ΟΥΖΜΠΕΚΙΣΤΑΝ 2 - ΧΙΒΑ ΔΙΠΡΟΣΩΠΗ, Η ΩΡΑΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ

Front Picture: 

Παγιδευμένη ανάμεσα σε δυο ερήμους, την Καράκουμ στο νότο, και την Κιζίλκουμ στο βορρά, μια πόλη αναδύεται μέσα από τον θανατερό κλοιό της άμμου, ωραία και απατηλή σαν οπτασία. Είναι η μυθική Χίβα της απαλής ώχρας και του εκθαμβωτικού τουρκουάζ, εκείνη που καλύτερα απ’ όλες ξέρει πώς να καλύπτει το παλιό αιμοσταγές της πρόσωπο, πίσω από ένα παραπλανητικό χαμόγελο αθωότητας. Και όμως δεν έχει περάσει ούτε αιώνας από τότε που στο πλακόστρωτό της αντιλαλούσε το ανατριχιαστικό κροτάλισμα από τις αλυσίδες των σκλάβων της…


Κείμενο: Ισαβέλλα Μπερτράν

Φωτό: Κώστα Ζυρίνη


Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, τεύχος αρ. 366/21.04.2007


Προηγείται:

 

ΟΥΖΜΠΕΚΙΣΤΑΝ 1 - ΤΑΣΚΕΝΔΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ, ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ, ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗΣ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν


Παρά το δαιμονισμένο άνεμο που λυσσομανούσε εκείνο το πρωινό του χίλια οκτακόσια εξήντα και κάτι κάνοντας ακόμα πιο διαπεραστική την παγωνιά του βαρύ κεντρασιατικού χειμώνα, ο τριαντάχρονος άντρας με την μακριά πυκνή γενειάδα και το χαρακτηριστικό μαύρο αστρακάν καλπάκι των Τουρκομάνων νομάδων είχε κάθε λόγο να ιδρώνει αφειδώς κάτω από το χοντροκομμένο πανωφόρι του από αρνίσιο δέρμα.


Το αποτρόπαιο θέαμα το οποίο εξελισσόταν μπροστά στα μάτια του στην επονομαζόμενη Πλατεία των Εκτελέσεων στη Χίβα, όχι μόνο επιβεβαίωνε με τον πιο εφιαλτικό τρόπο τις φήμες που είχαν κεντρίσει την περιέργειά του και οδηγήσει τα βήματά του από την Περσία ως εδώ, διασχίζοντας την κακοτράχαλη έρημο Καράκουμ, αλλά ήταν και ενδεικτικό της μεταχείρισης που περίμενε τον ίδιο αν ποτέ – ουαί κι αλίμονο! – κινούσε τις υποψίες και αποκαλυπτόταν η πραγματική του ταυτότητα.


Ο δήμιος ακόμα σκούπιζε απαθώς το ματωμένο σπαθί του πάνω στα γένια του πρώτου κατάδικου τα μάτια του οποίου είχε μόλις ξεριζώσει προς παραδειγματισμό και τέρψη του συνωστισμένου πλήθους, όταν ο ψευδο-Τουρκομάνος ένοιωσε τα σωθικά του να παίρνουν ορμητικά την ανιούσα, αψηφώντας επιδεικτικά το νόμο της βαρύτητας και απειλώντας να ξεχυθούν από στιγμή σε στιγμή σε δημόσια θέα.

 

Σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να συγκρατήσει το περιεχόμενο του στομάχου του στη θέση του, απέστρεψε βιαστικά το βλέμμα από τους εφτά τρομοκρατημένους αιχμαλώτους που αλυσοδεμένοι στο έδαφος περίμεναν σειρά για το μαχαίρι του χασάπη και κατεύθυνε προσωρινά την προσοχή του προς το παλάτι-φρούριο του Κούνυα Αρκ απ’ όπου, ψηλά στους εξώστες, ο μέγας Χαν της Χίβας απολάμβανε πανοραμικά την εφαρμογή της δικαιοσύνης του.


Να μην ξεράσει, προς Θεού, να μην ξεράσει! Έπρεπε επειγόντως να επανακτήσει την αυτοκυριαρχία του πριν η αποστροφή και η λιποψυχία του γίνουν αντιληπτές στους γύρω του και δημιουργήσει δυσάρεστες υπόνοιες σχετικά με το άτομο του. Πού ακούστηκε αλήθεια ένας ευσεβής μουσουλμάνος, και μάλιστα περιπλανώμενος δερβίσης, ιδιότητα υπό την οποία ταξίδευε και είχε γίνει δεκτός στην πόλη, να ανακατεύεται στη θέα της δίκαιης τιμωρίας κάποιων απίστων! Ο άντρας ακόμα πάλευε να ελέγξει την ταραχή του παίρνοντας βαθιές ανάσες όταν …


- Πάει κι αυτό το τριανταεξάρι. Τι λες για ένα διάλειμμα;


Η φωνή του Κώστα που όση ώρα περιφερόμαστε στα σοκάκια της Χίβας δεν έχει ξεκολλήσει το μάτι του από το βιζέρ της φωτογραφικής του μηχανής παρά μόνο για ν’ αλλάξει φιλμ, μ’ επαναφέρει απότομα στο παρόν.


Καθισμένοι σ’ ένα πεζούλι, στη σκιά του κομψοτεχνήματος που φέρει την ονομασία μεντρέσα Μοχάμεντ Ρασίντ Χαν ανάβουμε τσιγάρο με θέα την περίφημη πλατεία η οποία, καθόλου τυχαία, πυροδότησε πριν από λίγο τις ονειροπολήσεις μου. Με νωπή την ανάγνωση του ταξιδιωτικού ημερολόγιου του Αρμένιους Βάμπερυ, Ούγγρου γλωσσολόγου του 19ου αιώνα, που  μεταμφιεσμένος σε δερβίση κατόρθωσε να επισκεφθεί την τότε απαγορευμένη πόλη  - και, κυρίως, να ξαναβγεί από εκεί ζωντανός! - μαρτυρώντας, εκτός από την εξωτική χλιδή της, και τα μύρια όσα ανατριχιαστικά είδε εκεί, μοιραία κι εγώ περιφέρομαι εδώ στοιχειωμένη από παραστάσεις ανασκολοπισμένων εχθρών, λιθοβολισμένων μοιχαλίδων, αλαλάζοντος πλήθους και επί δουλείας οδηγούμενων κοπαδιών αιχμαλώτων.

 

Όλος ο μύθος εξάλλου που από αιώνες τυλίγει την Χίβα σαν οδαλίσκη μέσα στα πέπλα της οικοδομήθηκε ακριβώς πάνω σε παρόμοιες ιστορίες φρίκης και ανείπωτης βαρβαρότητας, με μόνιμο φόντο το παραμυθένιο σκηνικό της, κατ’ ευθείαν βγαλμένο από τις Χίλιες και Μία Νύχτες, με άλλα λόγια ένα τέλεια ζυγισμένο χαρμάνι  ανατολίτικου δεσποτισμού και απαράμιλλης καλλιτεχνικής εκλέπτυνσης,  ικανό να εξάψει και την πιο ρηχή φαντασία πόσο μάλλον την καλπάζουσα δική μου.


 


Η ωραία και το κτήνος


Με τους τουρκουάζ τρούλους των κορανικών σχολών της λουσμένους στον ανοιξιάτικο ήλιο, και τους ψηλόλιγνους μιναρέδες των τζαμιών της να εξακοντίζονται προς το βαθύ μπλε του ουρανού ξιφουλκώντας με τα σύννεφα, τίποτε στο αψεγάδιαστο πρόσωπο της σημερινής Χίβας δεν προδίδει κάτι από το ερεβώδες παρελθόν της. Πλήρως αναστηλωμένη κατά την σοβιετική περίοδο, και εκκενωμένη κατά ένα σημαντικό ποσοστό από τον πληθυσμό της ο οποίος εστάλη να κατοικήσει έξω από τα τείχη για λόγους συντήρησης και προστασίας του χώρου, η πόλη  ποζάρει σήμερα ως η απόλυτη φαντασίωση του φωτογράφου, ονειρική σαν οπτασία και αθώα σαν νεογέννητο μωρό.


Περίπου άδεια από δυτικούς ταξιδιώτες, καθότι άβολη ευτυχώς για τις προδιαγραφές του μαζικού τουρισμού, οι επισκέπτες που συναντάς είναι κυρίως ζευγαράκια σε ταξίδι του μέλιτος, γκρουπ Ουζμπέκων εκδρομέων σε περιήγηση γνωριμίας της χώρας τους, ή ακόμα καλεσμένοι σε έναν από τους γάμους της «καλής» κοινωνίας που είθισται να τελούνται μέσα στο  ανεπανάληπτο φυσικό ντεκόρ της παλιάς πόλης.


Η αλήθεια είναι ότι όποιο δρόμο κι αν τραβήξεις, κυριολεκτικά θα σκοντάψεις πάνω σε μνημεία. Κάθε γωνιά και μια μεντρέσα, κάθε καλντερίμι κι από ένα μαυσωλείο. Κι όσο να περπατήσεις από το ένα αξιοθέατο στο άλλο, το πιθανότερο είναι να κοντοσταθείς ενδιάμεσα και μια και δυο και πέντε φορές για να θαυμάσεις κι από κάτι, πότε την ξύλινη σκαλιστή πόρτα κάποιου σπιτιού, πότε τη λεπτομέρεια κάποιου κεραμικού διακοσμητικού μοτίβου, ή ακόμα τα παιχνίδια του φωτός στο πλακόστρωτο ή τη φιγούρα ενός τεχνίτη επί τω έργω, να σφυρηλατεί το σίδερο ή να δουλεύει υπομονετικά το ξύλο με το καλέμι.


- Αυτό το κτίριο στ’ αριστερά είναι η παλιά φυλακή, ενημερώνω τον Κώστα, αποφασισμένη να μοιραστώ μαζί του και την κρυφή όψη του φεγγαριού.


Η επίσκεψη στο εσωτερικό του οικοδομήματος γρήγορα διαλύει την πλανερή ευχάριστη εντύπωση που δημιουργεί η λιτή και καλόγουστη εξωτερική όψη. Μέσα, ο αρχιτέκτονας  έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για ν’ ανταποκριθεί επάξια στην ονομασία της φυλακής ως «Ζιντάν», λέξη που στα περσικά σημαίνει «σκότος». Όσο για τους λόγους της περιορισμένης χωρητικότητάς της (μόλις δύο κελιά) η εξήγηση είναι εξαιρετικά απλή: Κανείς στη Χίβα δεν φυλακιζόταν για περισσότερο από εφτά ημέρες. Τόση ακριβώς ήταν η περίοδος χάριτος που δινόταν σε όποιον συλλαμβανόταν για χρέη προκειμένου οι συγγενείς του να βρούνε τρόπο να ξοφλήσουν τους πιστωτές για λογαριασμό του, στο τέρμα της οποίας περιόδου – κι εφόσον η προσπάθεια συλλογής χρημάτων είχε αποβεί άκαρπη –   το κελί αυτόματα άδειαζε από τον ένοικό του καθώς ο κρατούμενος προωθούνταν  για τα περαιτέρω στην Πλατεία των Εκτελέσεων ακριβώς δίπλα.


Με αυτό το δεδομένο, είναι μάλλον εύκολο να υποθέσει κανείς το είδος της ποινικής μεταχείρισης που επιφυλασσόταν  στους  δράστες άλλων αδικημάτων. Για να μην  μείνει ωστόσο ο σημερινός επισκέπτης με  τυχόν απορίες, φροντίζουν να του τις ξεδιαλύνουν με τον πιο γλαφυρό τρόπο διάφορες απεικονίσεις εκτελέσεων αναρτημένες στους τοίχους των κελιών, παρέα με τα μαστίγια και τα σπαθιά των δημίων καθώς και τα ειδοποιητήρια τύμπανα που βαρούσαν οι τελάληδες καλώντας το πλήθος σε επί θεάματος συνάθροιση με την ευκαιρία των θανατώσεων. Έτσι λοιπόν μαθαίνεις ότι η εκτέλεση μοιχαλίδων δια εκτοξεύσεως από τον μιναρέ του τζαμιού της Παρασκευής (γνωστός γι αυτό το λόγο και ως Πύργος του Θανάτου) έχαιρε υψηλής δημοτικότητας μεταξύ του φιλοθεάμονος κοινού, μια μέθοδος πάντως σχετικά «σπλαχνική» συγκρινόμενη με τις διαθέσιμες εναλλακτικές: τοποθέτηση της «αμαρτωλής» σφιχτοδεμένης μέσα σ’ ένα σάκο παρέα με άγριες γάτες που αναλάμβαναν το κομμάτιασμά της ή παράδοσή της στο προσβεβλημένο πλήθος για συλλογικό λιθοβολισμό – εδώ η λαϊκή συμμετοχή έδινε ρέστα, πρωτοστατούντος συνήθως των ίδιων των συγγενών που έτσι ξέπλεναν , λέει, την ντροπή της οικογένειας.



Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, η ανάγκη μου να αναπνεύσω καθαρό αέρα γίνεται επιτακτική, οπότε αφήνω τον Κώστα να εντρυφήσει μόνος τους στις υπόλοιπες αναπαραστάσεις παλουκωμάτων, ακρωτηριασμών, εν ζωή ενταφιασμού και λοιπών ανάλογων τρυφερών κι ανθρώπινων, και βγαίνω βιαστικά έξω στον ήλιο. Εντάξει, έχω πια εμπεδώσει πως η κύρια όψη της μέχρι σήμερα Ιστορίας (ή μήπως προ-ιστορίας;) της ανθρωπότητας δεν είναι παρά μια ατέρμονη αλυσίδα αίματος και πολτοποίησης ψυχών, προϊόν της ακόρεστης απληστίας των λίγων για συσσώρευση πλούτου και εξουσιαστική επιβολή. Εκείνο όμως που εξακολουθώ να μην μπορώ να χωνέψω είναι το πώς γίνεται να συνυπάρχουν, την ίδια ιστορική στιγμή και στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, τόση ομορφιά και τέτοια κτηνωδία ταυτόχρονα, άρρηκτα δεμένες εις σάρκα μία.



Περί καταγωγής του χανάτου


Ένα ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο οκτακοσίων επί τετρακοσίων μέτρων καλύπτει όλα κι όλα η Ίτσαν Κάλα, - η «έσω πόλη» - και μόλις δυόμισι χιλιόμετρα μήκος το τείχος που την περιβάλει. Ειδομένη απ’ έξω, η αρχαία Χίβα είναι μια πόλη τσέπης, και τα τείχη της μια αριστοτεχνική μακέτα στο χρώμα της άμμου που το δειλινό έρχεται να τυλίξει μέσα σ’ έναν οργιαστικό χορό από μπρούτζινες και χρυσαφί ανταύγειες.  

 


Τρία τέταρτα της ώρας - και πολύ λέω - χρειάζεσαι για να κυκλώσεις την πόλη εξωτερικά, βαδίζοντας κατά μήκος των τειχών.


Δεν σου φτάνει όμως ούτε ένας μήνας για να χορτάσεις πραγματικά την τέχνη και την αρμονία των κτιρίων της, να ποτιστείς από την μυστική αύρα του τόπου, κι ακόμα λιγότερο για να λύσεις τον επικοινωνιακό γρίφο με τους κατοίκους χωρίς ικανοποιητική γνώση ρωσικών. Προσηνείς και εγκάρδιοι, χωρίς υπερβολικές διαχύσεις και τσιριμόνιες, σχεδόν όλοι μας καλούν να περάσουμε στην αυλή τους, να περιφερθούμε στο χώρο τους και να μοιραστούμε μαζί τους το τσάι που βράζει στο σαμοβάρι. Κι αυτό κάνει δυο φορές πιο βαριά την αναγκαστική βουβαμάρα αυτών των επαφών όταν όλα γύρω σου αποπνέουν πολιτισμό και καλλιέργεια και βάσιμα ψυχανεμίζεσαι ότι θα είχες άπειρα να πεις και ν’ ανταλλάξεις αλλά φευ, σε ποια κοινή γλώσσα;


Ασήμαντος οικισμός της αρχαίας αυτοκρατορίας της Χορασμίας, και δευτερεύουσας σημασίας καραβανσαράι πάνω στο Δρόμο του Μεταξιού, μέχρι το δέκατο τρίτο αιώνα η Χίβα μεγαλώνει ουσιαστικά ως παραπαίδι, στη σκιά της γειτονικής και κατά πολύ σπουδαιότερης Κούνυα Ούργκενς, βαρυσήμαντο ισλαμικό κέντρο και ισχυρό εμπορικό σταυροδρόμι της εποχής, χτισμένο από την άλλη πλευρά του Ώξου ποταμού μέσα στο έδαφος του σημερινού Τουρκμενιστάν.


Τα δεδομένα αρχίζουν να αλλάζουν με την επέλαση της «μάστιγας του Θεού», ήτοι των στιφών του περιττών λοιπών συστάσεων Τζένγκις Χαν που το 1221 κυριολεκτικά ξυρίζουν την Κούνυα Ούργκενς από τα θεμέλιά της, σημειώνοντας επί τη ευκαιρία την υψηλότερη καταγεγραμμένη επίδοσή τους στο ευγενές άθλημα της μαζικής σφαγής όπου έτσι κι αλλιώς ιστορικά διαπρέψαν. 


 Πάνω από εκατό χιλιάδες νεκρούς έσπειρε στο διάβα της εκείνες τις μέρες η συνώνυμη του τρόμου Χρυσή Ορδή, ενώ με διαταγή του γνωστού και μη εξαιρετέου αρχηγού της μπαζώθηκε ο Ώξος έτσι ώστε ν’ αλλάξει ρου και να πνίξει στα νερά του τα καπνίζοντα ερείπια εκείνης που κάποτε υπήρξε μια από τις λαμπρότερες πόλεις της Κεντρικής Ασίας.


Η Χίβα στο μεταξύ δεν βγήκε ασφαλώς αλώβητη από το πέρασμα των Μογγόλων στη γειτονιά της, το μέγεθος όμως της καταστροφής που υπέστη ούτε καν μπορεί να συγκριθεί μπροστά στην ολοκληρωτική ισοπέδωση της ανταγωνίστριας από την αντίπερα όχθη. Θα χρειαστεί ωστόσο να κυλήσουν ακόμα τρεις ταραγμένοι αιώνες, στη διάρκεια των οποίων μεσολάβησε κι ένα δεύτερο θανατηφόρο κύμα μογγολικής κατάχτησης, υπό τον Ταμερλάνο αυτή τη φορά, ώσπου να διαλυθεί οριστικά η άλλοτε κραταιά Χορασμία, και η Χίβα ν’ αναρριχηθεί στο στάτους πρωτεύουσας ομώνυμου χανάτου που ίδρυσε το 1510 η ουζμπέκικη δυναστεία  των Σαüμπανιδών, απόγονοι της μογγολικής δυναστείας των Τιμούρ.



Η απελευθέρωση των σκλάβων


«Την εποχή των Χαν εδώ στη Χίβα αναπτύχθηκε το μεγαλύτερο σκλαβοπάζαρο όλης της Κεντρικής Ασίας», μας επιβεβαιώνει αυτό που ήδη γνωρίζουμε η ξενοδόχα μας στο «Λολίτα Μπεντ εντ Μπρέκφαστ», το λιτό και πεντακάθαρο κατάλυμά μας στην καρδιά ακριβώς της παλιάς πόλης.


Πιο κεντρικά από τόσο δεν γίνεται. Από το παράθυρο του δωματίου μας μπορούμε σχεδόν ν’ αγγίξουμε με το χέρι τον σαρανταπεντάμετρο μιναρέ Ίσλαμ Χότζα που, εντελώς αντιρομαντικά αλλά όχι και απολύτως αβάσιμα, ο Κώστας επιμένει να παρομοιάζει με γιγάντιο πύργο τουβλοποιίας.


Το επόμενο πρωί μας βρίσκει να εξερευνούμε το ανατολικό τμήμα της πόλης, με τελικό στόχο τον χώρο μπροστά από την Πάλβαν Νταρβάζα, ή αλλιώς Πύλη του Ισχυρού, εκεί όπου κατέληγε το προς αγοραπωλησία ανθρώπινο εμπόρευμα, οδηγημένο από τους Τουρκομάνους δουλεμπόρους μετά από ένα μακρύ και εξαντλητικό ταξίδι μέσα από την άμμο της Καράκουμ.  Σουνίτες οι ίδιοι, οι σκληροτράχηλοι νομάδες της ερήμου δεν έκρυβαν την ιδιαίτερη αδυναμία τους  στην απαγωγή Περσών προσκυνητών καθ’ οδόν προς την Μασάντ, την ιερή πόλη των σιιτών στο βόρειο Ιράν, επιβεβαιώνοντας έτσι για πολλοστή φορά ότι το μίσος για τον «αιρετικό» θρησκευτικό κοντοσυγγενή είναι συχνά ισχυρότερο εκείνου που τρέφεται κατά του αλλόθρησκου «θεσμικού εχθρού». 


  


Ποτέ Πέρσης δεν πλησίασε το βιλαέτι μας παρά μόνο με το σκοινί της δουλείας περασμένο γύρω από το λαιμό, δήλωναν υπερηφάνως, και κυριολεκτούσαν. Σε τριάντα χιλιάδες υπολόγισε ο Βάμπερυ τους Πέρσες σκλάβους που ζούσαν - τρόπος του λέγειν - στη Χίβα την εποχή της ινκόγκνιτο επίσκεψής του, με πιο περιζήτητες μεταξύ αυτών τις περίσσιας χάρης ανήλικες Περσίδες που προορίζονταν για την επάνδρωση (η μάλλον επιγυναίκωση) των χαρεμιών.


Μα το εκλεκτότερο και ακριβότερο εμπόρευμα στην πιάτσα δεν ήταν περσικής προέλευσης παρά ρώσικης, απαρτιζόμενο κατά κύριο λόγο από μπρατσωμένους ναυτικούς, θύματα πειρατείας  στην  Κασπία, και στιβαρούς πλην άτυχους αγρότες  που πιάνονταν ξεμοναχιασμένοι να καλλιεργούν το χωράφι τους.


«Όποιος μπαίνει στη Χίβα εγκαταλείπει κάθε ελπίδα, σαν να διαβαίνει το κατώφλι της κολάσεως» σημείωνε στο ημερολόγιό του ο συνταγματάρχης Άμποτ, ο πρώτος Άγγλος που πάτησε το πόδι του στη Χίβα το 1840 στα πλαίσια διπλωματικής αποστολής.

 

Η διαπίστωση αυτή δεν εμπόδισε ωστόσο τους εν Λονδίνω ασυμβίβαστους κατά τα άλλα πολέμιους της δουλείας να πασχίζουν με κάθε τρόπο για καλές σχέσεις με το χανάτο. Ήταν βλέπεις η εποχή του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού», δηλαδή του αδυσώπητου ανταγωνισμού  μεταξύ Αγγλίας και τσαρικής Ρωσίας για τον έλεγχο της Κεντρικής Ασίας, και οι πρόγονοι του Τόνυ Μπλερ από τότε σκίζονταν για την προώθηση των δημοκρατικών αξιών στην περιοχή.



Το δουλεμπόριο στη Χίβα δεν σταμάτησε ούτε μια στιγμή μέχρι το Φλεβάρη του 1920, οπότε και η πόλη καταλήφθηκε από τους επελαύνοντες Μπολσεβίκους, που παραίτησαν στο άψε σβήσε τον τελευταίο Χαν Αμπντουλά Σαίντ και έσπασαν - κυριολεκτικά εν προκειμένω -  τις αλυσίδες των σκλάβων. Μάλλον δεν είναι ν’ απορεί κανείς που στη συνέχεια πάμπολλοι απ’ αυτούς στρατεύτηκαν ενθουσιωδώς στην υπόθεση της επανάστασης και της αφιέρωσαν χωρίς δεύτερη σκέψη το υπόλοιπο της ζωής τους.


Μπροστά στην πύλη όπου, μόλις έναν αιώνα πριν, ακόμα κάρφωναν απ’ τ’ αυτί προς γνώση και συμμόρφωση όσους ελάχιστους κολασμένους αποτολμούσαν το αδύνατον και συλλαμβάνονταν να επιχειρούν τη μεγάλη απόδραση, σήμερα ροδομάγουλες γλυκές Ουζμπέκες παζαρεύουν τα κεντίδια τους πίνοντας τσάι και κουβεντιάζοντας. Πλησιάζω την βαριά πόρτα και χαϊδεύω με το δάχτυλο τα σημάδια από τις αιχμές που είναι ακόμα εκεί, αδιάψευστοι μάρτυρες της ανθρώπινης θηριωδίας. Νυν και αεί, Χίβα διπρόσωπη…



Για περισσότερες φωτογραφίες:

Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν | Πάμε γι' άλλα...

 

 

Διαβάστε επίσης:

ΟΥΖΜΠΕΚΙΣΤΑΝ 1 - ΤΑΣΚΕΝΔΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ, ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ, ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗΣ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

ΟΥΖΜΠΕΚΙΣΤΑΝ 3 - ΑΡΑΛΗ, ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ... | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

ΟΥΖΜΠΕΚΙΣΤΑΝ 4 - ΜΠΟΥΧΑΡΑ, ΣΑΝ ΜΑΓΙΚΟ ΧΑΛΙ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

ΟΥΖΜΠΕΚΙΣΤΑΝ 5 - ΣΑΜΑΡΚΑΝΔΗ, ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν