός κυβερνητικός εκπρόσωπος ανακοίνωσε ότι αίρονται όλοι οι ταξιδιωτικοί περιορισμοί και πως οι Ανατολικογερμανοί μπορούν να επισκεφτούν ελεύθερα τη Δύση, αρχής γενομένης «εδώ και τώρα». Με το που τέλειωσε τη φράση του οι Ανατολικογερμανοί άρχισαν να συνωστίζονται στα τσεκ πόιντ για να περάσουν απέναντι όπου τους περίμεναν οι δικοί τους με τις σαμπάνιες στο χέρι. Το γκρέμισμα του μισητού Τείχους ξεκίνησε την ίδια μέρα.

 


Σήμερα διασώζονται ελάχιστα τμήματά-του. Το πιο καλοδιατηρημένο είναι το μήκους χιλίων τριακοσίων μέτρων «Ιστ Σάιντ Γκάλερι» κατά μήκος της Μουχλενστράσε, το οποίο δεν θα είμαι ο πρώτος που θα το κάνει παγκοσμίως  γνωστό δια μέσω της φωτογραφικής μου. Διατηρείται ως τουριστικό «δρώμενο». Είναι φιλοτεχνημένο από δεκάδες τοιχογραφίες διαφόρων καλλιτεχνών γεμάτες συμβολισμούς, τραγικότητα αλλά και χιούμορ. Η διασημότερη τοιχογραφία του είναι κείνη που απεικονίζει το «θανάσιμο φιλί του Μπρέζνιεφ στον Χόνεκερ».



Παρ’ όλο που είναι προστατευόμενο μνημείο, η γκαλερί αντιμετωπίζει προβλήματα εξ αιτίας των καιρικών συνθηκών, καθώς και εξ αιτίας κάποιων βανδάλων  που κατά καιρούς προκαλούν φθορές.

 

 


Σουλατσάροντας


Μια πολύ καλή γεύση από Γερμανία είχαμε πάρει μερικές φορές απ την όμορφη Φρανκφούρτη αλλά για το Βερολίνο δεν ήμουν και τόσο αισιόδοξος. Διαψεύστηκα. Κοντολογίς, έπαθα την πλάκα μου.

 

Το Βερολίνο είναι αυτό που συχνά-πυκνά μουρμουράω αποκαλώντας-το «μια ευρωπαϊκή πόλη στα μέτρα του ανθρώπου». Έχει αφομοιώσει και εντάξει στους κόλπους του μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα κι έχει καταστεί αρμονικά πολυπολιτισμική. Οι αστικές του συγκοινωνίες είναι άψογες. Τα κτήρια του  είναι κατά το πλείστον καλόγουστα και πολύ συχνά ντυμένα  από αναρριχητικά. Οι δρόμοι είναι το κάτι άλλο, με μια εξαιρετική πρόνοια για πεζούς και οχήματα. Οι ποδηλάτες έχουν παντού τους δικούς τους ποδηλατόδρομους. Δεν είδαμε πουθενά (μα πουθενά) αυτό το απελπιστικό θέαμα γνωστό με τον όρο «μποτιλιάρισμα».



Παιδικοί σταθμοί σε, σχεδόν, κάθε οικοδομικό τετράγωνο. Κανάλια με ποταμόπλοια ων ουκ έστιν αριθμός. Παράνομο παρκάρισμα αδιανόητο. Επαιτεία μηδενική. 


Ξυπνώ και βεβαιώνομαι ότι τα φωτογραφικά μου είναι ασφαλή, δεμένα στο χέρι μου.  Η Καίτη έχει ήδη ξυπνήσει και χτενίζεται. Ο Βαγγέλης και η Ισαβέλλα κοιμούνται ακόμη.

 

Μας είχε πάρει ο ύπνος στο γρασίδι ενός δημόσιου πάρκου. Ένας χορταστικός ύπνος. Δεν ακουγόταν τίποτε άλλο εκτός από τα κελαηδήματα των πουλιών. Κι όμως είμαστε πάντα στην καρδιά του Βερολίνου.

 


Η Πύλη του Βρανδεμβούργου στο κέντρο του Βερολίνου, και σύμβολό του, αποτελούσε άλλοτε την Πύλη της πόλης. Αυτή η πύλη-πολλαπλή αψίδα έχει ύψος 26, πλάτος 11 και μήκος 65 μέτρα.   Την αισθάνθηκα άκρως εντυπωσιακή, επιβλητική, πλην όμως, ως εραστής του αρχαίου αθηναϊκού πολιτισμού, και ειδικότερα του ιωνικού ρυθμού, τη βρίσκω πολύ βαριά για τα γούστα μου. Πολύ καταπιεστική.  Μου φάνηκε να δένει περισσότερο με τα μεγαλομανή γούστα του Αδόλφου Χίτλερ και των άλλων σχιζοφρενών που τον πλαισίωναν.

 

Δεν ομολόγησα στην παρέα τα συναισθήματά μου για να μην διαταράξω την έκσταση που πιθανόν να τους προκαλούσε αυτό το για μένα καταθλιπτικό κατασκεύασμα. Το φωτογράφισα όσο πιο καταπιεστικό μπορούσα γιατί έτσι το ένοιωσα. Κι όποιος μου πει πως μοιάζει με τα Προπύλαια της Ακρόπολης (γιατί κάπου διάβασα κάτι τέτοιο) θα παίξουμε ξύλο.


 


Όμως η τεράστια πλατεία που χύνεται μπροστά στην πύλη είναι το κάτι άλλο από την άποψη της ανθρώπινης χρήσης. Κάτοικοι του Βερολίνου και αλλοδαποί σουλατσάρουν αδιάκοπα. Μια αέναη κεφάτη κίνηση που την κάνουν ακόμη πιο κεφάτη τα διάφορα «δρώμενα» και «χάπενινγκ», όπως είθισται να λέγονται. Η περιγραφή τους δεν ανήκει στον τομέα της αφήγησης, ανήκει στα καθήκοντα της φωτογραφικής μου μηχανής, όμως δεν θα μου είναι εύκολο να ξεχάσω αυτή την αίσθηση της ανεμελιάς.  


  

Η Ισαβέλλα επιμένει να σουλατσάρουμε μέχρι τελικής πτώσεως σε όσο το δυνατό περισσότερες περιοχές της πόλης. Τι πείσμα κι αυτό το κορίτσι! Και ποιος να της φέρει αντίρρηση;

 

Τον Βαγγέλη τον έχει πιάσει το πολύ αντρικό του και το παίζει ακαταπόνητος, η Καίτη καθώς πετάει στα σύννεφα, ως συνήθως, δεν έχει την αίσθηση της βαρύτητας κι επομένως δεν κουράζεται, κι εγώ προκύπτω ο γκρινιάρης της παρέας διότι προφέρω ανεπίτρεπτες λέξεις, όπως «κουράστηκα», ή φράσεις όπως «δεν σταματάμε σε κάνα καφέ, ρε παιδιά;» με τη φρούδα ελπίδα ν’ ανάψω το τσιμπούκι μου σαν άνθρωπος. Ουφ!



Σπρέε λέγεται αυτό το ποτάμι που διασχίζει μαζί με τα πολυδαίδαλα κανάλια του την πόλη. Την ποτίζει και την ομορφαίνει περισσότερο. Της δίνει δυνατότητα στη συγκοινωνιακή και εμπορική ποταμοπλοΐα, ποτίζει τα γύρω πάρκα και θρέφει άλση για περιπατητές κι ερωτευμένους. Μια μεξικάνικη καντίνα! Τι είναι το «τάκος», ρε παιδιά; Δεν δοκιμάζουμε;



Σηκώνω τη φωτογραφική κόντρα φάτσα στην προτομή του Καρόλου Μαρξ. Πώς ν’ αποτυπώσω στη φωτό τα συναισθήματά μου;


 


Πάρα πολλά ποδήλατα. Ποδήλατα με μία, δύο, τρεις, τέσσερις, μπορεί και έξι ρόδες. Μπορώ να το αποδείξω φωτογραφικά. Όλες οι ηλικίες πάνω σε ποδήλατα. Μαζί με το οξυγόνο που παράγουν τόσα και τόσα δέντρα πώς να μην επιμηκύνεται το προσδόκιμο τους; 

 

Ιταλικά ρεστωράν και πιτσάδικα, ταϊλανδέζικα και, βεβαίως, κινέζικα. Σιγά μη χάσουν ευκαιρία οι Κινέζοι! Αυτοί μέχρι και λιμάνια αγοράζουν. Και μάλιστα κοψοχρονιά. Γι αυτό έκαναν την πολιτιστική επανάσταση και όχι γι αυτό που νόμιζα εγώ τότε, επί Μάο. 

 

Αυτό εδώ γράφει «Κιουτσούκ Ισταμπούλ σαλονού»! Έλα.. στον τόπο σου! Τούρκικο κομμωτήριο! Μα, καλά, αφού καλύπτονται απ’ την μαντήλα τι τη θέλουν την κόμμωση; Περίεργα πράγματα.

 

Να και το βιετναμέζικο γλυκατζίδικο. Απ’ ότι θυμάμαι από το Ανόι δεν κάνουν και σπουδαία γλυκά. Πού τα δικά μας κανταΐφια! 

 

Οδός Ρούντι Ντούτσκε! Ο δικός μας. Τον έκαναν «οδό» για να εκφυλιστεί η μνήμη του, τα ξέρω εγώ αυτά!

 

Αυτό τι είναι; Ποδηλατοταξί! Πολύ το γουστάρω να γυρίσουμε στο χάνι μας μ’ ένα τέτοιο. Τι λέτε, ρε παιδιά, συμφωνείτε; Σιγά μη διαφωνήσουν! Είναι όλοι τους ξεποδαριασμένοι. Αύριο πετάμε για Ισλανδία. Μη χάνεσαι, θα ‘χω να σου πω πολλά.  

 


Για περισσότερες φωτογραφίες:  

Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν | Πάμε γι' άλλα...