ΝΑΜΙΜΠΙΑ 1 - ΕΤΟΣΑ ΠΑΝ, ΤΟ ΠΑΝ ΤΗΣ ΑΓΡΙΑΣ ΖΩΗΣ

Front Picture: 

H λέαινα εμφανίστηκε ξαφνικά από τα δεξιά μας. Αγέρωχη, μ' ένα υπερήφανο αρχοντικό βάδισμα. Ένα ζώο που αποκλείεται να έχει νοιώσει ποτέ το αίσθημα του φόβου. Κάνε όπισθεν όσο μπορείς πιο αργά, μουρμουρίζω στη Δουλτσινέα μου. Αυτή η πόρτα του τζιπ μ' εμποδίζει, θέλω να βγω αλλά... θέλω και να ζήσω. Κι όταν η αρχόντισσα της σαβάνας καταδέχτηκε επιτέλους να στρέψει το βλέμμα της πάνω μου, κατέβασα κι εγώ τη μηχανή και κοιταχτήκαμε κατάματα. Κάτι σαν αναμέτρηση. 

 

Του Κώστα Ζυρίνη 

Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, τευχός αρ. 156 / 05.04.2003  

 

 

Οι φωσφορίζοντες στο σκότος λεπτοδείκτες δηλούν σαδιστικά πως για να σκάσει μύτη ο Ήλιος θα πρέπει να κυλήσουν δύο ακόμη ώρες. Ως τότε, δεν θα μπορέσω ν' ανάψω το φωτιστικάκι μπαταρίας για να διαβάσω, κι ούτε να ντυθώ θα μπορέσω μέσα σ' αυτό το αντίσκηνο χωρίς να ενοχλήσω την Ισαβέλλα που κοιμάται δίπλα μου του καλού καιρού. Έξω δε, κάνει ένα ψωφόκρυο του κερατά να σου τσακίζει τα κόκαλα.

 

Να, κάτι τέτοιες στιγμές αναρωτιέμαι τι διάολο μαζοχισμός είναι αυτός που με κυριεύει κάθε τόσο ώστε ν' αφήνω το ζεστό κρεβάτι μου στην Αθήνα για να τραβολογιέμαι σε κάτι τέτοιες εσχατιές. Λες και δεν θα μπορούσα να δω όλα αυτά τα άγρια θηρία, ή έστω κάποια άλλα άγρια δίποδα της πόλης, αραχτός μπροστά στην τηλεόραση. Και μάλιστα με τον καφέ μου στο χέρι, όπως κάνουν κι όλοι εξ άλλου οι καθωσπρέπει παγκοσμιοποιημένοι άνθρωποι. Τι να πεις!


ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΤΟ ΒΑΤΕΡΜΠΕΡΓΚ


στο πρώτο δηλαδή εθνικό πάρκο που βρίσκεται πάνω στην πορεία μας από τη στιγμή που αφήνουμε πίσω μας την πρωτεύουσα της Ναμίμπια, το Βίντχουκ, και τραβάμε κατά Βορρά μεριά. Και, μέχρις ότου ξαναγυρίσουμε σ' αυτό το Βίντχουκ, θα πρέπει να κοιμόμαστε επί εικοσιοχτώ νύχτες στο εν λόγω αντίσκηνο που, ειρήσθω εν παρόδω, είναι μονταρισμένο στην οροφή του αβεντουριέρικου τέσσερα επί τέσσερα, έτσι ώστε να αναπτύσσεται ή να διπλώνεται εν ριπή οφθαλμού.


... να βγάλω από τη μαξιλαροθήκη το παντελόνι μου και να το φορέσω μέχρι λίγο πάνω απ τα γόνατα, να κωλοσουρθώ μέχρι το άνοιγμα του τσαντιριού και ν' ανοίξω το φερμουάρ του, να κρεμάσω τα πόδια μου στο κενό για να μπορέσω να φορέσω τ' άρβυλα, να πάρω στο χέρι το φλις και να κατέβω την αλουμινένια σκάλα, ν' ανάψω τη λάμπα φθορίου του αυτοκινήτου, ή καλύτερα την άλλη, την θυέλλης, και να φτιάξω τον πρώτο μου καφέ με την τσίμπλα στο μάτι, να πάρω οδοντόβουρτσα, οδοντόκρεμα, πετσέτα και κωλόχαρτο για να πάω σε κείνη την τουαλέτα με την ψάθινη περίφραξη που έχει προβλεφτεί για μας και να γυρίσω τουρτουρίζοντας για να φτιάξω τον δεύτερο καφέ. Ζωή ειν' αυτή;    


Το ξέρω κι από χτες κι από προχτές:

 

Μέχρι ν' αποφασίσει ο Ήλιος να λούσει με το φως του την αφρικανική σαβάνα, εγώ θα ξεροσταλιάζω πίνοντας τον καφέ μου στο αλουμινένιο κατσαρόλι. Θ' ακούω γύρω μου πρωτόγνωρες ζωώδεις κραυγές, ανατριχιαστικά ουρλιαχτά κι αλλόκοτα τιτιβίσματα. Θ' ακούω το τραγούδι μιας άγνωστης πανίδας που μόλις τώρα ξυπνά. Ή, που μόλις τώρα πηγαίνει για ύπνο. Και θα εύχομαι να μη βρίσκομαι στο ζωτικό χώρο κάποιου πεινασμένου λιονταριού... Και να σκεφτείς ότι γι αυτό είμαι 'δω. Με την περίπου φρούδη ελπίδα, δηλαδή, ν' απαθανατίσω αυτό το υπέροχο ζώο! Διότι, τι μας κάνεις τον καμπόσο κύριε κυνηγέ, φονιά της εξαιτίας σου φθίνουσας άγριας πανίδας; Αν όντως έχεις κότσια πήγαινε φωτογράφισέ την. Εσύ και το λιοντάρι. Πρόσωπο με πρόσωπο. Να το κοιτάς και να σε κοιτάει. Να σε κοιτάει και να σε παραλύει.


Εξ όσων βέβαια είμαι σε θέση να γνωρίζω, αυτό το υπέροχο ζώο δεν πολυσυχνάζει στην περιοχή όπου βρίσκομαι αυτή τη στιγμή αλλά πολύ βορειότερα, στο Ετόσα, που είναι και το μεγαλύτερο εθνικό πάρκο της Ναμίμπια. Και συνεπώς το πλουσιότερο σε άγρια πανίδα. Αλλά, θα φτάσουμε και κει.


Μέχρι το Χίλια εννιακόσια ογδόντα, σ' ολόκληρη τη Ναμίμπια υπήρχαν, σε συνθήκες ελευθερίας, γύρω στα εφτακόσια λιοντάρια. Σήμερα λέγεται και γράφεται πως έχουν απομείνει γύρω στα τριακόσια είκοσι με τριακόσια σαράντα. Απ’ αυτά, το ογδόντα πέντε τοις εκατό βρίσκονται στα εθνικά πάρκα του Ετόσα και του Κάουντομ, που σημαίνει πως καμιά πενηνταριά άλλα περιφέρονται εκτός των ορίων των πάρκων, όπου και καραδοκούν οι καραμπίνες των λαθροκυνηγών. Αλλά, θα επανέλθω επ' αυτού καθότι η Δουλτσινέα μου έκανε την εμφάνισή της στο άνοιγμα του αντίσκηνου και καλό θα είναι να ετοιμάσω το πρωινό της.

 

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΑΦΑΡΙ


Με τον αέρα του δήθεν παλαίμαχου φωτοθήρα, χαρακτηριστικό που φρόντισα να τονίζεται κι από τον επαγγελματικό μου εξοπλισμό, αξίωσα μια στρατηγικής σημασίας θέση στο όχημα του πρώτου μου σαφάρι στη Ναμίμπια. Ματαίως όμως, διότι πρόκειται για ένα μικρό καμιόνι με ανοιχτή καρότσα και ξύλινες κλιμακωτές κερκίδες τοποθετημένες ούτως ώστε να προσφέρουν ένα ευρύ οπτικό πεδίο σε όλους ανεξαιρέτως τους επιβαίνοντες.


«... Δεν θα κατέβετε παρά μόνο στα επιτρεπόμενα σημεία. Δεν θα μιλάτε μεγαλόφωνα. Καλύτερα να μη μιλάτε καθόλου, δηλαδή. Δεν θα σηκώνεστε από το κάθισμά σας κι ούτε θα κάνετε άσκοπες κινήσεις, διότι τα ζώα τρομάζουν. Να κρατιέστε καλά από τις κουπαστές διότι θα ταρακουνηθούμε με δέκα Ρίχτερ. Εκεί που θα μπούμε, τα περάσματα δεν είναι αυτό που συνηθίσατε να ονομάζετε δρόμους. Αν δείτε κάποιο ζώο να είστε σίγουροι ότι εμείς το έχουμε δει πριν από σας...» Κι αν γίνουμε παγοκολώνες μέχρι να σκάσει μύτη ο Ήλιος, ε, τότε, ας προσέχαμε, συμπληρώνω μεσ' απ’ τα τρέμοντα δόντια μου.


Είναι δυο μαυρούληδες συμπαθέστατοι. Ο ένας στο τιμόνι κι ο άλλος, με το σκούφο, το σκουλαρίκι και τις διόπτρες, όρθιος δίπλα του. Εμείς οι άλλοι αποτελούμε ένα ψαρωμένο δωδεκαμελές πολυεθνικό και περιστασιακό πλήρωμα. Αυτός με το σκουλαρίκι μάς δείχνει συνεχώς δυο σειρές κάτασπρα ολόγερα δόντια. Είναι φανερό ότι την καταβρίσκει με τη δουλειά του.

Τρέχουμε στο χωματόδρομο, τρέχουμε προς τα κει όπου ο Ορίζοντας ροδίζει προαναγγέλλοντας μιαν ακόμη αφρικανική ανατολή. Έχω ξεπαγιάσει. Το φλις αποδείχτηκε ανεπαρκές. Το βασίλειό μου για, έστω και ένα, πουλόβερ! 

 

Ο ζωοδότης Ήλιος υψώνεται τεράστιος και πύρινος, ως συνήθως, πίσω απ τα ξερά κλαριά των αραιών δέντρων της σαβάνας. Το πουλόβερ δεν μ' ενδιαφέρει πια. Μ' ενδιαφέρει το κόκκινο χρώμα των τιτάνιων καμπυλόγραμμων βράχων αριστερά μου που, στο σύνολό τους, συνιστούν το κάθετο χείλος του φαραγγιού. Καμπυλόγραμμων, λείων, και ανεξάρτητων βράχων τους οποίους η Φύση στα μεγάλα της κέφια τοποθέτησε στην Αφρική σαν παιδικό παιχνίδι λέγκο. Για να καταλάβουμε κι εμείς το από πού και το πώς ο Άνθρωπος εμπνεύστηκε τη γεωμετρία.


Το από πού, όμως, εμπνεύστηκε ο Άνθρωπος την αρμονία στην κίνηση ως έκφραση ψυχής, και συγκεκριμένα τον χορό, το έμαθα μόλις τώρα: Από τις γαζέλες. Μάλιστα. Εδώ τις λένε «σπρίνγκμποκ». Και τις υιοθετώ ως τα πιο αγαπημένα μου ζώα. Στην Αφρική, τουλάχιστον, διότι στην Αθήνα υπάρχει και η Αργώ, η σκύλα μου.  


Ο μαυρούλης με το σκουλαρίκι σηκώνει την μπάρα που μας φράζει τον χωματόδρομο για να περάσουμε στην περιοχή προστασίας της άγριας πανίδας. Την ίδια στιγμή συνεννοείται δι’ ασυρμάτου στην άμπρα κατάμπρα διάλεκτό του με τους μέσα στο πάρκο συναδέλφους του.


Εάν η κακή είδηση της ημέρας είναι πως τα λιοντάρια της Ναμίμπια κινδυνεύουν από τους λαθροκυνηγούς, η καλή είδηση είναι πως, τουλάχιστον, δεν αποδεκατίζονται από τις αρρώστιες που μαστίζουν τα λιοντάρια των γύρω χωρών. Στην Τανζανία, επί παραδείγματι, μια μορφή έιτζ και μια ιογενής αρρώστια των σκύλων έχει εξοντώσει, τα τελευταία χρόνια, το τριάντα τοις εκατό των λιονταριών της.


Είμαι υπερήφανος που την είδα πρώτος. Πρώτος από το πλήρωμα του καταστρώματος εννοώ, διότι ο μαυρούλης με το σκουλαρίκι είχε στο μεταξύ σκύψει στο αφτί του άλλου μαυρούλη που κρατούσε το τιμόνι και κάτι του ψιθύριζε. Για την ακρίβεια, είδα κάτι που έμοιαζε με κινούμενο κορμό λεύκας κι αμέσως σκέφτηκα ότι, πρώτον, οι κορμοί των δέντρων δεν υπάρχει περίπτωση να περπατούν στη σαβάνα για να ξεμουδιάσουν και, δεύτερον, ότι δεν υπάρχει περίπτωση, εκτός κι αν είναι λεύκες, να φέρουν έντονα χρωματιστά στίγματα. Άρα αυτό που είδα ήταν λαιμός. Το κεφάλι της το είδα μετά. Ένα αστείο κεφάλι με οριζοντίως τεντωμένα αφτιά και δυο κωμικά ατροφικά κερατάκια, να μασουλάει τις φυλλωσιές ενός σχετικά ψηλού δέντρου και να μας κοιτάζει με μια χαζή περιέργεια. Όταν ο σκουλαρίκης μας έκανε νεύμα να μην θορυβούμε ψιθυρίζοντας «ίζι, ίζι, μπόυς», εγώ είχα ήδη απαθανατίσει και την τέταρτη πόζα της.


ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΧΕΛΩΝΑΣ


Λίγο αργότερα, κι αφού προχωρούσαμε αθόρυβα χωρίς να καταρρίπτουμε το ρεκόρ ταχύτητας της χελώνας, το τετράμετρο ζώο, αδιάφορο για την παρουσία μας μπήκε στον αμμώδη χωματόδρομο και στάθηκε μπροστά μας. Σταθήκαμε κι εμείς. Πρόσωπο με πρόσωπο. Και πρέπει να προσθέσω σε μια προηγούμενη παράγραφο πως... την αστεία αθωότητα ο Άνθρωπος την εμπνεύστηκε απ’ αυτό το πανύψηλο ανασούμπαλο ζωάκι που φέρει το όνομα καμηλοπάρδαλη.


Την επόμενη φορά μας σταμάτησε ένας μαύρος με ατσάλινο βλέμμα και με το δάχτυλο στη σκανδάλη ενός αυτόματου όπλου (στραμμένου προς το έδαφος, για να 'μαι δίκαιος). Κάτι πολύ πιο άγριο κι από ενέδρα γατόπαρδου, δηλαδή.

 

«Πραξικόπημα!», μουρμουράω στην Ισαβέλλα, ορμώμενος από ένα ανακλαστικό που έλκει την καταγωγή του τριάντα πέντε χρόνια, οχτώ μήνες και κάτι μέρες  πριν. «Να 'μαστε ήρεμοι και να μην πούμε πουθενά ότι είμαστε εναντίον του Μπους».

 

Το ατσάλινο βλέμμα διαπερνά το Είναι μας κι ούτε γι’ αστείο δεν μου περνάει απ το μυαλό να σηκώσω τη Χάιδω, την φωτογραφική μου μηχανή, για να χαρίσω την οπτική αθανασία σ' αυτή τη σκοτεινή μούρη.

 

Το «ατσάλινο βλέμμα» έκανε ένα νεύμα συγκατάνευσης στον σκουλαρίκη και ο οδηγός μας έριξε την πρώτη στο κιβώτιο ταχυτήτων. Φύλακας προστασίας των ζώων από τους λαθροθήρες, με πληροφορεί η Ισπανίδα δίπλα μου. Για την οποία η συμπάθειά μου βρίσκεται στην ανιούσα, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν ψηφίζει Αθνάρ.


Κι όμως, «το κυνήγι των άγριων ζώων επιτρέπεται, αλλά...» Ο σκουλαρίκης θέλει να μας πληροφορήσει, να μας εξηγήσει και να μας καθησυχάσει. «Αλλά... για το καλό τους!» Μας δουλεύεις ρε μεγάλε; Άκου «για το καλό τους»! Σε σκοτώνω για το καλό σου! Σαν πλανητάρχης μιλάς!


Στα εθνικά πάρκα αλλά και στις απροστάτευτες περιοχές το κυνήγι απαγορεύεται δια ροπάλου. Επιτρέπεται όμως σε όσες από τις ιδιωτικές φάρμες διαθέτουν και τη σχετική άδεια.

 

Το μεγαλύτερο τμήμα της ναμιμπιανής γης ανήκει σε μια χούφτα λευκούς, απόγονους συνήθως των πρώτων εισβολέων. Υπάρχουν φάρμες σε μέγεθος Αττικής, ίσως και μεγαλύτερες. Και, βεβαίως, περιφραγμένες.

 

Τις περισσότερες απ’ αυτές τις αγόρασαν πριν από δύο αιώνες οι πρόγονοι των σημερινών ιδιοκτητών τους από τους τοπικούς φύλαρχους για μια χούφτα δολάρια. Ή για μια νταμιτζάνα ουίσκι. Ή για ένα ταγάρι καπνό.

 

Σ' αυτές λοιπόν τις ιδιοποιημένες και περιφραγμένες περιοχές το κυνήγι επιτρέπεται έναντι ενός τιμήματος, από τη μεριά των γαιοκτημόνων προς το Δημόσιο, το οποίο αντιστοιχεί στο πέντε τοις εκατό του εθνικού εισοδήματος της χώρας.

 

Από την άλλη, οι επιχειρηματίες φάρμερς, έχουν κάθε λόγο να ρυθμίζουν τη ζωοκτονία στο τσιφλίκι τους έτσι ώστε όχι μόνο να μην μειώνεται ο πληθυσμός των ζώων, του κεφαλαίου τους δηλαδή, αλλά να αυξάνεται.

 

Φροντίζουν ώστε οι πελάτες τους να σκοτώνουν τα γέρικα ζώα ενώ παράλληλα προστατεύουν τα νεαρά άτομα και γενικώς τα ικανά για αναπαραγωγή.

 

Για να σκοτώσεις μια λεοπάρδαλη, ας πούμε, πρέπει ν' ακουμπήσεις δύο χιλιάδες δολάρια.

 

Για έναν ελέφαντα, μέχρι και δώδεκα χιλιάδες δολάρια.

 

Χώρια τα έξοδα «φιλοξενίας» που προκαλούν ίλιγγο σε κάτι σαν και μένα.


... Δεν θυμάμαι, αν σου μίλησα για τη γαζέλα που εδώ λέγεται σπρίνγκμποκ. Χρώμα μελί στη ράχη, λευκό στην κοιλιά και μια καφετιά ρίγα στα πλευρά.

 

Μπορείς να την πλησιάσεις μέχρι τα εκατό, ίσως και μέχρι τα ογδόντα μέτρα. Μετά αρχίζει το χορό της φυγής, μόνη αν είναι μόνη, ή με όλο το κοπάδι της μαζί.

 

Ένας χορός που λες και τα πόδια της δεν λυγούν, και δεν ακουμπούν στο έδαφος παρά σε τραμπολίνο.

 

Ένα σάλτο τόσο αρμονικό και τόσο αργό που βάζεις στοίχημα πως υπερνικά το νόμο της βαρύτητας.


Για το κουντού σου μίλησα; Ούτε. Μεγάλο κερασφόρο, μηρυκαστικό κι αυτό, που νομίζω πως εμείς αποκαλούμε αιγόκερω.

Ούτε αυτό δέχεται να του χαϊδέψεις το κεφάλι. Εκτιμά, φαίνεται, πως μια τέτοια οικειότητα θα του κοστίσει πολύ. Πιο πολύ απ’ το ν' ανταλλάξει χειραψία με τον γατόπαρδο, που εδώ τον λένε τσιτάχ, και είναι βεβαίως σαρκοφάγος.


Ο γατόπαρδος, που εδώ τον αποκαλούν τσιτάχ και είναι σαρκοφάγος, μαζί με τον ιαγουάρο της αμερικανικής ηπείρου, θεωρούνται τα ταχύτερα θηλαστικά πάνω στη γη. Υπέρ των εκατό χιλιομέτρων ωριαίως. Και άλμα δέκα μέτρων! Ο σκουλαρίκης διατείνεται ότι είναι κάτι παραπάνω από απίθανο να τον συναντήσουμε. Πιο απίθανο κι από το να συναντήσουμε λιοντάρι.

 

ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ


Ελεφαντιλόπες, ραπεναντιλόπες, όρυχες, νταμάρα ντικ ντικ, και μια σειρά άλλα μηρυκαστικά των οποίων τα ονόματα μου είναι αδύνατο να συγκρατήσω. Και γιατί εξ άλλου; Εκείνο που έχει σημασία, και που δεν ξεχνιέται ποτέ, είναι η αίσθηση της άμεσης επαφής μαζί τους. Ν' αναπνέεις τον αέρα τους. Να δέχεσαι το απορημένο ή και φοβισμένο βλέμμα τους. Να μετράς το μεγαλείο της ανεξαρτησίας τους. Να θες να ζητήσεις συγνώμη για την εισβολή σου στο ζωτικό τους χώρο.

 

Είναι μια προσωπική στιγμή που δεν μπορείς να μοιραστείς με κανέναν. Εσύ και το βλέμμα της καμηλοπάρδαλης, του τσακαλιού και της ύαινας. Εσύ και το βλέμμα της αλεπούς, του σκίουρου και του αξιολάτρευτου τρωκτικού σουρικάτ. Διότι, άλλο είναι να τα βλέπεις στην τηλεόραση, ή στη μελαγχολική αιχμαλωσία ενός ζωολογικού κήπου και άλλο στον φυσικό τους περιβάλλον.


Περπατάμε, επιτέλους περπατάμε, μέσα σ' ένα επίγειο τούνελ φτιαγμένο από κορμούς δέντρων. Πεντακόσια; οχτακόσια μέτρα; δεν ξέρω. Πρέπει λέει να φτάσουμε αθόρυβα κι αθέατοι στο νερόλακκο όπου έρχονται να δροσιστούν οι αγριόχοιροι, και όχι μόνο οι αγριόχοιροι. Αν είμαστε, λέει, τυχεροί...

 

Το καμουφλαρισμένο παρατηρητήριό μας βρίσκεται σε τόση απόσταση από το νερό ώστε θα πρέπει να φορέσω στη Χάιδω τον τηλεφακό της και να στήσω το τρίποδο. Και να περιμένω. Αν είμαστε, λέει, τυχεροί, τονίζοντας το "αν". Είμαστε. «Έρχεται!» ψιθυρίζει ο σκουλαρίκης. Πού είναι; πού είναι; Η Ισπανίδα, η Χουανίτα, τον εντοπίζει πριν από μένα διότι, αφενός η Ισαβέλλα μου έχει βουτήξει τις διόπτρες που ψώνισα πέρυσι από το παζάρι της Μόσχας και αφετέρου... Τον βάζω τον μπαγάσα μέσα στο κάντρο μου, φτυστός ο Κίσινγκερ είναι, και, μέχρι να πιει να ξεδιψάσει με την ησυχία του και να φύγει έχω αδειάσει πάνω του ένα τριανταεξάρι. Φιλμ, εννοώ.


Είναι οι σπίθες απ τα καυσόξυλα που οδήγησαν το βλέμμα μου ψηλά... Κι έχουν περάσει δεκαετίες από τότε που κι εγώ ως παιδί μετρούσα τ' άστρα. Αγνοώντας τη σύμβαση του χώρου και του χρόνου, φυσικά, αφού αυτό ακριβώς σημαίνει "παιδί". Το ν' αγνοείς, δηλαδή, πως η ματιά σου, όσο και η ματιά της επερχόμενης γνώσης σου, είναι πεπερασμένες, και πως τ' αστέρια άπειρα. Γνώσης πεπερασμένης έτσι κι αλλιώς, και ενίοτε οριοθετημένης από ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο, σαν το σκόπευτρο της φωτογραφικής μηχανής, ας πούμε.


Είναι οι σπίθες απ τα καυσόξυλα που οδήγησαν το βλέμμα μου σ' έναν ουράνιο θόλο που, τόσο έναστρο και τόσο αλλιώτικο από κείνον της πατρίδας, δεν είχα ξαναδεί ποτέ. Έφερα με τα ρώσικα κιάλια  τη Σελήνη κοντά μου. Μπα, προτιμώ την αφρικανική σαβάνα από το άφιλο και παγωμένο δέρμα της σελήνης. Προτιμώ τη μουσική της γήινης νύχτας πλάι στο κύμα του Αιγαίου από τους υπέρηχους και τους υπόηχους ενός σεληνιακού περιβάλλοντος. Αλλά, και ποιος με ρώτησε επ’ αυτού;


ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΑΦΑΡΙ


Ο δρόμος της σαβάνας πρέπει να 'ναι χωμάτινος για να της αξίζει. Φαρδύς, χωμάτινος κι ευθύς. Τόσο ευθύς που το τέλος του να μην διακρίνεται. Να περνούν καμιά φορά και ώρες όσο να δεις άλλο όχημα. Σ' αυτή την περίπτωση, πρώτα θα διακρίνεις το σύννεφο της σκόνης του μπροστά, ή πίσω σου, και σχεδόν πάντα θα χαιρετήσεις με την κόρνα τον άλλο οδηγό. Αφού ανεβάσεις προηγουμένως το τζάμι για να μη σε πνίξει ο κουρνιαχτός του.

 

Αγία σκόνη! Σημάδι ζωής. Το γεια χαρά του άλλου. Και στον ορίζοντα, μπρος, πίσω, δεξιά κι αριστερά σου μακρινές κορυφογραμμές από κόκκινα, γκρίζα και μαύρα βουνά. Και, παράξενο, ποτέ μυτερές κορυφές. Σαν κάποια λεπίδα, τσαφ, να τα 'κανε όλα οροπέδια. Και κάθετα φαράγγια. Εδώ η Φύση δίδαξε αρχιτεκτονική.


 

Και οι γαζέλες "μου" παντού. Να μας κοιτούν περίεργα ή να τρέχουν τρομαγμένες. Όλες μαζί. Μπαλέτο. Και τα κοπάδια των γκνου να σηκώνουν την κόκκινη σκόνη τους. Κι ο σκελετός της ζέμπρας, δίπλα στο δρόμο.

 

Σταμάτησα. Ένας σκελετός ζέμπρας με λίγο από το ξεραμένο δέρμα της. Βορά λιονταριού, γατόπαρδου ή λεοπάρδαλης, ποιος ξέρει; Απροπό: το μόνο απ τ' άγρια θηρία που συνηθίζει να τρώει και ν' αποταμιεύει πολύ περισσότερο απ όσο χρειάζεται είναι ο άνθρωπος. Η αλήθεια πάντως είναι πως δεν μ' αρέσει ν' απομακρύνομαι και πολύ από το αυτοκίνητο. Τι ξέρω εγώ, ο άνθρωπος του άστεως, απ τις συνήθειες της άγριας πανίδας;


Σε λίγες ώρες θα μπαίνουμε στο Ετόσα.

 

Έχει, κατά το χάρτη, εκατόν εβδομήντα χιλιόμετρα μήκος και εβδομήντα δύο χιλιόμετρα φάρδος. Ένα εμβαδόν, δηλαδή, όσο και η μισή Πελοπόννησος. Και μάλιστα περιφραγμένο από ένα τρίμετρο συρματόπλεγμα. Όχι τόσο για να προστατεύονται οι άνθρωποι από την άγρια πανίδα αλλά το αντίθετο.

 

Το εικοσιτρία τοις εκατό αυτού του εμβαδού καταλαμβάνεται από μια αλκαλική λίμνη η οποία εμπεριέχει τρία τοις εκατό άλας και είναι εντελώς άνυδρη καθ' όλη τη χειμερινή περίοδο του Νότιου ημισφαίριου. Από τον Απρίλιο δηλαδή μέχρι το Νοέμβριο.

 

Στο διάστημα αυτό τα ζώα έχουν την τάση να συγκεντρώνονται και να διαβιούν γύρω από τους νερόλακκους της σαβάνας και ως εκ τούτου είναι σχετικώς εύκολο να εντοπιστούν από μας τους αυτόκλητους μουσαφίρηδες.


Οι διατυπώσεις στο φυλάκιο ολοκληρώθηκαν και οι μπάρες σηκώθηκαν. Οχτώ χιλιόμετρα μας χωρίζουν ακόμη από το Ναμουτόνι, τον πρώτο από τους τρεις καταυλισμούς του Ετόσα. Να μην ξεχάσω να φουλάρω το ρεζερβουάρ και τα δύο μπιντόνια. Και ν' ανεφοδιαστώ σε τρόφιμα. Α, ναι, και σε ξύλα για τη βραδινή φωτιά.


Όσο η Ισαβέλλα διεκπεραιώνει τα διαδικαστικά στην υποδοχή, εγώ ξεφυλλίζω το βιβλίο των επισκεπτών.

 

Η πιο πρόσφατη αναφορά συνάντησης με λιοντάρι, μια λέαινα με τα μικρά της εν προκειμένω, έχει καταχωρηθεί πριν από τρεις εβδομάδες και την υπογράφει ένας Άγγλος.

 

Όσο για τον ακόμη πιο ακριβοθώρητο γατόπαρδο, μέσα στις τελευταίες τέσσερις εβδομάδες τουλάχιστον που μπόρεσα να φυλλομετρήσω, δεν έχει καταχωρηθεί ούτε μία συνάντηση.

 

Δεν θέλω να σκέφτομαι πως μπορεί να γυρίσω στην Ελλάδα χωρίς τα πορτραίτα αυτών των ακριβοθώρητων ζώων που, στο κάτω κάτω, αποτελούν και το κρυφό αντικείμενο του πόθου μου.


Εκτός από το Ναμουτόνι που βρίσκεται στο ανατολικό άκρο του εθνικού πάρκου, το Ετόσα διαθέτει κι άλλους δύο σταθμούς όπου μπορεί κανείς να  φάει, να κοιμηθεί, να πλυθεί και ν' ανεφοδιαστεί: Το Οκαουκουέτζο, το οποίο βρίσκεται στο δυτικό άκρο, και το Χαλάλι, το οποίο βρίσκεται στα μισά της διαδρομής ανάμεσα στους δυο άλλους.

 

Εβδομήντα περίπου χιλιόμετρα χωρίζουν τον έναν σταθμό από τον άλλο. Κι εκτός από τον βασικό χαλικόδρομο που έχει χαραχτεί κατά μήκος της νότιας όχθης της λίμνης Ετόσα Παν για να συνδέσει τους τρεις αυτούς σταθμούς, το τοπίο διασχίζεται κι από μια σειρά άλλους δευτερεύοντες δρομίσκους οι οποίοι διακλαδίζονται στις περιοχές όπου υπάρχουν οι πιο πολλές πιθανότητες να συναντήσει κανείς τα ζώα. Και συγκεκριμένα στις περιοχές των νερόλακκων.

 

"Σε καμία περίπτωση δεν θα βγείτε από το αυτοκίνητο όσο βρισκόσαστε μέσα στην περιοχή του Ετόσα και έξω από τους σταθμούς υποδοχής. Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί για την ασφάλειά σας".

 

Η απαγόρευση είναι ρητή και κατηγορηματική. Και δεν αποβλέπει μόνο στην προστασία των δίποδων ζώων που θέλουν να κάνουν τους έξυπνους, αποβλέπει κυρίως στην προστασία των άγριων ζώων που είναι μέρος του εθνικού τους πλούτου.


Λαχείο για την Ισαβέλλα που θα κάθεται στη θέση του οδηγού, διότι σπανίως απολαμβάνει αυτό το προνόμιο όσο βρισκόμαστε και οι δύο στο ίδιο όχημα. Ο καθείς με τα πάθη του!

 

Εγώ εγκαθίσταμαι στη δεύτερη σειρά των καθισμάτων του κουβούκλιου ώστε να έχω την ευχέρεια να χρησιμοποιώ με άνεση και τα δύο παράθυρα, δεξιά κι αριστερά μου, και τα δύο μου χέρια, και τις δυο φωτογραφικές μου: τη Χάιδω και τη Μπακού.

 

Οποία συγκίνησις! Μόνοι αντιμέτωποι με την παρθένα Φύση σ' όλη της τη μεγαλοπρέπεια.

 

Κοίτα κάτι ριγέ γαϊδούρια! Σαν δραπέτες φυλακών μοιάζουν!

 

Είναι οι πρώτες ζέμπρες. Καμιά δεκαριά, στη μέση του δρόμου. Πήγαινε αργά! Πηγαίνει αργά, τις πλησιάζουμε κι αρχίζω να τις φωτογραφίζω από τα πενήντα μέτρα. Πιο αργά! Από τα σαράντα, από τα τριάντα, από τα είκοσι, από τα πέντε μέτρα. Σταμάτα! Οι ζέμπρες δεν φεύγουν όπως οι αντιλόπες και τα γκνου. Σε κοιτάνε μ' αυτά τ' αθώα μάτια... Σβήσε τη μηχανή! Αν δεν ήμουν τόσο νομιμόφρων θα κατέβαινα να τους χαϊδέψω το κεφάλι.


Για να γίνει εφικτή η ασφαλής πρόσβαση των επισκεπτών στο εθνικό πάρκο, αλλά και για την ασφάλεια των ίδιων των ζώων, έχουν διανοιχτεί τις τελευταίες δεκαετίες δύο χιλιάδες εκατόν εξήντα πέντε χιλιόμετρα χωματόδρομοι.

 

Οι αρμόδιοι όμως τα λογάριασαν χωρίς τον ξενοδόχο διότι, ναι μεν βραχυπρόθεσμα αυτό δεν είχε καμιά αρνητική επίπτωση στην άγρια πανίδα, είχε όμως μεσομακροπρόθεσμα.

 

Και εξηγούμαι: για να γίνουν αυτοί οι δρόμοι έπρεπε να στρωθούν με χαλίκι. Για να στρωθούν με χαλίκι έπρεπε να λατομηθούν ορισμένες περιοχές του εδάφους του πάρκου. Όταν τέλειωσε το έργο, αυτές οι επιφανειακές πληγές της γης γέμισαν με το νερό της βροχής που όμως, λόγω της αφθονίας των ορυκτών αλάτων στο πέτρωμα, το νερό αυτό μετατράπηκε σε αλκαλικό. Και το αλκαλικό νερό αποτελεί περιβάλλον ιδεώδες για την ανάπτυξη του βακίλου του άνθρακα. Κι όπως αποδείχτηκε, τα χορτοφάγα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα σ' αυτή την αρρώστια.

 

Αποτέλεσμα: μέσα σε τριάντα χρόνια ο πληθυσμός των γκνου από εικοσιπέντε χιλιάδες συρρικνώθηκε σε δυόμισι χιλιάδες άτομα. Οι δε ζέμπρες, από δεκάξι χιλιάδες μειώθηκαν σε πέντε χιλιάδες.

 

Αλλά τη ζημιά δεν την έκανε όλη μόνος του ο βάκιλος. Ο βάκιλος έκανε μόνο την αρχή, αρρωσταίνοντας και εξασθενώντας τα χορτοφάγα. Τα άρρωστα ζώα έγιναν ευκολότερη λεία για τα σαρκοφάγα. Κι έτσι τα λιοντάρια έφτασαν στην πληθυσμιακή τους ακμή να αριθμούν μέχρι και πεντακόσια. Την περνούσανε ζωή και ζέμπρα, που λέμε.


Μια ανάλογη ζημιά έπαθαν και οι ρινόκεροι. Επειδή τους αποδεκάτιζαν οι λαθροκυνηγοί για το πολύτιμο κέρατό τους εφαρμόστηκε η πολιτική της αποκεράτωσης. Και, πράγματι, ως προς τη λαθροθηρία το αποτέλεσμα ήταν θετικό. Έλα όμως που οι ρινόκεροι έγιναν ευάλωτοι απέναντι στις επιθέσεις των λιονταριών!


Η νομοτελειακή αυτορύθμιση της Φύσης είναι κάτι το συγκλονιστικό. Μόνο ο άνθρωπος μπορεί να την διαταράξει, για μια κάποια περίοδο, με μοναδικό κίνητρο, όχι τη φυσική του ανάγκη, αλλά την απληστία.

 

Αν ήταν λογική η σκέψη ότι η Φύση "μπορεί να κάνει κάποιο λάθος", τότε αυτό το λάθος θα ήταν ένα: ο άνθρωπος. Ο μόνος εχθρός της.

 

Πλην, πλανάται πλάνην οικτράν αυτό το άγριο δίποδο νομίζοντας ότι μπορεί να μετατρέψει τη Φύση σε ατομική του ιδιοκτησία και να την κάνει ότι θέλει. Διότι η Φύση θα συνεχίσει εσαεί ν' αυτορυθμίζεται έστω κι αν χρειαστεί να εξαφανίσει αυτό το δολοφονικό έκτρωμά της. Ας πάει να χαλάσει κάνα ακατοίκητο αστέρι στο κάτω κάτω! 


Τοπίο απέραντο, επίπεδο και πάλλευκο. Όλο αυτό το εκτυφλωτικό λευκό που μας περιβάλλει είναι αλατισμένο χώμα. Και είναι ο εποχικός βυθός της λίμνης Ετόσα Παν. Τρεις, περίπου, χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα.

 

Εμείς πάντως διατρέχουμε με τις ρόδες μας έναν στέρεο τεχνητό χωματόδρομο που εισδύει μέσα στο απόλυτο λευκό περί τα τρία χιλιόμετρα.

 

Σταματούμε μόνοι μεσ' το πουθενά. Θέλω να ουρλιάξω, ν' αποφορτιστώ από την έντονη έκσταση που μού 'χει προκαλέσει αυτό το τοπίο. Θα παρανομήσω. Θα βγω από το αυτοκίνητο. Ναι, γιατί θέλω να εκφραστώ μ' ένα ουρλιαχτό άγριου ζώου. Εδώ δεν μπορούν να μας εντοπίσουν ούτε με τηλεσκόπιο.

 

Βγαίνω από το όχημα και ανεβαίνω στη σκεπή του. Όρθιος. Απλώνω τα χέρια στην έκταση και αδειάζω τα πνευμόνια μου με την πιο δυνατή κραυγή που έβγαλα ποτέ. Θέλω να δεχτείς την πρόκλησή μου, λέοντα. Θέλω να 'ρθεις ενώπιόν μου. Είμαι φίλος. Θα πρέπει να το 'χεις διαισθανθεί, γαμώτο! 

 

Το τζάμι είναι κατεβασμένο. Ο τηλεφακός στηρίζεται στο άνοιγμα. Η μηχανή είναι σβηστή για να μην παράγει κραδασμούς και να μην ενοχλεί τα ζώα. Η άηχη παρουσία μας στην στρατηγικής σημασίας βίγλα μάλλον δεν έχει προκαλέσει νευρικότητα στα ζώα του νερόλακκου.

 

Είμαστε δυο, τρεις ώρες εδώ. Έχω χάσει την αίσθηση του χρόνου. Οι θαμώνες του νερόλακκου το ξέρουν πως είμαστε 'δω. Μας έχουν μυριστεί. Αλλά όσο είμαστε αμίλητοι, ακίνητοι, μας συνηθίζουν και μας ανέχονται.

 

Οι ζέμπρες, οι καμηλοπαρδάλεις, οι στρουθοκάμηλοι, οι γαζέλες και τα γκνου συνυπάρχουν ειρηνικά. Μοιράζονται το νερό. Ένα τσακάλι περιφέρεται μοναχικό. Κάποιο νεκρό ζώο θα μυρίστηκε. Ή κάποιο υποψήφιο πτώμα.

 

Ξαφνικά μια παράξενη αναταραχή. Οι στρουθοκάμηλοι τεντώνουν το λαιμό, περισκόπιο. Μερικά ζώα, και πρώτα απ' όλα οι γαζέλες, απομακρύνονται απ το νερό. Αγριόχοιρος, ψιθυρίζει η Ισαβέλλα δίπλα μου. Πούντος, πούντος;

 

Ψάχνω με τον δυνατό τελέ. Τον εντοπίζω. Κατευθύνεται προς το νερόλακκο. Αναταραχή. Οι γαζέλες-μου απομακρύνονται πρώτες. Ο κακάσχημος επισκέπτης του νερόλακκου είναι προφανώς αντιπαθής και άφιλος στο ζωικό κόσμο της σαβάνας. Κανείς δεν θέλει να τον συναναστραφεί. Περίεργο! Κι αφού καταβρόχθισε λίτρα νερού απομακρύνεται και πάλι μοναχικός σα μαγκούφης. Τα χορτοφάγα ξαναπλησιάζουν στο νερόλακκο. Υπάρχει δεοντολογία και πρωτόκολλο στο οικοσύστημα. Δεν θα εμφανιστεί και κάνα λιοντάρι, ρε γαμώτο!


Προδόθηκαν από τα περιττώματα τους. Δεν άφηναν καμιά αμφιβολία. Τόσο μεγάλα και τόσο πολλά, μόνο οι ελέφαντες θα μπορούσαν να παραγάγουν. Τρώνε, λέει, εκατόν πενήντα κιλά ημερησίως.

 

Ακολουθήσαμε τα ογκώδη ίχνη τους όσο αυτά κοσμούσαν το χωματόδρομο. Μετά χάνονταν σε μονοπάτια χαραγμένα από τα δικά τους βήματα. Μονοπάτια ελεφάντων, απαγορευμένα για μας.


Ο δρόμος, ή μάλλον οι μικροπαραβάσεις μου, μας φέρνουν κάποτε σε απόσταση φωτογραφικής βολής απ το δικό τους νερόλακκο. Τρεις! Τέσσερις! Πέντε!

 

Άλλοι πηγαίνουν κι άλλοι έρχονται μ' ένα βήμα νωθρό, γεμάτο μεγαλοπρέπεια. Χλαπ χλουπ με τα βαριά πέλματά τους.

 

Κάπου κάπου σηκώνουν την προβοσκίδα κι εκτοξεύουν έναν βρυχηθμό προς τα, δεν ξέρω πού. Ίσως και να 'ναι κραυγές ικανοποίησης για το λασπόλουτρό τους. Ίσως και να 'χουν αντιληφθεί την παρουσία μας και να εκφράζουν έτσι τη δυσαρέσκειά τους.

 

Είναι, λένε τα κιτάπια μου, οι ψηλότεροι ελέφαντες της Αφρικής. Οι ώριμοι αρσενικοί φτάνουν τα τέσσερα μέτρα και είκοσι εκατοστά.


Να κι ένας μοναχικός στα ντουζένια του!

 

Έρχεται προς το σημείο όπου είμαστε σταθμευμένοι.

 

Είναι πάρα, μα πάρα πολύ φανερό ότι ψάχνει για την αγαπημένη του.

 

Η απόδειξη του έρωτά του λίγο ακόμη και θ' αγγίξει το έδαφος.

 

Δεν ξέρω αν κάποια χριστιανόπληκτα ήθη αποτρέψουν τη δημοσίευσή σου αλλά εγώ θα σε απαθανατίσω έτσι κι αλλιώς.

 

Η κατεύθυνσή του είναι προς το μέρος μας. Προφανώς στεκόμαστε πάνω στο πέρασμά του.

 

Δεν πάω πουθενά, θα κάτσω εδώ κι ας περάσει από δίπλα μας. Δεν πέρασε ακριβώς από δίπλα μας αλλά ο δείκτης της αδρεναλίνης μου χτύπησε κόκκινο!  

 

ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΤΩΡΑ...


... σαρώνουμε το Ετόσα. Λίγες για να πετύχουμε λιοντάρι και πολλές για το σχετικά σφιχτό πρόγραμμά μας.

 

Σαρώνουμε το Ετόσα ώσπου...

 

Ένα όχημα σαν το δικό μας είναι σταματημένο εκατό μέτρα πιο μπροστά.

 

Ένα χέρι βγαίνει απ το παράθυρο του συνοδηγού και μας κάνει νεύμα να κόψουμε ταχύτητα ή να σταματήσουμε τελείως. Η Ισαβέλλα σταματά, σβήνει τη μηχανή και περιμένουμε, δεν ξέρω τι.

 

Σε λίγο βγαίνει απ το παράθυρο και το ωραίο κεφάλι στο οποίο ανήκει το χέρι. Μιλώ για το ισπανικό κεφάλι της συμπαθούς Χουανίτας. Προσπαθεί με νοήματα, και τα καταφέρνει, να μας δώσει να καταλάβουμε πως είδανε κάποιο λιοντάρι να σουλατσάρει εδώ γύρω. Ολέ! Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν απ το πέναλτι. Δεν ξέρω αν πρέπει να προχωρήσουμε ή να μείνουμε ακίνητοι περιμένοντας. Καλού κακού έβγαλα το κεφάλι μου, με τον τηλεφακό στο μάτι, έξω απ το όχημα. Και προγραμμάτισα τη Χάιδω για επαναληπτικές πόζες.


H λέαινα εμφανίστηκε ξαφνικά από τα δεξιά μας. Αγέρωχη, μ' ένα υπερήφανο αρχοντικό βάδισμα. Ένα ζώο που αποκλείεται να έχει νοιώσει ποτέ το αίσθημα του φόβου.

 

Δεν την πρόλαβα. Κάνε όπισθεν όσο μπορείς πιο αργά, μουρμουρίζω στη Δουλτσινέα μου, και πρόσεχε μην πέσεις στο χαντάκι. Με την όπισθεν βγήκαμε τριάντα μέτρα μπροστά της.

 

Αυτή η πόρτα του τζιπ μ' εμποδίζει, θέλω να βγω αλλά... θέλω και να ζήσω. Κι όταν η αρχόντισσα της σαβάνας καταδέχτηκε επιτέλους να στρέψει το βλέμμα της πάνω μου, κατέβασα κι εγώ τη μηχανή και κοιταχτήκαμε κατάματα. Κάτι σαν αναμέτρηση. Αυτή είναι μια πολύ σημαντική στιγμή για την ιστορία μου, της λέω, και σ' ευχαριστώ για την κατανόηση. Θα κάνω ότι μπορώ για να διαιωνίσω την ύπαρξή σου ως είδος. Είναι ζήτημα Αρχής.

 

Γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε προς τα πίσω σα να ήθελε να βεβαιωθεί πως ο νεαρός γόνος της την ακολουθεί εν ασφαλεία. Το νεαρό αρσενικό πλησίασε, μας κοίταξε και τρίφτηκε στα πλευρά της μάνας του για να νοιώσει ασφάλεια.

 

Ο βρυχηθμός του πάντρε παντρόνε από το βάθος όμως έδωσε τέλος σ' αυτή την ανεξίτηλη συνάντηση. Η λέαινα κι ο γιος της ανταποκρίθηκαν αμέσως στο κάλεσμά του.


Τη νύχτα, γύρω απ τη φωτιά, μαζί με τη Χουανίτα και τους άλλους τρεις Ισπανούς της παρέας της, ξαναζήσαμε ξανά και ξανά αυτή την υπέροχη εικόνα, κι αυτή την υπέροχη αίσθηση, στραγγίζοντας και την τελευταία σταγόνα απ το ουίσκι της καβάτζας μου.


Μαζί με το αυτοκίνητο των Ισπανών, αποτελούμε ήδη ένα μικρό κομβόι. Ταξιδεύοντας φτιάχνεις με τα χρόνια ένα πολυεθνικό περιδέραιο από εκλεκτές φιλίες που μετά προσπαθούν ν' αντέξουν στο χρόνο και στην απόσταση. Άλλες αντέχουν περισσότερο κι άλλες λιγότερο. Οι ταξιδιώτες είναι, και δεν έχω καμιά αμφιβολία επ αυτού, οι καλύτεροι πολιτισμικοί πρεσβευτές των λαών τους. Καμιά σχέση με τα φωνακλάδικα τουριστικά γκρουπ.


Εικοσιπέντε χιλιόμετρα πριν από τον τελευταίο σταθμό, το Οκαουκουέτζο, και μετά από μια παράκαμψη εικοσιτεσάρων χιλιομέτρων νοτίως του παραλίμνιου δρόμου, σταματούμε για καραούλι στο Ολιφαντσμπάντ, ένα ακόμη από τα πολλά γουώτερ πόιντ του Ετόσα. Σπρίνγκμποκ, ζέμπρες, καμηλοπαρδάλεις, κουντού και γκνου δροσίζονται εν ηρεμία όταν, ξαφνικά, ξεσπά μια έντονη κινητικότητα κι αρχίζουν να τρέχουν προς τη νότια κατεύθυνση του νερόλακκου. Καταλάβαμε πως κάτι συμβαίνει στη βόρεια. Κάτι πολύ ενδιαφέρον για τη φωτοθηρική διαστροφή μας.

 

Η μικρή κλίση του εδάφους μας επιτρέπει να ρολάρουμε αργά προς τα κει με τις μηχανές σβηστές. Εμείς μπροστά και οι Ισπανοί από πίσω. Όταν τον είδαμε από απόσταση τριάντα μέτρων ο γατόπαρδος κατασπάραζε ένα μικρό ζώο. Μια κίτρινη μανγκούστα, κατά πάσα πιθανότητα. Θα προλάβω ή θα πάρει τη βορά του και θα τρέξει;

 

Δεν έχω ιδέα για το πώς συμπεριφέρονται οι γατόπαρδοι. Ένα ξέρω: πως δεν υπάρχει ούτε μία περίπτωση στο εκατομμύριο να κατέβω και να τον πλησιάσω πεζός. Γι αυτό εξ άλλου υπάρχουν και οι τηλεφακοί. Μόνο για μια στιγμή σήκωσε το βλέμμα του πάνω μου και μετά συνέχισε το κατασπάραγμα.


Όταν τρέχω να συναντήσω ελέφαντες, λιοντάρια και γατόπαρδους, Λαοτιανούς, Μαλινέζους και Μάγιας, τζαμιά, παγόδες και καθεδρικούς... Όταν ξεχνώ την τηλεοπτική μπόχα που, εκτός των άλλων, αποπνέει η τερατούπολη που μου ροκανίζει τη ζωή... Όταν... Πού ο μικρόκοσμος και πού ο μεγάκοσμος; Πού δεσμώτης και πού ελεύθερος; Δεν τόχω απαντήσει ακόμα.


Για περισσότερες φωτογραφίες: 

Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν | Πάμε γι' άλλα...

 

Διαβάστε επίσης:

ΝΑΜΙΜΠΙΑ 2 - ΦΥΛΗ ΧΙΜΠΑ, "ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΖΗΤΟΥΝ" | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν 

ΝΑΜΙΜΠΙΑ 3, ΒΟΥΣΜΑΝΩΝ ΕΡΓΑ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν 

ΝΑΜΙΜΠΙΑ 4 - ΣΤΗΝ ΑΚΤΗ ΤΩΝ ΣΚΕΛΕΤΩΝ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν 

ΝΑΜΙΜΠΙΑ 5 - ΝΑΜΙΜΠ, ΣΩΜΑ ΓΥΝΑΙΚΑΣ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν 

ΝΑΜΙΜΠΙΑ 6 - ΚΟΛΜΑΝΣΚΟΠ, ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ ΚΑΙ ΑΜΜΟΣ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν 

ΝΑΜΙΜΠΙΑ 7 - ΒΙΝΤΧΟΥΚ, Η ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

ΝΑΜΙΜΠΙΑ 8 - ΚΟΚΕΡΜΠΟΥΜ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ-ΦΑΡΕΤΡΑ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν

ΝΑΜΙΜΠΙΑ 9 - ΝΤΟΥΓΟΥΙΣΙΜΠ, Η ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΗ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν 

ΝΑΜΙΜΠΙΑ 10 - ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΑΛΟΓΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ | Κώστας Ζυρίνης & Ισαβέλλα Μπερτράν