ΜΟΓΓΟΛΙΑ 1, ΔΡΟΜΟΙ ΠΟΥ ΔΙΑΤΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΑΧΑΝΕΣ

Front Picture: 

«Δρόμοι που διατρέχουν το αχανές», να μια φράση που μπορεί να εκφράσει αυτό που νοιώθουμε. Οι υπέροχοι παράλληλοι χωματόδρομοι που ανοίγουν με τις ροδιές τους τα βαριά φορτηγά. Θέλω να τα φωτογραφήσω με τα σύννεφα σκόνης που αφήνουν πίσω τους. Θέλω τις αυλακιές που σκάβουν οι ρόδες τους στην εποχή των βροχών για χιλιόμετρα επί χιλιομέτρων. Θέλω μια τέτοια φωτογραφία για άνοιγμα στον υπολογιστή μου. Θέλω να 'χω την Μογγολία μαζί μου για πολύ καιρό. Μ' έχει ήδη σημαδέψει.

 

 

Του Κώστα Ζυρίνη

Το ταξίδι στη Μογγολία πραγματοποιήθηκε την περίοδο Οκτώβρη-Νοέμβρη του 2011

Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩΔΡΟΜΙΟ του "ΕΠΕΝΔΥΤΗ", τεύχος αρ. 5 / 17.08.2013


  


ΟΥΛΑΝ ΜΠΑΤΟΡ


Η διαδρομή από το αεροδρόμιο μέχρι το κέντρο της Ουλάν Μπατόρ είναι μια πρώτη γερή τζούρα από μπάχαλο:


Ο δρόμος ανυπόφορος, με μεγάλη κυκλοφορία και με ντεκόρ, δεξιά-αριστερά, παρακμιακά εργοστάσια και τσι­μινιέρες που ξερνάνε θάνατο.

Κάποια περιφερειακά ενδιαιτή­ματα που υπέπεσαν στην αντίληψή μας, “φωτογενή” μεν, πλην μαύρη φτώχεια. Ψυχομπούκωμα! 


 


Εγκατασταθήκαμε σ' ένα κατάλυμα κοντά στο εμπορικό κέντρο της Ουλάν Μπατόρ που έχει το θράσος να αυτοαποκαλείται “Οτέλ”.


Το, που λέει ο λόγος, ξενοδοχείο μας είναι επιεικώς άθλιο, αλλά, τι να κάνουμε; το “Λόνλι Πλάνετ” μας το συνιστά ως οικονομικό. Όλο σε τέτοια με σέρνει η Ισαβέλλα. Τα 'χω συνηθίσει όμως και δεν μου καίγεται καρφί.

Δεν πρόκειται, βεβαίως, για ξενοδοχείο με την έννοια που του δίνουμε συνήθως. Πρόκειται για διαμερίσματα σ' έναν όροφο μιας πολυκατοικίας σοβιετογενούς διαστροφής που τα 'χουν μετατρέψει κακήν κακώς σε δωμάτια προς ενοικίαση. Μπορεί τα δυο κρεβάτια, κουκετοειδώς το ένα πάνω στο άλλο, να είναι τεράστια σε φάρδος αλλά δεν αφήνουν χώρο στο υπόλοιπο δωμάτιο ούτε για τα σακίδιά μας.


Το ντεκόρ συμπληρώνει κάποιο ψυγείο, το οποίο εννοείται ότι δεν λειτουργεί. Όσο για την τακτοποίηση των ρούχων, το μόνο που βλέπω είναι κάτι συρμάτινες κρεμάστρες σ’ ένα σκοινί πιασμένο με καρφιά από τον ένα τοίχο στον άλλο. Ίσως τελικά το ψυγείο να προορίζεται για ντουλάπα και να μην το έχουμε καταλάβει.


Άνοιξα με αρκετή προσπάθεια την μπαλκονόπορτα που βλέπει προς τον δρόμο. Το μπαλκόνι είναι σκεπαστό με σκουριασμένη λαμαρίνα και με τζάμια που θεωρητικά βλέπουν στο δρόμο.


Λέω “θεωρητικά” διότι είναι αυταπόδεικτο πως δεν καθαρίστηκαν ποτέ από τη μέρα που τα τοποθέτησε εκεί ο τζαμάς. Ούτε μια μπόρα δεν μπορεί πλέον να τα κάνει αρκούντως διαφανή.


Το μπαλκόνι, δεν είναι ακριβώς μπαλκόνι, είναι ένας σκουπιδότοπος με ότι μπορείς να φανταστείς, που χρησιμοποιείται ως τέτοιος από το τέλος της κατασκευής του κτηρίου. Αλλά είναι και ο μόνος χώρος όπου μπορώ ν' ανάβω την καπνοσύριγγά μου (νόμιμα). Η απαγόρευση του καπνίσματος τους μάρανε!


Ο διάδρομος, ο οποίος είναι κοινός με τα άλλα ενοικιαζόμενα του ορόφου, οδηγεί στη λεγόμενη τουαλέτα η οποία διαθέτει μια υπόπτου καθαριότητας λεκάνη. Το “μπάνιο” είναι μια φθαρμένη μπανιέρα με σκουριές παντού έτσι ώστε αυτές οι σκουριές να της προσδίδουν αξία αντίκας. Μα πολύ αντίκας! Δε βαριέσαι, έχουμε καταλύσει και σε πολύ χειρότερα.

Παρά την κούρασή μας, αντί να ξαπλώσουμε και απορυθμιστούμε βιολογικά τελείως, βγήκαμε να περπατήσουμε στο κέντρο της πόλης, κυρίως για να βρούμε καμιά τράπεζα, να κάνουμε συνάλλαγμα, να πιούμε καφέδες και τσάγια όπου μας αρέσει το σκηνικό και να κάνουμε μερικές διατροφικές προμήθειες σε κάποιο είδος σούπερ μάρκετ.


Σουλατσάρουμε στην Ουλάν Μπατόρ.

 

Τα πάντα εδώ, από αρχιτεκτονική τουλάχιστον άποψη, έχουν τα μελαγχολικά ίχνη του άλλοτε σοβιετόστροφου εγχειρήματος της Μογγο­λίας σε παραφύση συνύπαρξη μ' έναν ανερχόμενο επιθετικό καπιταλισμό.


Μια απ τις πολλές, άχαρη, ξεφλουδισμένη από σοβά και με χωμάτινο πεζοδρόμιο, πολυκατοικία, μπορεί για παράδειγμα να φιλοξενεί στο ισόγειό της μια γαμάτη μπουτίκ με “σινιέ” αηδίες.


Μια κοινωνία σε μετάβαση. Και μάλιστα απότομη και άτσαλη.   

 

Στο εμπορικό κέντρο οι πολυεθνικές έχουν ήδη ορμήσει. Πύργοι από γυαλί και ατσάλι με ευρωαμερικάνικο “ντιζάιν” υψώνονται αυθάδικα, παντού πανάκριβα αυτοκίνητα των οποίων τις μάρκες δεν θα μάθω ποτέ, και καταστήματα για χοντρά πορτοφόλια.

 

Όσο για τη νεολαία, ειδικά οι νεαρές Μογγόλες δεν φαίνεται να έχουν χάσει στιγμή απ την εξέλιξη της δυτικής μόδας. Γυναίκες! Βέβαια, πολύ, μα πάρα πολύ συχνά χάνουν το μέτρο και τείνουν προς την υπερβολή και όχι σπάνια αγγίζουν, αν όχι και προσπερνούν, και τα όρια του κιτς.



Άσε πια τα νεόνυμφα ζευγάρια που καταξιώνουν τον νεοπλουτισμό τους περιφερόμενοι συνοδεία πομπής αυτοκινήτων στολισμένων με τις συνήθεις γαμήλιες αηδίες.



Την ίδια πάντως στιγμή δεν είναι λίγοι οι Μογγόλοι, κυρίως άντρες μέσης και μεγαλύτερης ηλικίας, που εμμένουν στα παραδοσιακά τους και βολτάρουν με χλαίνη και μπότες στην κεντρική πλατεία Σουκμπαατάρ, στη σκιά του αγαλμάτων του ομώνυμου στρατηλάτη και της δυναστείας όλων των μεγάλων Χαν.



Με εξαίρεση πάντως το όχι και τόσο εκτεταμένο κέντρο που είναι εξόχως κοιτάχτεμε, φαίνεται λες και η ζωή σ΄αυτήν την πόλη φρέναρε στα χρόνια της σοβιετόστροφης γκριζάδας. Οι δημοτικοί υπάλληλοι, αν κρίνω τουλάχιστον απ το σκουπιδαριό στους δρόμους και τα εγκαταλειμμένα κηπάρια, δεν μοιάζουν να σκοτώνονται στη δουλειά. Αλλά, για να 'μαι δίκαιος, εκτός από τα μελαγχολικά οικοδομήματα, υπάρχουν και αρκετές “νησίδες” αισθητικά ανεκτής αρχιτεκτονικής, καμιά φορά έως και ωραίες.



ΑΛΟΝΖ ΑΝΦΑΝ


Ονομάζεται Μπίχε, είναι κοντός με τραχύ αγέλαστο πρόσωπο και δεν μιλά παρά μόνον μογγόλικα. Τα μάτια του, όπως κάθε Μογγόλου που είναι Μογγόλος, είναι δυο οριζόντιες σχισμές. Πώς βλέπει; Τις επόμενες είκοσι μέρες θα διατρέξουμε την μογγολική ενδοχώρα με το ρώσικο τζιπάκι του. Στενόχωρο βέβαια αλλά “πολύ σκληρό για να πεθάνει”, και για μας σχετικά άνετο αφού η Ισαβέλλα κι εγώ θα είμαστε οι μόνοι επιβάτες, με τον Μπίχε στο τιμόνι.


«Δρόμοι που διατρέχουν το αχανές», να μια φράση που μπορεί να εκφράσει αυτό που νοιώθουμε. Κάπου κάπου μοναχικά ξυλόσπιτα κι από κοντά μια ή περισσότερες γιούρτες για να μου θυμίζουν ταινίες του Μιχάλκοφ. Ή και περιφραγμένοι με ξύλινο φράχτη τετραγωνισμένοι οικισμοί -συστάδες ξυλόσπιτων- σαν χαλασμένες σκακιέρες μεθυσμένων θεών που τις πέταξαν στο πουθενά.


Ρίχνω μια ριπή από κλικ σ' ένα τσιμπούσι μαύρων κορακιών πάνω σ' ένα σκοτωμένο άλογο. Η Φύση είναι και εργαστήρι ανακύκλωσης.



Κάπου ένα εργοστάσιο κάποιου απροσδιόριστου αιώνα. Ρωτώ τον Μπίχε στην εσπεράντο των χειρονομιών αν μπορούμε να πάμε και μου απάντησε με δύο απ τις πέντε αγγλικές λέξεις που ξέρει: “νο γκουντ”, εννοώντας πως δεν είναι καθωσπρέπει θέαμα για έναν καθωσπρέπει τουρίστα. Τώρα, πώς να του πω πως δεν είμαι ούτε τουρίστας, ούτε καθωσπρέπει, και πως για μένα “γκουντ” δεν είναι μόνο οι ναοί και ο γυάλινος πύργος στην Ουλάν Μπατόρ αλλά και τα σκουριασμένα εργοστάσια; Και όχι μόνο “γκουντ” αλλά και “βέρι μπιούτιφουλ”.

Δεν χρειάστηκε να του το πω τρίτη φορά. Έστριψε δεξιά. 


Πρόκειται για κάποια εν ενεργεία “Ιντούστριαλ Κέμικαλ” που γνώρισε κάποιο επιφανειακό λίφτινγκ το 1992 αλλά θα μπορούσε και σήμερα ν' αποτελέσει σκηνικό για τα “Λαυρεωτικά”. Περιέργως, κανείς δεν μας σταμάτησε για ν' αποτρέψει μια ενδεχόμενη βιομηχανική κατασκοπία. Αν το ξανάπαιζα σκηνοθέτης θα έκανα μία ταινία εδώ.

Το εργοστάσιο από μέσα είναι ακόμη πιο πρωτόγονο και, άρα, πιο φωτογενές, απ ότι φαίνεται απ έξω. Κάποιοι προλετάριοι που φορτώνουν κάρβουνα για τον καυστήρα δεν δείχνουν ενθουσιασμένοι που τους φωτογραφίζω. Με κοιτάζουν σα να μου λένε “δε μας χέζεις, ρε τύπε!”. Καλύτερα όμως έτσι παρά τα συνήθη χαζοχαρούμενα χαμόγελα που μου χαλάν τη σκηνοθεσία. Έχω αρχίσει να εμπεδώνω σιγά-σιγά την πέραν της Ουλάν Μπατόρ Μογγολία. Και σχεδόν να εξοικειώνομαι.



Έχουμε φτάσει σε μια απόλυτη ερημιά όπου, ψηλά σε κάποιον λόφο, εποπτεύει ένα βουδιστικό μο­ναστήρι.


Και τ’ όνομά αυτού Αμαρμπαγιασγκαλάτ Κιίντ αποφαίνεται η ως συνήθως διαβασμένη Ισαβέλλα. Είναι κάτι το απρόσμενο μέσα σ' αυτό το απέραντο τίποτα.


“Μπίχε πάμε εκεί πάνω”, του λέω ελληνιστί. “Γιες, γιες” μου απαντά και κόβει δεξιά για τον ανήφορο. Απορώ γιατί δεν μου απάντησε: “ντα, ντα”.


Το φως της μέρας έχει αρχίσει να πέφτει και να δίνει απίστευτους χρωματισμούς σ' αυτό το μοναστικό σύμπλεγμα από παγόδες. Μέχρι το Τριαντακάτι, λέει το Λόνλι πλάνετ, λειτουργούσε στο φουλ με δύο χιλιάδες μοναχούς. Μετά ήρθε ο υπερβάλλων ζήλος των εγχώριων νεόκοπων μπολσεβίκων για να το ρίξει σε μαρασμό.


Πολύ αργότερα έβαλε το χέρι της και η Ουνέσκο και περίπου το αναστήλωσε. Σήμερα πάντως παρακμάζει αλλά αυτή η χροιά της παρακμής του δίνει μια ιδιαίτερη μελαγχολική γοητεία. Δεν το περιγράφω γραπτά γιατί θα το αδικήσω. Θα στα πω όλα με την φωτογραφική μου.



Υποθέτω πως μπήκαμε στην περιοχή όπου θα περάσουμε και τη νύχτα και, ιδού μια γιαγιά η οποία, απ ότι θα προκύψει σε λίγο, έχει στην εξουσία της ένα ξυλόσπιτο και τρεις γιούρτες που τις νοι­κιάζει σε ταξιδιώτες. Θα μείνουμε σε μία απ αυτές.


Επιτέλους, στην πρώτη γιούρτα του ταξιδιού! Εντυπωσιακή σαν σύλληψη και κατασκευή! Είναι όλη από αδιάβροχο ύφασμα πάνω σε ξύλινο σκελετό ενώ ανάμεσα στην εσωτερική και στην εξωτερική της επιφάνεια μεσολαβεί ένα θερμομονωτικό μαλλί, εικάζω από τρίχωμα αιγοπροβάτων. Η κυλινδρική περίμετρός της έχει ύψος περίπου ένα εξήντα με ένα εβδομήντα κι από κει και πάνω γίνεται κωνική. Από την κορυφή του κώνου ξεμπουκάρει το μπουρί της ξυλόσομπας η οποία εδράζεται στο κέντρο της γιούρτας κι έχει διάμετρο βαρελιού. Εδώ θα μείνουμε γι απόψε. Μόνοι μας. Ο Μπίχε, θα φιλοξενηθεί από την οικογένεια που μας νοικιάζει τη γιούρτα.



Μπήκαμε και στο ξυλόσπιτο της οικογένειας η οποία είναι, δικαίως, υπερήφανη γι αυτό. Εξόχως συμπαθές. Ένα αμάλγαμα κιτς και ναΐφ. Αλλά και η γιούρτα, στην οποία θα μαγειρέψουμε και κοιμηθούμε, μακράν καλύτερη.



Μετράω στη γιούρτα έξι κρεβάτια διατεταγμένα περιμετρικά. Υπάρχει κι ένα ετοιμόρροπο τραπέζι με μουσαμά σαν κι αυτόν που είχε η μάνα μου στη δεκαετία του 'πενήντα και μια γκαζιέρα υγραερίου.


Η Ισαβέλλα αποφάσισε να φτιάξει μια σούπα τουρλού κι άρχισε να κόβει κομματάκια απ όλα τα λαχανικά που ψωνίσαμε στην Ουλάν Μπατόρ για να τα βάλει στον τέντζερη. Αισθάνομαι ευτυχής γιατί είναι στα πάνω της. Ίσως γιατί έχω κατα­φέρει, μέχρι τώρα, να μην την εκνευρίσω. Καπνίζει μάλιστα και το αμαρτωλό της τσιγάρο. Το μοναδικό της ημέρας. Η κατσαρόλα μπροστά μας κοχλάζει. Έχουμε, βεβαίως και κόκκινο κρασί. Τι άλλο θέλουμε!


Η, σε εισαγωγικά, τουαλέτα εδράζεται μερικές δεκάδες μέτρα πέρα από τις γιούρτες. Πρόκειται για ένα κουβούκλιο από άβαφες σανίδες, εμβαδού ένα επί ένα μέτρο, κι ανοιχτό από πάνω. Από κάτω.. λείπει η μεσαία σανίδα ώστε η γη ν' αποδέχεται απρόσκοπτα τα προϊόντα του κόπου μας. Τα οποία προϊόντα ακούγονται λίγο μετά την αποδέσμευσή τους αφού το βάθος από κάτω είναι αρκετά μεγάλο ώστε να φιλοξενήσει την παραγωγή πολλών γενεών. Φυσικά, σπάνια υπάρχει κάποιου είδους πόρτα που να σε προστατεύει από πιθανά αδιάκριτα βλέμματα. Ούτε καν μια κουρελού. Αλλά, είμαι σχεδόν βέβαιος ότι εδώ δεν υπάρχουν τέτοιου είδους βλέμματα. Κανείς Μογγόλος δεν θα χάζευε κάποιον άλλο κατά τη διάρκεια της ικανοποίησης μιας φυσικής ανάγκης, όπως εμείς δεν χαζεύουμε κάποιον κατά τη διάρκεια που τρώει το μανταρίνι του. Θα το συνηθίσω κι αυτό.


Άνοιξα τα μάτια μου. Πηχτό σκοτάδι και χρειάστηκε κάποιος χρόνος για να συνειδητοποιήσω ότι είμαι στη γιούρτα. Τα ξύλα της σόμπας έχουν καεί όλα. Δεν τολμώ να βγάλω το χέρι μου από τα σκεπάσματα από το πολύ κρύο. Το να σηκωθώ και να ψάξω να βρω πού είναι ο διακόπτης του ηλεκτρι­κού είναι μία απόπειρα που με απογοητεύει προκαταβολικά. Πού να τον εντοπίσω μες το σκοτάδι; Δεν τον είδα καν όσο είχε φως ημέρας.

 

Τελικά, με τον φακό κεφαλής, που μ' αυτόν κοιμάμαι σε παρόμοιες περιστάσεις, διαπιστώνω ότι η σόμπα έχει δίπλα της κάτι λίγα ξύλα αλλά καθόλου ψιλά για προσάναμμα. Δοκιμάζω ν’ ανάψω με τα πιο λιανά και διαπιστώνω πως αυτό το πρωτόγονο κατασκεύασμα που εδώ ακούει στο όνομα “σόμπα” πήρε μπρος με την πρώτη. Στοχάζομαι ότι ο άνθρωπος δεν θέλει και πάρα πολύ χρόνο ώστε να μπορέσει να προσαρμόσει τη ζωή του σε μια απλή κατασκευή όπως είναι αυτή η γιούρτα και να 'χει, λίγο-πολύ, όσα πραγματικά του χρειάζονται για να ζει, και μάλιστα αρκετά καλά.


Μόλις τώρα μπήκε απ το πορτάκι μας η κοντούλα γιαγιά με το γλυκύτατο ζαρωμένο πρόσωπο, μ' ένα κοζάκικο καπέλο, με τις τεράστιες φουστάνες της, με τα μογγόλικα μισόκλειστα ματάκια της και μ' ένα χαμόγελο που έπιανε από το ένα αφτί και τέλειωνε στο άλλο. Κάτι μου λέει σε άπταιστα μογγόλικα κι εγώ απλώς της χαμογελώ.


Η Ισαβελλίτσα είναι ακόμα μέσα στο κατακόκκινο μεταξωτό σεντονάκι της. Άνοιξε το ένα της μάτι και χαμογέλασε στη γιαγιά. Εγώ είμαι με το σώβρακο αλλά αυτό δεν σοκάρει καθόλου τη γιαγιά. Ούτε μένα. Τώρα μας λέει διάφορα χαριτωμένα στη γλώσσα της πάντα χαμογελα­στή.

 

Προφανώς, το μέλημά της είναι να διαπιστώσει αν έχουμε ξύλα για τη σόμπα. Κοίταξε τη σόμπα και απόρησε που είναι ακόμα αναμμένη. Πού να φανταστεί ότι σηκώθη­κα, νύχτα ακόμη, κι έκαψα τα υπόλοιπα που ήταν στοιβαγμένα έξω απ τη γιούρτα.


 

Έξω είναι η ώρα που τα σκυλιά αλυχτούν και η Ισαβέλλα κάνει ότι κοιμάται. Και δεν έχει κανένα, μα κανέναν απολύτως λόγο να βιαστεί να σηκωθεί.



ΠΟΡΕΙΑΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ.


Έχω αρχίσει ν' αλλάζω γνώμη για τον Μπίχε. Είναι μεν παλαβιάρης, άφιλος και μπρούτος αλλά είναι και πολύ επαγγελματίας. Πολύ καλός οδηγός και πάντα έτοιμος στο να μη μας λείψει τίποτε.


Οδεύουμε κατά βορειοδυτική μεριά της χώρας, προς τα σύ­νορα με τη Ρωσία. Σε κάποιο χωριό μάλιστα συναντήσαμε χθες και τις ράγες του φημισμένου Υπερσιβηρικού που ξεκινάει από τη Ρωσία, δια­σχίζει τη Μογγολία και καταλήγει στο Πεκίνο. Ίσως όφειλα να εντυπωσιαστώ αλλά δεν μου συνέβη κάτι τέτοιο. Είναι όπως όλες οι ράγες του κόσμου. Η Ισαβέλλα, αντιθέτως, όλο λέει και ξαναλέει “για σκέψου, διασχίσαμε τις γραμμές του Υπερσιβηρικού!” “Ε, και; Σιγά τον άθλο!” “Μα δεν θα τις φωτογραφήσεις;” “Όχι”.



Φανταζόμουν αυτό το υψίπεδο, πιο ψυ­χρό, πιο γυμνό, πιο απόκοσμο και άκρως άφιλο. Δεν είναι έτσι. Διανύουμε το φθινόπωρο και είναι κυρίως ξανθό, σαν μετά από θερισμό, με πολλά όρη ένα γύρω και με δάση “τάιγκα” που το μαλακώνουν και το γλυ­καίνουν. Συνεχώς σταματώ τον Μπίχε και φωτογραφίζω ξέφρενα. Ούτε ίχνος δυσφορίας από μεριάς του. Πολύ επαγγελματίας, σου λέω.



Έχουμε φτάσει σε μια βιομηχανική κωμόπολη που ακούει στο όνομα Έρντενετ. Ο κύριος λόγος της ύπαρξής της έγκειται στο ότι διαθέτει ένα εργοστάσιο εξόρυξης χαλκού, ο οποίος χαλκός, μαθαίνω απ τα κιτάπια της Ισαβέλλας ότι εξασφαλίζει το σα­ράντα τα εκατό του συναλλάγματος της χώρας. Εδώ θα σταματήσουμε για φαγητό και καφέ στην κεντρική της πλατεία. Σπεύδω να επισημάνω, ως αξιοσημείωτο, το λουκ των κορασίδων: Κομψά ντυμένες να ακροβατούν με ανορθωμένα κωλαράκια πάνω σε πανύψηλα τακούνια-στιλέτο ή με κολλητά τζινάκια και δυτικότροπα σπορτέξ. Είναι τόσο απρόβλεπτο το εν λόγω φαινόμενο μέσα σ' αυτό το απομονωμένο επαρχιακό περιβάλλον όσο μια αδέσποτη παρέα από γαζέλες στην πλατεία Συντάγματος.


Το μαγαζί όπου θα καταστείλουμε την πείνα μας είναι ολοκαίνουργιο και -υποτίθεται- με σύγχρονες ανέσεις. Δεν θ' αντέξω όμως στον πειρασμό ν' αναφερθώ, κι αυτή τη φορά, στο αποπατήριο στο οποίο με οδηγεί ένα κομψό βέλος με την διευκρίνηση “Toilet”. Από την πόρτα μέχρι την άκρη της λεκάνης η απόσταση είναι δύο πιθαμές, λίγο παραπάνω δηλαδή απ όσο χωράει το πέλμα μου. Καθιστός απέχω από τους πλαϊνούς τοίχους μια πιθαμή εκατέρωθεν. Κι αν το αναφέρω είναι γιατί πρόκει­ται για ένα ολοκαίνουργιο κτίσμα και μου προκαλεί εντύπωση ο απόλυτος ανορθολο­γισμός των χώρων. Δεν ξέρω πού να το αποδώσω. Ίσως στο απότομο πέρασμα σ' έναν νεοπλουτισμό που δεν ξέρουν ούτε τι είναι, ούτε πώς να τον διαχειριστούν. Παμ' παρακάτω.



Τρέχουμε πάνω στην σχεδόν έρημη από πληθυσμό μογγόλικη γη. Γη ξανθιά στο χρώμα της άμμου. Τα βουνά που την περιβάλλουν έχουν τα δέντρα τους ξερά. Μπορείς να την πεις και οροπέδιο.


Και κάθε τόσο μεμονωμένες κατοικίες, κυρίως ξύλινες, με έντονα κεκλιμένες στέγες. Και γιούρτες συχνά κοντά στα σπίτια. Σάμπως και κάθε σπίτι πρέπει να 'χει τη γιούρτα του. Και άλογα μέσα στην περίφρα­ξή τους, ή να βόσκουν ελεύθερα σε μεγάλα κοπάδια. Η Μογγολία είναι χώρα αλόγων!


Μ' εντυπωσιάζουν ιδιαιτέρως τα ξύλινα σπίτια με τις έντονα κεκλιμένες στέγες που αποτρέπουν την μεγάλη στοίβαξη χιονιού. Ο καιρός εδώ είναι ανώμα­λος. Τη μια μέρα μπορεί να είναι ηλιόλουστος και την επόμενη μπορεί η θερμοκρασία να πέσει πάρα πολύ και να ρίξει χιόνι.


Περιφερόμαστε στις γειτονιές μιας πολίχνης που ακούει στ' όνομα Μπουλγκάν. Αυτή η Μπουλγκάν αναδύει μια αίσθηση γοητευτικής παρακμής και πάντως όχι μιζέριας. Όλα της τα σπίτια έχουν κεκλιμένες στέγες και είναι ξύλινα, καθώς και οι φράχτες τους. Μια σκηνογραφία που μας παραπέμπει σ' αυτό που συνηθίσαμε να ονοματίζουμε “ρώσικη ίσμπα”, αλλά εδώ με χρώματα Μεξικού. Δηλαδή, με μια πανδαισία χρωμάτων.



Είχαμε προγραμματίσει να κοιμηθούμε στην Μπουλγκάν, αλλά ο Μπίχε είχε άλλη γνώμη. Ήθελε να προχωρήσει κι άλλο, να μοιράσει τη χιλιομετρική απόσταση για να κοντύνει τη διαδρομή της επόμενης μέρας. Το “λίγο μετά” μας πήγε δύο ώρες, δύο και τέταρτο, δυόμιση… Άρχισε να νυχτώνει.



Κάποτε φτάσαμε στο μέρος όπου υπολόγιζε να κοιμηθούμε. Πίστευε ότι θα έβρισκε εκεί διαθέσιμες γιούρτες, πλην όμως γιούρτες γιοκ. Οι νομάδες έχουν ήδη αποχωρήσει.

 

Τότε μας λέει, στη νοηματική πάντα, ότι υπάρχει μια πόλη καμιά δεκαπενταριά χιλιόμετρα πιο πέρα και πως θα βρούμε κατάλυμα εκεί. Δεν είχαμε κι άλλη επι­λογή.

 


Φτάνουμε. Το μοναδικό ξενοδοχείο κλειστό. Αλλά και πάλι ο Μπίχε, “μην ανησυχείτε, θα βρω λύση”. Οπότε αρχίζει να τηλεφωνάει από το κινητό του και σε λίγο εμφανίζεται ένα αυτοκίνητο. Το ακολουθούμε για να φτάσουμε κάποτε σ' ένα ωραίο ξύλινο σπίτι. Θα κοιμηθούμ' εδώ, λέει. Που εδώ δηλαδή; Αυτό είναι σπίτι και μέσα μένει ολόκληρη οικογένεια! Α, μην ανησυχείτε, θα φύ­γουν όλοι, μας απαντά στη νοηματική εσπεράντο μας, θα πάνε να μείνουν αλλού κι εμείς θα κοιμηθούμε στα κρεβάτια τους. Ο,τι πεις μεγάλε!


 

Το σπίτι είναι ένας αλλόκοτος και κραυγαλέος αχταρμάς εποχών: Και πρώτ’ απ’ όλα μια τηλεόραση πλάσμα τελευταίο μοντέλο, θρονισμένη σ’ ένα σύνθετο που λες και φτιάχτηκε ειδικά γι αυτήν. Κατά τα άλλα, κουρτίνες σατέν με χρώματα που βγάζουν μάτι, ένα τεράστιο χαλί, οικογενειακές φωτογραφίες σε ναΐφ εκδοχή, μια φουφού για θέρμανση, μια σούπερ σύγχρονη κουζίνα σαν κι αυτές που πουλάει ο φίλος μου ο Βαγγέλης στους μεσοαστούς της Αθήνας, ένα χτιστό φουρνάκι, τα προικιά στο γιούκο, ένας βελούδινος καναπές, ένα τσίγκινο «βρυσάκι» για το πλύσιμο των δοντιών σαν κι αυτό που είχαμε στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της πρώτης γερμανικής Κατοχής, ένα πλυντήριο που ποιος ξέρει αν και πώς λειτουργεί αφού το σπίτι δεν διαθέτει τρεχούμε­νο νερό, πλαστικά λουλούδια κι ένας Τζένγκινς Χαν-χράμι στον τοίχο...


Στο δε υπνοδωμάτιο πήρε το μάτι μου ένα ψυγείο, δυο υπολογιστές κι ένα ογκώδες χρηματοκιβώτιο. Ε, αυτό πια! Όσο για την “τουαλέτα” … το ήδη προειρημένο χωρίς πόρτα σανιδένιο κουβούκλιο, κάπου έξω, στη χωμάτινη αυλή. Την έχω ήδη περιγράψει σε άλλη ευκαιρία. Μιλάμε για στυλ!


Η οικογένεια είναι εξόχως φιλική: οι δυο φεγγαροπρόσωποι μπόμπιρες με κόκκινα μαγουλάκια, μας υποδέχονται τελείως ξεψαρωμένοι και πολύ ευγενικοί μαζί μας. Το ίδιο κι ο μπαμπάς με την συμβία, που εμένα στην αρχή μου φάνηκε μάλλον γιαγιά.


Και ενώ προσπαθούμε να εγκλιματιστούμε, την ίδια στιγμή συλλαμβάνουμε την τηλεόραση πλάσμα να παίζει μια φρικτή τσόντα, απίστευτα κακόγουστη, σαν παρωδία. Τα ροδομάγουλα παιδάκια, καθισμένα στο χαλί παρακολουθούν μια γκόμενα με βρακί κουραδοκόφτη γκρο πλαν κι ένα χοντρός που ετοιμάζεται να την πη­δήξει.. Οι δε γονείς απαθείς, λες και βλέπουν Μίκυ Μάους. Μιλάμε για πολιτισμικό σοκ!


Κάποια στιγμή, ο πάτερ φαμίλιας τους μάζεψε, τους φόρτωσε στο φορτηγάκι του και… Πάνε, λέει, να κοιμηθούνε στα πεθερικά. Εν κατακλείδι, μας έχουν αφήσει το σπίτι τους χύμα με όλο τους το έχειν μέσα. Σημειωτέον δε, ότι δεν κλειδώνουν τίποτε. Μπαίνεις-βγαίνεις παντού εντελώς στο χύμα.


ΣΙΒΗΡΙΑ ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ!


Πριν από καμιά ώρα αφήσαμε πίσω μας τον οικισμό με την τηλεόραση πλάσμα και το τσίγκινο βρυσάκι, και τρέχουμε πάλι στους υπέροχους, χαραγμένους απ τις ροδιές των φορτηγών χωματόδρομους που δημιούργησε η φυσική επιλογή των οδηγών. Σύμφωνα με τον χάρτη και τους προβλεπόμενους προορισμούς μας θ' αργήσουμε πολύ να ξαναπέσουμε σε άσφαλτο. Καλό μου ακούγεται.


Κάποτε, σταματούμε σ' ένα χωριό με τη γνωστή μας πλέον μογγόλικη αρχιτεκτονική των ξύλινων περιφραγμένων περιμετρικά οικισμών, με τις κεκλιμένες στέγες και τη γενναιοδωρία των χρωμάτων. Αυτή τη φορά η ελλιπής περιμετρική περίφραξη μάς αφήνει περιθώρια, για μια άνετη φωτογράφηση.



Στα “συν” αυτής της στάσης είναι τα παιδιά και τα εφηβάκια. Κάθονται να τα φωτογραφήσω χωρίς νάζια και χαζοχαρούμενες πόζες. Κοιτάζουν τον φακό μου, ή αλλού, με απόλυτη φυσικότητα. Θα ρισκάρω να το χαρακτηρίσω “όσμωση” γιατί είναι σα να διαισθάνονται πόσο κοντά τους είμαι. Κι ας έχω την αγριόφατσα που έχω. Η αμοιβή τους είναι η χαρά που νοιώθουν όταν βλέπουν τη φατσούλα τους στην οθονίτσα της μηχανής μου. Κανένα απ αυτά δεν διανοήθηκε ν' ανταλλάξει την πόζα του με “μπομπόν”, με “αρζάν” ή με “μάνεϊ” όπως συμβαίνει σ' όλον τον λεγόμενο “τρίτο κόσμο”, και η χαρά τους, το γέλιο τους, είναι γέλιο ανθρώπου που καταλαβαίνει.


Από κει ξαναπήραμε αυτούς τους υπέροχους παράλληλους χωματόδρομους που ανοίγουν με τις ροδιές τους τα βαριά φορτηγά. Θέλω να τα φωτογραφήσω με τα σύννεφα σκόνης που αφήνουν πίσω τους. Θέλω τις αυλακιές που σκάβουν οι ρόδες τους στην εποχή των βροχών για χιλιόμετρα επί χιλιομέτρων. Θέλω μια τέτοια φωτό για άνοιγμα στον υπολογιστή μου. Θέλω να 'χω την Μογγολία μαζί μου για πολύ καιρό. Μ' έχει ήδη σημαδέψει.



Νά 'μαστε στην πόλη Μουρούν όπου πρόκειται να διανυκτερεύσουμε. Σε πρώτη ματιά μου φαίνεται από συμπαθητική έως και αδιάφορη, αν όμως ξεκινάγαμε από δω το ταξίδι μας στη Μογγολία θά ΄λεγα “α, τι ωραία”!



Καβατζόσαμε το γκεστ χάουζ και ξαμοληθήκαμε για το απαραίτητο φωτοσαφάρι. Σήμα κατατεθέν της επαρχιακής Μογγολίας: Τα φουντωτά φιογκάκια σαν μπομπονιέρες στα μαλλιά των κοριτσιών ηλικίας δημοτικού και τα αγάλματα αναπαράστασης στάσεων της παραδοσιακής μογγολικής πάλης, της επονομαζόμενης «Μποκχ» Στην άλλη άκρη της πόλης θα δούμε και θ' απαθανατίσουμε κάτι βουδιστικούς ναϊσκους, ταπεινούς μεν πλην πολύ ωραίους στη γνωστή παγοδοειδή τους φόρμα. Τα υλικά τους: ξύλο και τσίγκος.


Το γκεστ χάουζ, είναι ταπεινό και ατμοσφαιρικό συνάμα. Το δωμάτιο όπου θα μείνουμε έχει πέντε κρεβάτια, γιατί ουσιαστικά η τιμή διαμονής πάει με το κρεβάτι. Εμείς πάντως νοικιάσαμε όλο το δωμάτιο για δώδεκα ευρώ. Οι τοίχοι του κοσμούνται από κέρατα κριαριών και φωτογραφίες του Δαλάι Λάμα…

Για να πλυθείς πρέπει να βγεις έξω μ' ένα κατσαρόλι, να πάρεις από κάποιον κουβά της αυλής, του αίθριου χώρου, λίγο νερό, να το φέρεις μέσα, να το ρίχνεις σιγά σιγά στη χούφτα σου κι απ τη χούφτα σου στη μούρη σου κι από τη μούρη σου σε μια άλλη λεκάνη από κάτω την οποία θα την πάρεις μετά να την χύσεις στην αυλή. Κάτω από τέτοιες συνθή­κες η Ισαβέλλα επέμενε να κάνουμε μπάνιο.


Ρωτούσα πώς ακριβώς το βλέπει “να κάνουμε μπάνιο” σ' ένα παγωμένο δωμάτιο με κατσαρολάκια που τα φέρνουμε απ έξω, από ένα βαρέλι πλαστικό αγνώστου καθα­ριότητας, αλλά με τα πολλά, κάτι καταφέραμε. Τμηματικό πλύσιμο εννοείται. Για κανονικό ολόσωμο μπάνιο μάλλον θα πρέπει να περιμένουμε την επιστροφή μας στην Αθήνα.


Πορευόμαστε και πάλι μέσα στην ορεινή στέπα. Ο χωματόδρομος είναι αλλού υποφερτός κι αλλού γεμάτος λακκούβες. Δεν είναι ακριβώς δρόμος, αλλά πίστα χαραγμένη απ τις πολλές παράλληλες ροδιές που αναπαράγονται από τα οχήματα την εποχή των βροχοπτώσεων. Σε λίγες ώρες θα βρισκόμαστε στις όχθες της λίμνης Κοβσκόλ στον απώτατο μογγολικό βορρά, προς τα σύνορα με τη Ρωσία. Σιβηρία ερχόμαστε!



Για περισσότερες φωτογραφίες της διαδρομής: 

Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν | Πάμε γι' άλλα...

 


Στο μέλλον θα ακολουθήσουν κι άλλα άρθρα για τη Μογγολία:

Μογγολία 2 – Περιπολώντας στη Σιβηρία

Μογγολία 3 – Γη κι Ελευθερία

Μογγολία 4 – Πεθαίνοντας στην Γκόμπι