ΙΣΠΑΝΙΑ - ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ, ΜΕ ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ

Front Picture: 

 

Πλανόδιοι μουσικοί, ζογκλέρ και ταχυδαχτυλουργοί. Και μια υπαίθρια γκαλερί με πολύχρωμα εκθέματα από σάρκα και οστά. Άνθρωποι-αγάλματα που ζωντανεύουν ανά πάσα στιγμή με το γκλινγκ ενός νομίσματος στο μεταλλικό κουτί μπροστά τους, προσφέροντας ολόκληρες παραστάσεις παντομίμας στους περαστικούς. Άνθρωποι-μοντέλα, μαζί και ηθοποιοί, δύο σε ένα. Είναι η Βαρκελώνη των δρόμων. Ωραία και αναπάντεχη, κάθε στιγμή και σε κάθε γωνιά.

 

Της Ισαβέλλα Μπερτράν 

Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ αρ. 222/10.07.2004

 

   

Η ουρά φιδογυρίζει μέσα στο λαβύρινθο της μεσαιωνικής συνοικίας του Μπάριο Γκότθικο καλύπτοντας αισίως τρία στενά, δύο στροφές και συνολικό μήκος επτά δεκάδων μέτρων μέχρι το ταμείο. Μέσος χρόνος αναμονής για την έκδοση εισιτηρίου μιάμιση ώρα τουλάχιστον, μπορεί και δύο. Έπαθλο: μια ασθμαίνουσα επίσκεψη στο μουσείο Πικάσο. Ήδη φαντάζομαι τη φουσκονεριά του πλήθους να μ’ έχει αρπάξει και να με σπρώχνει σαν καράβι ακυβέρνητο από πίνακα σε πίνακα κι από αίθουσα σε αίθουσα, χωρίς ανάπαυλα, χωρίς επιστροφή, χωρίς σταματημό. Μέχρι να με ξεβράσει πίσω στην έξοδο σε χρόνο ρεκόρ.  Ε όχι!


 

Για αντίστοιχους λόγους πολυκοσμίας, μόλις πριν από λίγο παραιτήθηκα χωρίς δεύτερη σκέψη από την προοπτική να εισέλθω στο περίφημο έργο του Γκαουντί, την Casa Mila, μεταθέτοντας  την ικανοποίηση των καλλιτεχνικών μου ανησυχιών για κάποια άλλη «πιο πρόσφορη στιγμή».


  

Μόνο που απ’ ό,τι φαίνεται τέτοια στιγμή δεν υφίσταται για κανένα από τα μουσεία και τα μνημεία της Βαρκελώνης, τουλάχιστον κατά τα σαββατοκύριακα και τις πάσης φύσεως αργίες και διακοπές. Οπότε τι γίνεται;


 

  

Να οπλιστούμε με υπομονή και να πιάσουμε κι εμείς μια θέση στην ουρά;

 

-Τρελάθηκες; Ούτε για τον έρωτα της ζωής μου δεν στήνομαι δυο ώρες στο περίμενε. Πάμε να φύγουμε, και μάλιστα τρέχοντας.

- Για πού;

Για οπουδήποτε. Αρκεί αυτό το «όπου» να στέκει μακριά από ουρές.

Η ζωή δεν χωράει σε καλούπια, ούτε προχωράει στοιχισμένη.

Η ζωή είναι αλλού.

Ειδικά στην Βαρκελώνη, όπου κάθε στιγμή πάλλεται με χίλια πρόσωπα και σε άπειρα σημεία.  

 

  

Φτάνει να ξέρεις να τ’ αναζητήσεις. Γιατί η Βαρκελώνη είναι ωραία έτσι κι αλλιώς. Όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα σου.


Και η Βαρκελώνη είναι χαλαρή και αγχολυτική, κι ας έδωσα μόλις πριν από λίγο την ακριβώς αντίθετη εντύπωση. Το στριμωξίδι και ο πακεταρισμένος τουρισμός που πολιορκεί τα  μην-τα-χάσετε-με-τίποτε και τα χρωστάτε-οπωσδήποτε-να-τα-δείτε αξιοθέατά της δεν είναι η κύρια όψη της. Ο κανόνας είναι τα φαρδιά πεζοδρόμια, η άνετη μετακίνηση και η – αναλογικά - αραιή κυκλοφορία, για δεδομένα πόλης τριών εκατομμυρίων.


Κι αν τύχει να πιστεύεις όπως εγώ ότι  η πολύωρη σαρδελοποιημένη αναμονή σκοτώνει α πριόρι και τελεσίδικα τον όποιον απώτερο ψυχαγωγικό στόχο, σου προσφέρονται ευτυχώς άπειρες εναλλακτικές ευκαιρίες. Έξω, στους δρόμους. Εκεί όπου, λουσμένη στη λιακάδα, η Βαρκελώνη συνοψίζει το απόλυτο όνειρο του κάθε αργόσχολου και ράθυμου περιπατητή. Εκεί όπου οι εκπλήξεις διαδέχονται η μια την άλλη, παρασύροντάς σε στις δικές τους απρόβλεπτες διαδρομές.

  

 

ΡΑΜΠΛΕΣ

Ρε συ, τι γίνεται εδώ; Άρχισε η Δευτέρα παρουσία και το μαθαίνουμε τελευταίοι;


Στην κορυφή της λεωφόρου Ράμπλες, από την πλευρά της Πλάθα Καταλούνια, δυο άγγελοι με τα όλα τους, με φτερά στην πλάτη και χυμένοι στο ασήμι από την κορυφή μέχρι τα νύχια ευλογούνε με αργές τελετουργικές κινήσεις το συγκεντρωμένο πλήθος που παρακολουθεί υπνωτισμένο την αιθέρια παντομίμα των χεριών και των δακτύλων. Σε κατάσταση ετοιμότητας, με το μάτι κολλημένο στη φωτογραφική μηχανή, προσπαθώ ν’ αντιληφθώ τι κρύβεται πίσω απ’ αυτό το απίστευτο μακιγιάζ και την εξαιρετικής χάρης και πλαστικότητας κινησιολογία που εκτυλίσσεται μπροστά μου σε ρυθμό σλόου μόσιον. Χριστουγεννιάτικο σόου καταμεσής της άνοιξης; Αδύνατον, εξ ορισμού. Μήπως τότε κάποια παρωδία θρησκευτικής παράστασης;


Ανοίγω τον ζουμ για μια πιο γενική πόζα, και τότε ξαφνικά εισχωρεί εκ δεξιών μέσα στο κάντρο μου … ένας αμερικανός πεζοναύτης. Αυτός τώρα που κολλάει με το παραδείσιο σκηνικό;


Βουτηγμένος ολόκληρος σε χρυσοχάλκινες αποχρώσεις και αρματωμένος πλήρως με την πολεμική του εξάρτυση, ο γενναίος φρουρός της παγκόσμιας τάξης εφορμά … ασάλευτος, σαν να τον συνέλαβε πάνω στην κίνησή του κάποιος αόρατος φωτογραφικός φακός και να τον πάγωσε από κείνη τη στιγμή σε μια παρατεταμένη φωτογραφική πόζα.


 

«Στρατιωτάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα». Μπροστά στη θέα του ακινητοποιημένου πάνω στη δράση πεζοναύτη, η μνήμη ανασύρει σαν από θαύμα τη φράση-κλειδί από το παλιό ομαδικό παιχνίδι, και μαζί μ’ αυτήν, όλο το συνοδευτικό σκηνικό: το χωμάτινο γήπεδο, τα παιδιά που προχωρούν μπουλουκηδόν όσο πιο γρήγορα μπορούν προς τη γραμμή του τερματισμού, μα που οφείλουν να καθηλώνονται αυτοστιγμεί ως άλλες στήλες άλατος στα Σόδομα σε κάθε εκφορά του σχετικού παραγγέλματος από το στόμα εκείνου που τα  φυλάει: «Στρατιωτάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα».

 

Πρώτη και βασικότερη αρχή του παιχνιδιού: χάνει κι αποχωρεί όποιος δεν προλάβει ν’ ανακόψει ακαριαία την κίνησή του.


Μα εδώ, τα  «στρατιωτάκια» φαίνεται να υπακούουν σε εντελώς διαφορετικούς κανόνες. Και κατ’ αρχάς να διευκρινίσω ότι με την πρώτη πανοραμική ματιά που ρίχνω εκτός φωτογραφικής μηχανής, αμέσως μου γίνεται αντιληπτό ότι οι δύο άγγελοι κι ο πεζοναύτης που απέσπασαν μέχρι τώρα όλη την προσοχή μου δεν αποτελούν στην πραγματικότητα παρά ένα ταπεινό εισαγωγικό πρελούδιο σε όσα διαδραματίζονται παρακάτω.  

 

Σε όλο το μήκος της λεωφόρου Ράμπλες, της μεγαλύτερης εμπορικής περαντζάδας της Βαρκελώνης, δεκάδες άνθρωποι-μοντέλα, ενδεδυμένοι με τις πιο αναπάντεχες μεταμφιέσεις, επιδεικνύοντας  τα πιο ευφάνταστα μακιγιάζ, αναπαριστώντας τα πιο απρόβλεπτα πρόσωπα και ποζάροντας στις πιο απερίγραπτες στάσεις, συνθέτουν όλοι μαζί μια παράδοξη υπαίθρια «έκθεση» ζωντανών αγαλμάτων που όμοιό της δεν έχω ξαναδεί πουθενά.  

 

Κάτι σαν μια νέα εκδοχή του μουσείου κέρινων ομοιωμάτων της Μαντάμ Τυσό, φτιαγμένων όμως από σάρκα και οστά, που εγκαταλείπουν την αγκυλωμένη ακινησία τους όποτε  κάποιος ρίξει τον οβολό του στον σχετικό κουμπαρά. Τότε τα «αγάλματα» σαν να παίρνουν απότομα μπροστά, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα αυτόματα μηχανήματα-κερματοδέκτες.  

 

Με το γκλινγκ του νομίσματος στο μεταλλικό κουτάκι, ως δια μαγείας ζωντανεύουν ξαφνικά, η μέχρι εκείνη τη στιγμή παγωμένη δράση τους αποκτάει μια αργή κινηματογραφική κίνηση, και τα μέχρι πρότινος ασάλευτα μοντέλα μετατρέπονται από απλές κούκλες της βιτρίνας σε εμπνευσμένους ηθοποιούς θεάτρου δρόμου, προσφέροντας στους περαστικούς ολόκληρες αυτοσχέδιες παραστάσεις παντομίμας.


Δον Κιχώτης και Σάντσο Πάντσα. Έλβις Πρίσλει και Τσε Γκεβάρα. Αρχαίοι Αιθίοπες βασιλείς κι ο πάπας της Ρώμης. Διαλέγεις και παίρνεις, ή απλώς … προσπερνάς, ανάλογα τις προτιμήσεις και τη διάθεσή σου.

 

Μέχρι να κολλήσεις αναπόφευκτα κάπου, και να μη λες να φύγεις με τίποτε. Όπως εγώ μπροστά σ’ εκείνη τη σκηνή, βγαλμένη κατ’ ευθείαν από πίνακα του Νταλί, με τα ανθισμένα πρόσωπα-γλάστρες και τα γυναικεία κορμιά σπαρμένα μισάνοιχτα συρταράκια ως διερρηγμένα  κομοδίνα.

 

Ή χαζεύοντας τον άνθρωπο-δέντρο να λικνίζεται απαλά στην πνοή του ανέμου, να γέρνει ελαφριά τα κλαριά του, να τινάζει ανεπαίσθητα τα φύλλα του, να κοπάζει για λίγο στην άπνοια , κι ύστερα να ‘ρχεται και να τ’ αρπάζει η θύελλα, να τσακίζει και να τρέμει σύγκορμο, έτοιμο λες να σωριαστεί ξεριζωμένο, μα τελικά ν’ αντέχει, η μπόρα να περνάει, ν’ απομακρύνεται σταδιακά, κι εκείνο σιγά σιγά να επανέρχεται σε μια όλο και πιο μαλακή ταλάντευση.

      

Πλάζα Ρεάλ. Η Βαρκελώνη παίζει μουσική. Η Βαρκελώνη τραγουδάει.

Η Βαρκελώνη πίνει καφέ στον ήλιο και χορεύει ασταμάτητα, στο ρυθμό που δίνουν οι δεκάδες πλανόδιοι μουσικοί της.


Κι ύστερα η πόλη αράζει στο γρασίδι του Πάρκε ντε λα Θιουταντέλα και χαζεύει τους μαθητευόμενους ζογκλέρ της να εξασκούνται με κορδέλες, με μπάλες, με κορίνες.


Και τρώει βάφλες με παγωτό, παρέα με τους πολύχρωμους νέους της απ’ όλες της ηπείρους που ξεσαλώνουν τις Κυριακές με τις κιθάρες και τα τουμπελέκια.

 

- Ε δεν το πιστεύω! Το ‘δες αυτό;


Μια ομάδα βουδιστών μοναχών, τυλιγμένων με το χαρακτηριστικό πορτοκαλί ένδυμα στέκουν παγωμένοι σ’ ένα στημένο φωτογραφικό στιγμιότυπο, με το βλέμμα  καρφωμένο ολόισια μπροστά τους, σε μια έκφραση μεταξύ συγκρατημένου χαμόγελου και έκδηλης απορίας.

 

Άνθρωποι-αγάλματα σε κάποιο νέο πρωτοποριακό σύμπλεγμα; Όχι, εδώ δεν πρόκειται για συλλογικό «δρώμενο» με στόχο την αναπαράσταση της μοναστικής ζωής στην Άπω Ανατολή. Εδώ πρόκειται για αυθεντικούς Γιαπωνέζους καλόγερους σ’ επιμορφωτικό ταξίδι ανά την Ευρώπη, που ποζάρουν υπομονετικά, ανταποκρινόμενοι πρόθυμα στο σχετικό αίτημα μιας περαστικής παρέας Ισπανών.

 

Ωραία και απρόβλεπτη Βαρκελώνη. Σε κάθε στιγμή και σε κάθε γωνιά …


Για περισσότερες φωτογραφίες:  


Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν | Πάμε γι' άλλα...